Samstag, 2. Juni 2012

ΠΕΝΤΕ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ ΜΑΛΑΜΑ (1)


Ο Στάθης δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα. Στριφογυρνούσε στο κρεβάτι και με τις σβούρες που΄ούφερνε κουβάριαζε κάθε τόσο τα σεντόνια και κ΄άνα δυό φορές γενήκανε κόμπος και παραλίγο να τον πνίξουν.
Ευτυχώς που ο Μάης είχε μπεί για τα καλά και μπορούσε να κοιμάται με ανοιχτό παράθυρο γιατί ο Στάθης την κλεισούρα δεν την αντέχει καθόλου. Χειμώνα - Καλοκαίρι πρέπει να υπάρχει ένα παραθύρι ανοιχτό, άσε που με την παραμικρή ζέστη αρχίζει και τρέχει ο ιδρώτας ποτάμι απο πάνω του. Τότε είναι που η κυρά του δεν τον αφήνει να την πλησιάσει γιατί λέει συχαίνεται τον ιδρώτα.
Ευτυχώς που αυτή και τα παιδια λύπανε γιατί αλλιώς θα έπρεπε να τα μαζέψει και να πάει να κοιμηθεί στην αποθήκη. Το μάτι κάγκελο λοιπόν, τ΄αυτιά τεντωμένα για να ακούσει στο πρώτο άκουσμα των  κοτσυφιών, και νάσου και ο πρώτος κόκκορας που με το κοκκόρισμά του χαλάει όλη την ομορφιά του πρωϊνού κονσέρτου.
"Σφάξιμο θέλει" σκέφτηκε ο Στάθης αυθόρμητα.
Τσαντισμένος πέταξε τα σεντόνια απο πάνω του και σηκώθηκε. Στάθηκε μπρός στο ανοιχτό παράθυρο και απολαύανε την πρωϊνή μαγιάτικη δροσιά χαϊδεύοντας τα τριχιασμένα στήθια του.  Σε καμιά ώρα θα΄πρεπε να ξεκινήσει. Το μπουζούκι το είχε τυλίξει απο βραδύς στα μετάξια και το είχε βάλει στην θήκη μαζί με πένες απο ταρταρούγα. 
Βασικά δεν χρειαζόταν τίποτες άλλο, φαγητά πιοτά και ταμπάκο θα έπερνε απο τον τελευταίο του σταθμό πρίν αρχίσει να ανηφορίζει το δύσβατο μονοπάτι. 

"Κοίτα ρε κάτι χούγια π΄ούχει αυτός ο άνθρωπος ;" αναρωτήθηκε σιωπηλά ο Στάθης. " Τα παράτησε όλα, γυναίκα παιδιά σπίτια αυτοκίνητα, κινητά και ακίνητα, πήρε δυό μπουζούκια μαζί του και εδώ και δέκκα χρόνια χάθηκε πάνω στα βουνά ! Τι τού΄λειπε; Τίποτα ! Τα είχε όλα ! Δε λέω, κουράστηκε πολύ, διαβάσματα με τις ώρες. Εξετάσεις και πάλι εξετάσεις, διπλώματα, διατριβές Αγγλίες, Αμερικές ! Ε ! Εντάξει δεν είναι και μικρό πράμα να μπορείς να ανοίγεις κεφάλια και να τα ξανακλείνεις και ο άνθρωπος να σηκώνεται και να είναι καλλύτερα απο πρίν ! Ντάξει ! Μη λέμε ότι θέμε τώρα ! "

Σκίρτησε η ψυχή του Στάθη στη σκέψη της συνάντησης. Η καρδιά του άρχισε να φτερουγίζει και μιά γλύκα τον κατέκλυσε σαν και τότε, όταν για πρώτη φορά τον άκουσε να παίζει με κείνον τον παράξενο τρόπο που γέμιζε όλο τον χώρο με θεϊκές αρμονίες και δεν καταλάβαινες άν παίζει ένα ή δύο μπουζούκια. Επαιζε πάντα με τα μάτια κλειστά ! 
"Τον αθεόφοβο ! Ούτε κάν τα κορίτσια κοιτούσε που καθότανε πολλές φορές γύρω του και τον ρουφούσαν με τα μάτια. Τίποτα ! Αυτός εκεί ! Να παίζει με κλειστά τα μάτια και καμιά φορά να του ξεφεύγει και ένα Τζοκόντιο χαμόγελο που σ΄έκανε να σκεφτείς : "μα καλά τί βλέπει και γελάει; Αφού παίζει με τα μάτια κλειστά και κανένας μας δεν μιλάει !"  Άνετα τον έπαιρνες για τρελό !"  
Τον είχε δεί στις παραδόσεις σαν βοηθό επιμελητή και το πρώτο που του έκανε εντύπωση ήταν το χαμένο βλέμμα του και τα πρόωρα ασπρισμένα μαλλιά του. Όταν αργότερα έτυχε να γνωριστούν καλλύτερα αυτός του είπε, ότι ήδη απο την τρίτη Γυμνασίου είχαν γκριζάρει τα μαλλιά του.

Ο Στάθης έβαλε μπρός και ξεκίνησε. Είχε τρίς ώρες δρόμο μπροστά του και  θα ήθελε να φτάσει πρίν το μεσημέρι στο καλύβι για να τσιμπίσουν μαζί.  
"Οι άλλοι ίσως να μην έχουν έρθει ακόμη και μπορεί να πούμε και μιά κουβέντα μεταξύ μας " σκέφτηκε. 
Όχι πως είχανε μυστικά αλλά νά, άλλο να τον έχεις μονάχο μπροστά σου και να ρουφάς τα λόγια του και την αύρα του και άλλο να τον μοιράζεσαι. 
Πάτησε γκάζι ελπίζοντας όντως να τον προλάβει έστω και για μιά ώρα μοναχό του.


Οδήγησε μέχρι την πλατεία του χωριού και βρήκε μια σκιά για να παρκάρει. Παράλληλα το βλέμμα του άρχισε να ψάχνει για κανένα γνωστό αμάξι. Τίποτα, νέκρα στη πλατειούλα. Μόνο ο πλάτανος τον χαιρετούσε με την φυλλωσιά του και τον καλωσόριζε μιας και είχε να τον δέι κοντά στα τρία χρόνια.
Ο Στάθης βγήκε απο το αμάξι φουσκωτός φουσκωτός και άνοιξε το πόρτ μπαγκάζ για να βγάλει το μπουζούκι.


" Άαααα κύρ-Στάθη έφτασες κι΄εσύ. Καλώς ήλθες "

Ήταν η φωνή του Σπύρου. Ενός πιτσιρικά γύρω στα δεκκατέσσερα που τα κατάμαυρα μαλλιά του στέκονταν όρθια και είχες την εντύπωση πώς αντί για καπέλο είχε απλώσει τουλάχιστον έναν σκαντζόχειρο πάνω στο κεφάλι του.

" Κι΄έσύ ; Άρα κάποιος έφτασε πρίν απο μένα." σκέφτηκε ο Στάθης.

- Ο κύρ-Στέλιος ήρθε πρίν καμιά ώρα κύρ-Στάθη, ήπιε έναν καφέ και τράβηξε για πάνου. Μ΄ούπε να δώσω σ΄όποιον φτάσει πρώτος και αυτές τις τσάντες.

Ο Σπύρος  πλησίασε και άφησε στα πόδια του Στάθη δυό πάνινες τσάντες γεμάτες μεζέδες και ποτά.

- Θα πιείς έναν καφέ κύρ-Στάθη; Έτσι κι΄αλλιώς τα πρωτεία τα πήρε ο κύρ-Στέλιος.

Ο Στάθης έριξε ένα ημι-φονικό βλέμμα στον Σπυράκο, δεν έφταιγε και σε τίποτα το παιδί, την αλήθεια είπε, ήπιε τον καφέ μονορούφι καπάκωσε κι΄ένα τσίπουρο για να αρχίσει να δουλέυει το αίμα και κρατώντας το μπουζούκι στο ένα χέρι και τις τσάντες στο άλλο άρχισε να ανηφορίζει.

"..... τον τσόγλανο, που δεν σκέφτεται καθόλου την ηλικία μας ! Αυτός να ραχατεύει κεί απάνω στα ψηλά, στον καθαρό αγέρα και εμείς να πρέπει να κάνουμε τα αγριοκάτσικα, και με ψώνια στα χέρια ! Ναί, ναί καλά, τέτοιες σοφίες λέω κι΄εγώ : όσο πιό ψηλά ανεβαίνεις τόσο πιό πολλά βλέπεις. Καλά. Περίμενε να φτάσω και θα σου τα ψάλω για τα καλά πουρόγερε που μας το παίζεις και γκουρού!
Αμ΄ο άλλος το παλικαθήκι. Πώς γίνεται ρε παιδί μου να έρχεσαι απο Γερμανία, να έχεις αγεροδρόμια, κοντρόλια, βαλίτσες και περίμενε και να φτάνεις πιό γρήγορα απο μένα που είμαι στα τρακόσσα χιλλιόμετρα; Πώς;
Πάντα έτσι ήταν αυτός. Και απο την κόλαση να ξεκινούσε, δράκους και αρκούδες να του έβαζες στο δρόμο του για εμπόδια, στα τάρταρα να τον πετούσες αυτός θα έφτανε πάλι πρώτος. Πρώτος, πρώτος πρώτος ! Στη Φυσιολογία πρώτος, στη Χημεία πρώτος, στα εργαστήρια πρώτος αλλά στα μαθηματικά άάάάάά εκεί δεν μπορούσε να μου την βγεί κανείς. Εκεί με παραδέχονταν όλοι. Πρώτος στα μαθηματικά ήμουν εγώ, βέέέέέέβαια.....γι΄αυτό και τ΄άχω σκατώσει στη ζωή μου. Βλέπεις τα μαθηματικά και η μουσική θέλουν φαντασία αλλά η ρημάδα η ζωή θέλει κάθε τι άλλο εκτός απο φαντασία. Έχεις δεί εσύ κανέναν να βγάζει λεφτά με την φαντασία του, όχι πές μου ! Άμα δεν κλέψεις, δεν πατήσεις επι πτωμάτων άν δεν γίνεις χαφιές και ρουφιάνος δεν προκόβεις.
Κοίτα να δείς που κάθομαι και κλαψουριάζω σαν παρθένα ! Ρε σύ ! Με την ψυχή πάς στ΄αδέρφια σου, πώς θα τους αγκαλιάσεις ρέ, υπάρχουν άλλοι σαν κι΄αυτούς ωρέ γκιαούρη που ν΄ακουμπάνε την ψυχή τους στα πόδια σου ;
Άααααααχ καυμένε σε χάλασε η "πολιτισμένη" και η "κοινωνική" ζωή. Η σκέψη σου πάει, θόλωσε και αρχίζει και μυρίζει μούχλα κακομοίρη μου. Μου φαίνεται θα τα παρατήσω κι΄εγώ όλα και θα πάω να τον βρώ για πάντα. Να ακούω τα ταξίμια του, τις κουβέντες του, να έχουμε τα δεντράκια μας, τα φρουτάκια μας ν΄ακούμε το Θεό μέσα απο την φύση και να γαληνεύει η ψυχή μας. Άαααα τι ωραία που θ΄άναι......
Μα πού το διάολο πήγανε τα κολόπαιδα; Εμένα μου βγήκε η ψυχή για ν΄ανέβω στα Τζουμέρκα κι΄αυτοί οι χλιάρες μου την κάνανε.
Καλά θα την πέσω γιατί είμαι και πτώμα και όταν γυρίσουν τα λέμε ....η  μάλλον θα τους τα ψάλλω."