Dienstag, 31. Januar 2012

KΥΩΝ ΜΕΤΑ ΑΙΛΟΥΡΟΕΙΔΟΥΣ

Χθές βρέθηκα με μιά φίλη η οποία εκτός απο Ορνιθολόγος είναι και φανατική ζωομαζέυτρα.
Εντάξει για τα πτηνά δεν το συζητάμε είναι το αντικείμενό της αλλά εκτός απο αυτά έχει και μιά ελληνική χελώνα, ένα σκιουράκι απο την Δανία, έναν σκαντζόχοιρο απο το Καζαχστάν, ένα καθαρόαιμο γερμανικό γουρούνι έναν μαύρο γάτο και το τελευταίο της απόκτημα είναι ένας σκύλος τον οποίο φωνάζει Νταγιάν (παλιότερα πρόεδρος της Αιγύπτου που το ένα του μάτι το είχε καλυμένο με ένα μαύρο πανί)  επειδή έχει το αριστερό τμήμα της μουτσούνας του κατάμαυρο και το υπόλοιπο σώμα του είναι κάτασπρο.
Η Ρένα λοιπόν, η φίλη, είναι και καλή μαγείρισσα αλλά όταν μαγειρεύει δεν θέλει κανέναν στην κουζίνα κι΄έτσι με "εξόρισε" στο σαλόνι που συνορεύει με την κουζίνα της.
Ετοιμάζοντας το φαγητό, (γεμιστά παρακαλώ!) μου διηγόταν και την ιστορία το πώς βρεθηκε ο σκύλος στο κονάκι της. Όσο αυτή μιλούσε εγώ χάζευα απο το παράθυρο το χιονισμένο τοπίο στην αυλή της και τον γάτο της ο οποίος  την είχε στήσει πίσω απο έναν θάμνο και περίμενε να κατέβει κάνα πουλάκι για να τσιμπήσει σπόρους που είχε σκορπίσει η Ρένα στην αυλή της, και αυτός, με την σειρά του, να τσιμπίσει το πουλάκι.
Ο Νταγιάν, απ ότι κατάλαβα, προτιμούσε την ζεστασιά, τις μυρωδιές του σπιτιού και.... το φαγητό του γάτου το οποίο ήταν βαλμένο σ΄ένα μεταλικό πιατάκι. Προσπαθώντας λοιπόν να καθαρίσει καλά το πιάτο του γάτου το κούνησε και αυτό έκανε έναν θόρυβο που έκανε τον γάτο να παρατήσει το καρτέρι, να μπεί με χίλλια μές στο σπίτι και, γνωρίζοντας τα αίτια του θορύβου, να ορμήξει στον Νταγιάν και να του επαναλάβει μέσω γρατσουνιών και γδαρσιμάτων να κοιτάει την δουλειά του και να μην ασχολείται με τα ξένα φαγητά.
Ο Νταγιάν υποχώρησε απρόθημα αλλά εγώ παρατήρησα ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη του που έλεγε " βρέ γελοίε γάτε, τώρα φεύγω αλλά όταν θα ξαναγεμίσει το πιάτο σου και εσύ, σαν βλάκας θα περίμένεις έξω τα πτηνά εγώ πάλι θα απολάυσω το φαΐ σου".
Η σκηνή αυτή μ΄έκανε να θυμηθώ ένα ποιήμα του καθηγητή μου μαθηματικών Γεώργιου Μπακούρου απο το βιβλίο του Ιππημολγοί :


Δυό μικροί φίλοι που γίναν εχθροί


Ένας σκύλος μ΄ένα γάτο
όσο ήτανε μικράκια 
ζούσανε σαν αδελφάκια 
κι΄έτρωγαν στό ίδιο πιάτο

Τρώγανε σε μιά κουζίνα 
σε μεγάλο μέσα πιάτο 
που΄χε πάντοτε γεμάτο 
η καλή κυρά-Κατίνα

Λέγανε λευκό τον σκύλο 
φώναζαν τον γάτο αράπη 
ζούσανε κι΄οι δυό μ΄αγάπη 
κι΄ο καθείς τους  είχε φίλο.

Ήταν πάντοτε παρέα 
τρώγαν παίζαν κυνηγιόνταν 
εις το πάτωμα κυλιώνταν 
και περνούσανε ωραία.

Κι΄είχανε κι οι δυό μιά μύτη 
πού΄τε ποντικός γυρνούσε 
ούτε και εχθρός περνούσε
μέσα κι έξω απ΄το σπίτι!

Όταν μεγαλώσαν όμως 
δεν τους χώραγε το πιάτο 
έγινήκαν άνω κάτω 
κι ΄άλλαξε γι΄αυτούς ο κόσμος.

Γάβ ο σκύλος εις τον γάτο 
νιάρ ο γάτος εις τον σκύλο 
αρπαχτήκανε στο ξύλο 
κι΄έτσι σπάσανε το πιάτο.

Τότε η κυρά Κατίνα 
άρπαξε κι΄αυτή ένα ξύλο 
Νά στον γάτο νά στον σκύλο 
κι΄έξω απ΄την κουζίνα.

Τώρα έξω απο το σπίτι μές 
στους δρόμους νύχτα-μέρα 
τριγυρνούνε δώθε πέρα 
ζούνε την ζωή τ΄αλήτη.

Νοσταλγούνε την κουζίνα 
και τα παιδικά τους χρόνια 
όταν ζούσαν με ομόνοια 
και δεν ξέρανε την πείνα

Νιώθουν την ζωή τους λίγη 
φέρνουν γύρω καμμιά βόλτα 
μήπως και ανοίξη η πόρτα 
μα η πόρτα δεν ανοίγει.

Πέθανε η κυρά-Κατίνα 
που τους έβαζε το πιάτο 
που΄ταν πάντοτε γεμάτο 
μέσα στην ζεστή κουζίνα.

(Τήνος Αύγουστρος 1974)



Η φωνή της Ρένας μ΄έβγαλε απο το μελαγχολικό ταξίδι των αναμνήσεων : " Τεμπελόσκυλο κάνε και καμιά δουλειά! Στρώσε το τραπέζι και κουβάλα τα πιάτα γιατί θα σου σερβίρω μόνο ηλιόσπορους !"
Τα γεμιστά ήταν μούρλια !