Mittwoch, 31. Oktober 2012

Ο ΝΤΕ - ΝΤΕΣ


Οι μικρές ώρες έχουν αρχίσει να παίρνουν τα επάνω τους και το ρολόϊ με το σπασμένο ωροδείκτη, ένδειξη ανταρσίας στο χρόνο που ακατάπαυστα κυλάει, δείχνει τρίς τα ξημερώματα. Το κορμί αντιστέκεται στη παράλογη στάση που δεν του επιτρέπει να αφεθεί στα γλυκά χέρια του Μορφέα και παραπονιέται συνεχώς με πονάκια εδώ κι΄εκεί, με μουδιάσματα λίγο παραπέρα και προσπαθεί κάθε τόσο να πάρει μια καινούργια στάση που θα το ξεκουράσει τα επόμενα δεκαπέντα λεπτά.
Ο φωτισμός έχει χαμηλώσει απο τίς έντεκα περίπου και κάθε φορά που ξυπνάω απο αυτήν την παράξενη νάρκη έχω την αίσθηση πως βρίσκομαι σε κάποιο θέατρο η κινηματογράφο, την στιγμή που σβύνουν τα κυρίως φώτα, και περιμένω να αρχίσει η παράσταση για να αφεθώ στον πόνο και στις περιπέτιες των άλλων χωρίς να διακυνδυνέψω κάτι απο την δική μου ζωή, σίγουρος τρόπος δηλαδή για ν΄ απολαύσεις κάτι.
Όπως μου΄ λεγε η Άννα, μιά φίλη, " ούτε μιά γρατσουνιά Σουρτούκη ! Είναι όπως όταν προδίδεις την αγάπη για κάποια άλλη αγάπη. Δεν ρισκάρεις τίποτε, δεν χάνεις τίποτε κι΄έχεις την εντύπωση πως είσαι άρχοντας μα δεν ξέρεις ακόμη πως όλοι οι λογαριασμοί που ανοίγονται στην ζωή πρέπει κάποτε να πληρωθούν ! ".

Εγώ λοιπόν περιμένω ν΄αρχίσει η παράσταση. 

Τρίς τα ξημερώματα και η ματιά μου ταξιδεύει απο την σιλουέτα του γέροντα πατέρα μου στο διπλανό κρεβάτι και χαϊδεύει την πανέμορφη τσιγκάνα που καθισμένη σε μιά καρέκλα και με τα πόδια ακουμπισμένα στην άκρη του κρεβατιού αποχαιρετάει, αργά-αργά, τον αγαπημένο της.
Ο άνθρωπος της βαριανασαίνει και η ματιά του, το βλέπεις, θωρεί τον θάνατο.
Το κλάμμα την γαληνεύει και της κλείνει τα μάτια για κάποια λεπτά της ώρας έως ότου ο χάρος ακουμπίσει τον καλό της και αυτός, τρομαγμένος, βγάλει έναν παράξενο ήχο, κάτι μεταξύ αναστεναγμού και τρομάρας. Τότε, ταραγμένη απο τον ήχο, του φωνάζει να γυρίσει πίσω και να ανάβάλει το ταξίδι αυτό το μακρινό και τελευταίο. Πιάνεται απο το μπράτσο του και τον κρατάει σφιχτά μές στην αγκαλιά της. Του λέει λόγια γλυκά και του φυλάει τα δάχτυλα και είναι σαν να βλέπεις την Παναγία που κλαίει για τον άδικο χαμό του παιδιού της και για τον Πόνο στο κόσμο αυτό.
Το παραδίπλα κρεβάτι το θεωρούσα για πέντε ώρες περίπου άδειο ώσπου είδα ένα τμήμα του σεντονιού να ανασηκώνεται και να αποκτάει την μορφή ενός ανθρώπινου μηρού. Τρόμαξα γιατί για μιά στιγμή νόμισα πως βλέπω οράματα. Πώς είναι δυνατό, σκέφτηκα, ένα άψυχο σεντόνι να κουνιέται, να αποκτάει μορφή να γίνεται ένα κατάκοιτο σώμα; Πώς είναι δυνατό ένας άνθρωπος να βρίσκεται στα τρία μέτρα και για πέντε ώρες να μένει ακίνητος.
Γιά μιά στιγμή νομίζω ότι η κούραση, στη ψυχή και στο σώμα, μου κάνει παιχνίδια αλλά δεν χρειάζεται και πολύ για να επιβεβαιώσω την αλήθεια. 

Σηκώθηκα να δώ το θαύμα και τρόμαξα. Χαμένο μέσα στις ζάρες του σεντονιού το κορμί ενός παληκαριού για το οποίο στις πέντε αυτές ώρες δεν νοιάστηκε  κανείς. Τα μάτια κλειστά και το στόμα μισάνοιχτο και διασωληνωμένο. Ακίνητος, μοιάζει με τον Χριστό, σταυρωμένος και προδωμένος. Ούτε ένα πιστός, ούτε ένας φίλος κοντά του. Σ΄αυτήν την χώρα, σκέπτοπαι, σβύσαν όλες οι αξίες, χάθηκε το συναίσθημα, έσβυσε το φώς.

Νοιώθω ένα σφίξιμο στην καρδιά και αφήνοντας το "πόστο" μου σηκώνομαι και θέλω να πάω στο κρεβάτι του για να τον ρωτήσω αν χρειάζεται τίποτα.
Πρίν προλάβω να βγώ στον διάδρομο του θαλάμου μου κόβει τον δρόμο ένα κινητό κρεβάτι που το σπρώχνει μιά γυναίκα. Πάνω του βρίσκεται ένας ξανθός γίγαντας που μουγκρίζει σαν θεριό. Το μουγκριτό θυμίζει άνθρωπο που τον βασανίζουν ασταμάτητα κι΄αυτός, μη έχοντας άλλο δύναμι για να φωνάξει, μουγκρίζει.
Δεν προλαβαίνω να αποτυπώσω την εικόνα και το συμβάν και η γυναίκα βρίσκεται ήδη στο τέλος του θαλάμου και "παρκάρει" το κρεβάτι στην απέναντι γωνία. Σιάζει τα σεντόνια πάνω απο τον γίγαντα, του καθαρίζει το πρόσωπο και κρατώντας τα χέρια του μέσα στα δικά της τον φιλάει στο μέτωπο και μονολογεί : " βρε σατράπη, βρέ άχρηστε, που μας μπερδεύεις συνέχεια. Νυχτιάτικα μου θές βόλτες μές στο νοσοκομείο !  Τι είναι δώ βρέ, πάρκο για παραλία; Άχ κακομοίρη μου σαν πάμε στο σπίτι θα σου ειπώ εγώ τι έχει να γίνει ! Θα σε κλειδώσω στη κάμαρα βρέ και θα σε βγάζω όξω μόνο σαν κάθεσαι φρόνιμα. Μή φοβάσαι βρέ, σαν πασάκο θα σ΄έχω, σε κοροϊδεύω βρε χαζούλικο "

Η απάντηση έρχεται αυτόματα, το ίδιο μουγκριτό, αυτή τη φορά όμως έχει μια μελωδικότητα : αρχίζει χαμηλότονα και στη συνέχεια δυναμώνει για να φτάσει στο φόρτε του και να καταλήξει σ΄ένα δυνατό "..ντέέ ντέέ ντέέ ντέέέέέέέέέ΄...." 

Ο "οριζοντιομένος" γίγαντας ρίχνει ένα μονότονο γέλιο. επισφραγίζει με μιά δυνατή πορδή την ικανοποίησή του και ξαναρχίζει: ...ντέέ,  ντέέ΄, ντέέ, ντέέέέέέέέ......."

Έπειτα πάλι ησυχία και μετά απο λίγο ο μονόλογος της, αυτή τη φορά ψιθυριστά. Ο γίγαντας μάλλον δεν θα ξαναπερπατήσει και ούτε θα μπορέσει να πεί ένα ευχαριστώ με λόγια,

Όλοι εδώ μέσα θα θέλαμε να μην ξημερώσει ποτέ ! Αυτή η γλυκιά ησυχία, το μαλακό αυτό μούδιασμα του χρόνου και της ψυχής θα θέλαμε να μείνει αιώνιο γιτί δεν έχουμε άλλο δάκρυ να συντροφέψουμε τον χρόνο. Ο πόνος γέμισε την ψυχή μας και δεν άφησε μιαν ακρούλα για μιά στάλα χαρά ! Ζούμε ίσως στο δικό μας κόσμο, στη δική μας κόλαση και αισθανόμαστε για λίγο σαν μια οικογένεια που ο χάρος την θερίζει σιγά σιγά και το μόνο που την κρατάει πια δεμένη είναι ο θάνατος που θερίζει  ένα - ένα τα μέλη της.

- Ντέέ ντέέ ντέέέέέέέ !!  Ντέέ ντέέ ντέέέέέεέέέέέέέ !!