Sonntag, 24. Juni 2012

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ


Κάποτε, σε κάποια περίοδο προδιπλωματικών εξετάσεων κατά την οποία είχε κοπεί ένα μεγάλο μέρος των εξεταζωμένων στην Μικροβιολογία, εννοείτε μεταξύ αυτών κι΄εγώ, μας καλούσε κατά ομάδες ο υπεύθηνος καθηγητής και συζητούσαμε τα αποτελέσματα. Η δική μου ομάδα ήταν η πρώτη που θα εμφανιζόταν μπροστά του μετά απο την πανωλεθρία. Κοντούλης, στρουμπουλός με μάτια κομμένα και με φανερή την έκφραση της λύπης στο πρόσωπό του μας είπε μεταξύ των άλλων : 

" Περπατάτε στην ζωή σας σαν ημίθεοι και νομίζοντας πως αυτή σας χρωστάει ευγνωμοσύνη για το ότι υπάρχετε. Χαμηλώστε λιγάκι την υπεροπτική ματιά σας και το βλέμμα, δείτε αυτό που είναι κρυμένο και μικρό, δείτε ένα σωρό ολάκερους κόσμους που συνυπάρχουν ταυτόχρονα με τον δικό σας ! "

Σήμερα, μετά απο  πολλά χρόνια απο αυτήν την συνάντηση και έχοντας να κάνω, λόγω δουλειάς, με ανθρώπους που ο εσωτερικός τους κόσμος είναι και λειτουργεί εντελώς διαφορετικά απο αυτό που λέμε νορμάλ, καταλαβαίνω το βάρος των λόγων αυτών.
Οι άνθρωποι με Άλτζχαΐμερ ζούν σ΄ένα διαφορετικό κόσμο απο τον "δικό" μας.

                --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  -- 

Ο παπούς μου έφυγε απο τον Πόντο πάνω στους σφαγμούς του 1915. Για να γλυτώσουν την ατιμία και το σφάξιμο πήραν τα λιγοστά πράγματα που μπόρεσαν και έφυγαν με τα κάρα και με τα πόδια προς την Ρωσσία. Καταλήξανε στον Καύκασο σε ένα χωριό που το λέγανε Χάν-Ντερέ και που τα σπίτια του ήταν κατα τα 2/3 παραχωμένα στις πλαγιές ενός λόφου.
Κατά το 1923 και αφού άκουσαν πως οι παλιοί συγχωριανοί τους βρίσκονται κάπου στην Δράμα αποφάσισε ο παππούς να γυρίσει και να ψάξει μιά καινούργια πατρίδα.
Στο ταξίδι της επιστροφής και περνώντας απο γνωστά του μέρη στον Πόντο τον έπιασε το παράπονο και ήθελε σώνει και καλά να γυρίσει στο χωριό του, φίλοι και συγγενείς όμως τον συνεφέραν και του εξήγησαν ότι αυτά τα μέρη δεν είναι πιά ελληνικά.
Ο παππούς σάλεψε λιγάκι και δεν ήθελε να κάνει βήμα αλλά οι φωνές και η πίεση των άλλων τον συνέφεραν και συνέχισε το ταξίδι για την καινούργια πατρίδα.

Ο Νικηφόρος είναι ένα χωριό μεταξύ Δράμας και Ξάνθης και βρίσκεται γύρω στα 14 χλ. ανατολικά της Δράμας. Για να πάει ο παππούς στη Δράμα έπρεπε να περάσει απο τον Νικηφόρο και να συνεχίσει τον δρόμο του, έλα όμως που μέσα του κάτι τον έτρωγε. Πατρίδα ζήταγε και πατρίδα δεν έβρισκε και ούτε έμελε να βρεί ποτέ.

Κουρασμένοι φτάσανε κάποιο βράδυ στο χωριό και αποφασίσανε να ξεκουραστούν και την άλλη μέρα να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Η γιαγιά έστειλε τον πατέρα μου για ξύλα και έβαλε κατσαρόλα για να ετοιμάσει κατσαμάκι. Τον παππού τον έστειλε στο καφενείο να ρωτήσει για τους πρώην συγχωριανούς και να φέρει και λίγο οινόπνευμα για εντριβές. 
Ο παππούς βρήκε το καφενείο και μόλις μπήκε μέσα ένιωσε την φλόγα που του έκαιγε τα σωθικά. Κάθισε σε μιά καρέκλα, παρήγγειλε μεζέ κι΄ένα μπουκάλι τσίπουρο. Ήπιε, μέθυσε και άρχισε να λέει πως έκανε την μεγαλύτερη αμαρτία της ζωής του αφήνωντας τα χώματα που τον γέννησαν και πως απο εκεί που είναι τώρα δεν πάει βήμα παρα πέρα.
Το είπε και το έκανε ο παππούς. Τι παρακάλια, τι προσφορές τι αναφορές για τους συγχωριανούς που τους περιμένουν λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, τίποτα δεν ήταν σε θέση να κουνίσει τον παππού κι΄έτσι έμεινε η οικογένεια στον Νικηφόρο χάρην του παππού. 
Συγγενείς και γνωστοί είπαν αργότερα πως ο παππούς ήταν τεμπέλης και βαριότανε να περπατήσει και μιάς και βρήκε και καλή παρέα στα καφενεία του χωριού δεν ήθελε να φύγει.

Όντως, ο παππούς ήταν τεμπέλης αλλά δεν ήταν μόνο αυτό, ήταν και το ότι τα νήματα που συνδέαν την ψυχή του με το όμορφο παρελθόν των παιδικών του αναμνήσεων τελείωσαν εκεί ! Στον Νικηφόρο !

Ένας τεμπέλης άνθρωπος λοιπόν που άφηνε όλα τα απαραίτητα, και μή, να τα κάνουν οι άλλοι. Αυτοί, οι άλλοι, ήταν η γυναίκα του (η γιαγιά μου, που την γνώρισα πολύ λίγο γιατί απο τις κακουχίες και την ταλαιπωρία στην ζωή της πέθανε νέα), τα παιδιά του και οποιοσδήποτε άλλος φίλος ή γνωστός. 
Τις πιό πολλές ώρες τις περνούσε στο καφενείο παίζοντας χαρτιά, πίνοντας ούζα και κερνόντας τα φιλαράκια του στο καφενείο. Τους λογαριασμούς φυσικά του πλήρωνε ο πατέρας μου ο οποίος πάντα μάλωνε με τον παππού γιατί αυτός, με τα απλόχερα κεράσματά του, ξόδευε περισσότερα λεφτά απ΄όσα έβγαζε όλη η οικογένεια μαζί. 

Λίγο πρίν τα τελευταία του τον επισκέφτηκα και τον βρήκα που αλλού, στο καφενείο να κάθεται μόνος σ΄ένα τραπέζι και να κοιτάει με χαμένο βλέμμα τα βουνά απέναντι απ΄το χωριό. Τον χαιρέτησα και κάθησα στο τραπέζι του. Ο παππούς με κοίταξε λίγο καχύποπτα και μετά απο λίγο με ρώτησε :  

-  Εσένα απο πού σε ξέρω ;
 - Είμαι ο μεγάλος σου ο εγγονός  γέροντα !

Ο παπούλης ξαφνιάστηκε. Τον είδα πως άρχισε ξαφνικά να ψάχνει μέσα του το άκουσμά και το νόημα της λέξης. Έψαχνε να βρεί το αντικείμενό της και να αποδείξει, έστω και για λίγο στον εαυτό του, πως όχι, δεν χάθηκαν όλα ακόμα απο την μνήμη του,  πώς κάτι έχει απομείνει. 
Στην προσπάθεια του αυτή τα χέρια του, κατεβασμένα και ακουμπισμένα στα γόνατα, μαζέυτηκαν και σφίχτηκαν σε γροθιές και τα χείλη του σφίξαν και σχημάτισαν μια λεπτή γραμμή.
Περάσαν μερικές στιγμές προσπάθειας που τελικά όμως δεν φάνηκε να απόφερουν το ποθητό αποτέλεσμα και ο παππούς έχασε το νήμα της αναζήτησης. 
Τα χέρια του χαλάρωσαν και τα χείλη του πήραν πάλι εκείνη την ξέγνιαστη και χαλαρή γραμμή. Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε απο τα στήθια του, το βλέμμα του ατένισε πάλι προς τα βουνά και σκάλωσε πάνω στις κορφές.
Εκεί άραξε, και άρχισε ν΄άναπνέι τον αγέρα τον βουνίσιο, τον καθάριο ουρανό και τις ψυχές του παλιού χωριού του που μετουσιωμένες σε σύννεφα τον καλούσαν κοντά τους.
Ίσως γι΄αυτό ν΄αγνατεύει προς τα κεί, σκέφτηκα. 

Σηκώθηκα και μπήκα μές το καφενείο για να παραγγείλω δυό ούζα με μεζέ.
Όταν επέστρεψα βρήκα τον παππού μου ακίνητο στην ίδια στάση. Κάθησα αργά-αργά και αμίλητος περίμενα να έρθουν τα ποτά.
Σε μιά στιγμή ο παππούς γύρισε προς το μέρος μου, με κοιτάξε με το ίδιο καχύποπτο ύφος που είχε πάρει πρίν και με ξαναρώτησε  :

-  Εσένα απο πού σε ξέρω ;

Ήταν η σειρά μου να σφίξω τα χέρια, να σφραγίσω τα χείλη  να στείλω το βλέμμα μου πάνω στα βουνα, παρέα με αυτό του παππού, και να παραγείλω ένα μπουκάλι τσίπουρο για να πνίξω το παράπονο και το δάκρυ μου.


Samstag, 2. Juni 2012

ΠΕΝΤΕ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ ΜΑΛΑΜΑ (1)


Ο Στάθης δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα. Στριφογυρνούσε στο κρεβάτι και με τις σβούρες που΄ούφερνε κουβάριαζε κάθε τόσο τα σεντόνια και κ΄άνα δυό φορές γενήκανε κόμπος και παραλίγο να τον πνίξουν.
Ευτυχώς που ο Μάης είχε μπεί για τα καλά και μπορούσε να κοιμάται με ανοιχτό παράθυρο γιατί ο Στάθης την κλεισούρα δεν την αντέχει καθόλου. Χειμώνα - Καλοκαίρι πρέπει να υπάρχει ένα παραθύρι ανοιχτό, άσε που με την παραμικρή ζέστη αρχίζει και τρέχει ο ιδρώτας ποτάμι απο πάνω του. Τότε είναι που η κυρά του δεν τον αφήνει να την πλησιάσει γιατί λέει συχαίνεται τον ιδρώτα.
Ευτυχώς που αυτή και τα παιδια λύπανε γιατί αλλιώς θα έπρεπε να τα μαζέψει και να πάει να κοιμηθεί στην αποθήκη. Το μάτι κάγκελο λοιπόν, τ΄αυτιά τεντωμένα για να ακούσει στο πρώτο άκουσμα των  κοτσυφιών, και νάσου και ο πρώτος κόκκορας που με το κοκκόρισμά του χαλάει όλη την ομορφιά του πρωϊνού κονσέρτου.
"Σφάξιμο θέλει" σκέφτηκε ο Στάθης αυθόρμητα.
Τσαντισμένος πέταξε τα σεντόνια απο πάνω του και σηκώθηκε. Στάθηκε μπρός στο ανοιχτό παράθυρο και απολαύανε την πρωϊνή μαγιάτικη δροσιά χαϊδεύοντας τα τριχιασμένα στήθια του.  Σε καμιά ώρα θα΄πρεπε να ξεκινήσει. Το μπουζούκι το είχε τυλίξει απο βραδύς στα μετάξια και το είχε βάλει στην θήκη μαζί με πένες απο ταρταρούγα. 
Βασικά δεν χρειαζόταν τίποτες άλλο, φαγητά πιοτά και ταμπάκο θα έπερνε απο τον τελευταίο του σταθμό πρίν αρχίσει να ανηφορίζει το δύσβατο μονοπάτι. 

"Κοίτα ρε κάτι χούγια π΄ούχει αυτός ο άνθρωπος ;" αναρωτήθηκε σιωπηλά ο Στάθης. " Τα παράτησε όλα, γυναίκα παιδιά σπίτια αυτοκίνητα, κινητά και ακίνητα, πήρε δυό μπουζούκια μαζί του και εδώ και δέκκα χρόνια χάθηκε πάνω στα βουνά ! Τι τού΄λειπε; Τίποτα ! Τα είχε όλα ! Δε λέω, κουράστηκε πολύ, διαβάσματα με τις ώρες. Εξετάσεις και πάλι εξετάσεις, διπλώματα, διατριβές Αγγλίες, Αμερικές ! Ε ! Εντάξει δεν είναι και μικρό πράμα να μπορείς να ανοίγεις κεφάλια και να τα ξανακλείνεις και ο άνθρωπος να σηκώνεται και να είναι καλλύτερα απο πρίν ! Ντάξει ! Μη λέμε ότι θέμε τώρα ! "

Σκίρτησε η ψυχή του Στάθη στη σκέψη της συνάντησης. Η καρδιά του άρχισε να φτερουγίζει και μιά γλύκα τον κατέκλυσε σαν και τότε, όταν για πρώτη φορά τον άκουσε να παίζει με κείνον τον παράξενο τρόπο που γέμιζε όλο τον χώρο με θεϊκές αρμονίες και δεν καταλάβαινες άν παίζει ένα ή δύο μπουζούκια. Επαιζε πάντα με τα μάτια κλειστά ! 
"Τον αθεόφοβο ! Ούτε κάν τα κορίτσια κοιτούσε που καθότανε πολλές φορές γύρω του και τον ρουφούσαν με τα μάτια. Τίποτα ! Αυτός εκεί ! Να παίζει με κλειστά τα μάτια και καμιά φορά να του ξεφεύγει και ένα Τζοκόντιο χαμόγελο που σ΄έκανε να σκεφτείς : "μα καλά τί βλέπει και γελάει; Αφού παίζει με τα μάτια κλειστά και κανένας μας δεν μιλάει !"  Άνετα τον έπαιρνες για τρελό !"  
Τον είχε δεί στις παραδόσεις σαν βοηθό επιμελητή και το πρώτο που του έκανε εντύπωση ήταν το χαμένο βλέμμα του και τα πρόωρα ασπρισμένα μαλλιά του. Όταν αργότερα έτυχε να γνωριστούν καλλύτερα αυτός του είπε, ότι ήδη απο την τρίτη Γυμνασίου είχαν γκριζάρει τα μαλλιά του.

Ο Στάθης έβαλε μπρός και ξεκίνησε. Είχε τρίς ώρες δρόμο μπροστά του και  θα ήθελε να φτάσει πρίν το μεσημέρι στο καλύβι για να τσιμπίσουν μαζί.  
"Οι άλλοι ίσως να μην έχουν έρθει ακόμη και μπορεί να πούμε και μιά κουβέντα μεταξύ μας " σκέφτηκε. 
Όχι πως είχανε μυστικά αλλά νά, άλλο να τον έχεις μονάχο μπροστά σου και να ρουφάς τα λόγια του και την αύρα του και άλλο να τον μοιράζεσαι. 
Πάτησε γκάζι ελπίζοντας όντως να τον προλάβει έστω και για μιά ώρα μοναχό του.


Οδήγησε μέχρι την πλατεία του χωριού και βρήκε μια σκιά για να παρκάρει. Παράλληλα το βλέμμα του άρχισε να ψάχνει για κανένα γνωστό αμάξι. Τίποτα, νέκρα στη πλατειούλα. Μόνο ο πλάτανος τον χαιρετούσε με την φυλλωσιά του και τον καλωσόριζε μιας και είχε να τον δέι κοντά στα τρία χρόνια.
Ο Στάθης βγήκε απο το αμάξι φουσκωτός φουσκωτός και άνοιξε το πόρτ μπαγκάζ για να βγάλει το μπουζούκι.


" Άαααα κύρ-Στάθη έφτασες κι΄εσύ. Καλώς ήλθες "

Ήταν η φωνή του Σπύρου. Ενός πιτσιρικά γύρω στα δεκκατέσσερα που τα κατάμαυρα μαλλιά του στέκονταν όρθια και είχες την εντύπωση πώς αντί για καπέλο είχε απλώσει τουλάχιστον έναν σκαντζόχειρο πάνω στο κεφάλι του.

" Κι΄έσύ ; Άρα κάποιος έφτασε πρίν απο μένα." σκέφτηκε ο Στάθης.

- Ο κύρ-Στέλιος ήρθε πρίν καμιά ώρα κύρ-Στάθη, ήπιε έναν καφέ και τράβηξε για πάνου. Μ΄ούπε να δώσω σ΄όποιον φτάσει πρώτος και αυτές τις τσάντες.

Ο Σπύρος  πλησίασε και άφησε στα πόδια του Στάθη δυό πάνινες τσάντες γεμάτες μεζέδες και ποτά.

- Θα πιείς έναν καφέ κύρ-Στάθη; Έτσι κι΄αλλιώς τα πρωτεία τα πήρε ο κύρ-Στέλιος.

Ο Στάθης έριξε ένα ημι-φονικό βλέμμα στον Σπυράκο, δεν έφταιγε και σε τίποτα το παιδί, την αλήθεια είπε, ήπιε τον καφέ μονορούφι καπάκωσε κι΄ένα τσίπουρο για να αρχίσει να δουλέυει το αίμα και κρατώντας το μπουζούκι στο ένα χέρι και τις τσάντες στο άλλο άρχισε να ανηφορίζει.

"..... τον τσόγλανο, που δεν σκέφτεται καθόλου την ηλικία μας ! Αυτός να ραχατεύει κεί απάνω στα ψηλά, στον καθαρό αγέρα και εμείς να πρέπει να κάνουμε τα αγριοκάτσικα, και με ψώνια στα χέρια ! Ναί, ναί καλά, τέτοιες σοφίες λέω κι΄εγώ : όσο πιό ψηλά ανεβαίνεις τόσο πιό πολλά βλέπεις. Καλά. Περίμενε να φτάσω και θα σου τα ψάλω για τα καλά πουρόγερε που μας το παίζεις και γκουρού!
Αμ΄ο άλλος το παλικαθήκι. Πώς γίνεται ρε παιδί μου να έρχεσαι απο Γερμανία, να έχεις αγεροδρόμια, κοντρόλια, βαλίτσες και περίμενε και να φτάνεις πιό γρήγορα απο μένα που είμαι στα τρακόσσα χιλλιόμετρα; Πώς;
Πάντα έτσι ήταν αυτός. Και απο την κόλαση να ξεκινούσε, δράκους και αρκούδες να του έβαζες στο δρόμο του για εμπόδια, στα τάρταρα να τον πετούσες αυτός θα έφτανε πάλι πρώτος. Πρώτος, πρώτος πρώτος ! Στη Φυσιολογία πρώτος, στη Χημεία πρώτος, στα εργαστήρια πρώτος αλλά στα μαθηματικά άάάάάά εκεί δεν μπορούσε να μου την βγεί κανείς. Εκεί με παραδέχονταν όλοι. Πρώτος στα μαθηματικά ήμουν εγώ, βέέέέέέβαια.....γι΄αυτό και τ΄άχω σκατώσει στη ζωή μου. Βλέπεις τα μαθηματικά και η μουσική θέλουν φαντασία αλλά η ρημάδα η ζωή θέλει κάθε τι άλλο εκτός απο φαντασία. Έχεις δεί εσύ κανέναν να βγάζει λεφτά με την φαντασία του, όχι πές μου ! Άμα δεν κλέψεις, δεν πατήσεις επι πτωμάτων άν δεν γίνεις χαφιές και ρουφιάνος δεν προκόβεις.
Κοίτα να δείς που κάθομαι και κλαψουριάζω σαν παρθένα ! Ρε σύ ! Με την ψυχή πάς στ΄αδέρφια σου, πώς θα τους αγκαλιάσεις ρέ, υπάρχουν άλλοι σαν κι΄αυτούς ωρέ γκιαούρη που ν΄ακουμπάνε την ψυχή τους στα πόδια σου ;
Άααααααχ καυμένε σε χάλασε η "πολιτισμένη" και η "κοινωνική" ζωή. Η σκέψη σου πάει, θόλωσε και αρχίζει και μυρίζει μούχλα κακομοίρη μου. Μου φαίνεται θα τα παρατήσω κι΄εγώ όλα και θα πάω να τον βρώ για πάντα. Να ακούω τα ταξίμια του, τις κουβέντες του, να έχουμε τα δεντράκια μας, τα φρουτάκια μας ν΄ακούμε το Θεό μέσα απο την φύση και να γαληνεύει η ψυχή μας. Άαααα τι ωραία που θ΄άναι......
Μα πού το διάολο πήγανε τα κολόπαιδα; Εμένα μου βγήκε η ψυχή για ν΄ανέβω στα Τζουμέρκα κι΄αυτοί οι χλιάρες μου την κάνανε.
Καλά θα την πέσω γιατί είμαι και πτώμα και όταν γυρίσουν τα λέμε ....η  μάλλον θα τους τα ψάλλω."