Sonntag, 1. April 2012

Ο ΜΑΝΟΣ

Ο Μάνος άραξε στο κατώφλι της πολυκατοικίας, έβγαλε το ταμπάκο κι΄εστριψε νωχελικά, σαν να μην το ήθελε κάν, ένα τσιγάρο. Ούτε που ήξερε που βρισκόταν και ούτε που τον ένοιαζε. Τι να τον νοιάξει πιά σ΄αυτήν την ζωή ; Όλα πόνος, χαρακιές ! Όλα ρημαδιό !
Από πού ν΄αρχίσει και πού να τελειώσει ;

Τράβηξε μιά ρουφηξιά και άφησε το κεφάλι του να ακουμπήσει ανάμεσα στα δυό του γόνατα. Το βλέμμα του συνάντησε  τις άσπρες πλάκες της εισόδου και οι μνήμες ξεσηκώθηκαν απο τον ύπνο τους και άρχισαν να μαζεύονται εμπρός του και να του μιλούν για τα καλοκαίρια, τότες που κοιμόταν στις εισόδους των πολυκατοικιών και άμα έβρισκε και κ΄άνα φιλότιμο θυρωρό την έβγαζε πασαλίδικα, έμπαινε μέσα και την άραζε μπροστά απο την τζαμαρία. 
Του φέρνουν κι΄άλλα οι μνήμες.  Του λέν για το σκοτάδι και την μοναξιά που τον αγκάλιαζαν τα βράδυα τα ζεστά, τότε που η φύση μυρίζει έρωτα, δροσιά, χάδι και πόνο μαζί.  
Ο Μάνος αγκάλιαζε τις πλάκες της πολυκατοικίας, χαϊδευε τις χαραματιές του, τις γωνίες τους και ανακάλυπτε έναν μικρόκοσμο που μέσα απο το αισθητήριο της αφής του δίναν λίγη παρηγοριά.
Πρίν χαράξει, πρίν βγούν οι πρώτοι νοικάρηδες, έφευγε και πήγαινε πρώτος στην δουλειά για να πληθεί και να ετοιμασθεί. 
Δουλειές; Ότι λάχει. Στα μπετά, στα ψαράδικα, στην αγορά του Πειραιά, σε επιπλοποιία, νταλικιέρης, στα νταμάρια, στα σκουπίδια κι΄ένα σωρό ακόμη μέχρι που τ΄ούκατσε το παπόρι και ξεμπέρδεψε με την στεριά.
Το γαλάζιο της θάλασσας, η μυρωδιά της, το φώς του ορίζοντα μα προ πάντων οι νέοι κόσμοι που γνώριζε και κατακτούσε η ψυχή του γινόντουσαν βάλσαμο για το παρελθόν, που σάν το θυμώταν πού και πού, τ΄ούσφιγγε την καρδιά.
Στο παπόρι οι πιό πολλοί ήταν Ταϋλανδοί που δουλέυαν για ένα ξεροκόμματο και για να στείλουν δυό δεκκάρες στο σπίτι.
Αυτοί του μάθαν σκάκι, του μάθαν να μαγειρεύει, να ψαρεύει, να κρατάει την αναπνοή του τρία λεπτά κάτω απ΄το νερό και του μάθαν και την φούντα.
Ξανθιά για το πρωϊ, ξανθιά με φλόγα, ξανθιά με πάθος, ξανθιά αλαζών, ξανθιά που σε στέλνει και.... ένα σωρό άλλες ξανθιές. Μελαχρινή για το δείλι, μελαχρινή του χαμού, μελαχρινή της ψυχής, μελαχρινή για δάκρυα, μελαχρινή για έρωτα και ένα σωρό άλλες μελαχρινές.
Απο τότε κουβαλούσε μαζί του ένα σακουλάκι που του χάρισε ο Λούνγκ, το φιλαράκι του, και έβαζε μέσα όση φούντα χωρούσε μαζί με λεπτά κομμάτια απο πικραχλάδια. Κάθε τρίωρο έστριβε κι΄ένα τσιγάρο και τότες ομόρφαινε λίγο ο κόσμος γύρω του. Τότες ήταν που ξεκινούσε τρίς παρτίδες σκάκι, στα τυφλά, και τις κέρδιζε, τότες ένιωθε τους ανθρώπους γύρω του λιγάκι δικούς του και άφηνε την ψυχή του να χαλαρώσει και να γαληνέψει απο τις τρικυμίες της ζωής του, τότες ένοιωθε λίγο άνθρωπος.

Ο Μάνος τράβηξε την επόμενη ρουφηξιά.

Αλυσίδες ! Βλέπει και ακούει τις αλυσίδες που του φόραγε η μάνα του όταν αυτή πήγαινε να μαζέψει καπνά και να δουλέψει στα χωράφια. Ακούει τις αλυσίδες και τσιτώνεται η ψυχή του. Όλη τη μέρα αλυσοδεμένος μέσα στην μικρή κουζίνα. Ένα πιάτο φαγητό σκεπασμένο με μιά πετσέτα και στην γωνία ένα μεταλικό καθήκι για να κάνει τις ανάγκες του. 
Τις πρώτες ημέρες δεν καταλάβαινε και τα έκανε στις γωνίες. Τότε ήταν που έπεφτε το ξύλο και αρχίζαν οι φωνές της μάνας που έρχόταν πτώμα απο το χωράφι και έπρεπε να τα καθαρίσει.
Σιγά-σιγά έμαθε όμως και μιά μέρα την παρακάλεσε να μην τον ξαναδέσει και αυτός δεν θα φύγει απο το σπίτι, δεν θα κάνει ζημιά και θα τα κάνει στον "τενεκέ".
Η μάνα του τον λυπήθηκε  και τον άφησε για πρώτη φορά ελεύθερο μές στο κλειδωμένο σπίτι.

Μικρό παιδάκι ο Μάνος δεν λαχτάρισε ούτε παιχνίδια, ούτε σοκολάτες ούτε καραμέλες. Λαχτάρισε μιά μικρή ελευθερία που σαν την απόχτησε νόμιζε πως κυρίεψε τον κόσμο ολάκερο.
Από τότε δεν άντεχε να βλέπει δεμένα ζώα. Το δέσιμό τους γινόταν θηλιά στον λαιμό του και τον έπνιγε.

Ανήμερα των γεννεθλίων του, γινόταν 12 χρονών, φέραν οι συγχωριανοί την μάνα του πάνω σ΄ένα κάρο και την ξάπλωσαν στο κρεβάτι. Το χρώμα της ήταν κίτρινο και τα χείλη της πρισμένα. Μέσα σε μιά ώρα και μέχρι να έρθει γιατρός στο χωριό η μητέρα του είχε πεθάνει απο δάγκωμα οχιάς.
Από τότες ο Μάνος άρχισε να νιώθει και να ζεί στις ματιές των άλλων το ότι αυτός είναι ένα ορφάνο και ένας ξένος.

Πάντα ένας ξένος ! Στις παρέες, στην δουλειά, στα σκαλοπάτια των πολυκατοικιών, ακόμη και για την Ρούλα έγινε μέσα σ΄ένα τρίμηνο, απο τότε που γνωριστήκανε, ένας ξένος και όταν αυτή του είπε "Μάνο δεν ξέρεις ν΄αγαπάς ! Σ΄έχει αγγαλιάσει άνθρωπος, η μάνα σου, ο πατέρας σου ; Άν δεν σ΄έχουν αγαπήσει Μάνο δεν θα μάθεις ποτέ σου ν΄αγαπάς !" γονάτισε και ξεσπώντας σε λιγμούς βούλιαξε το πρόσωπό του στα δυό του χέρια θέλοντας να κρύψει την αδυναμία του.


- Κύριος ! Περιμένετε κάποιον ή είστε ξένος ; Δεν μπορείτε να κάθεστε στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας ! Άν δεν υπάρχει λόγος σας παρακαλώ να φύγετε !

- Ναί ! Είμαι ξένος και θα φύγω κύριε μην ανησυχήτε !

Ο Μάνος σκορπάει τα κομμάτια της ζωής του σε τρίς άσπρες πλάκες  μιάς αγνωστης πολυκατοικίας και φεύγει.
Αυτά μαζεύονται, αγγαλιάζονται, σαν φιλαράκια που  γνωρίζονται απ΄τα παλιά, και τον ακολουθούν.

Kommentare:

  1. ..ήλθα εδώ.. γιατί εκεί είναι δύσκολο.. :) :)
    τον συναισθανόμαστε οι απόκληροι τον μάνο.. κι ας μην έχουμε τόσο σκληρές ιστορίες.. :) :)
    την καλησπέρα μου :) :)

    AntwortenLöschen
  2. Σκληρή η ζωή για κάποιους συνανθρώπους μας, κι’ ο Μάνος είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα. Τελικά αυτή η κοινωνία τους ευαίσθητους, καταπιεσμένους και ονειροπόλους τους πληγώνει, τους κατασπαράσσει.
    Εύχομαι καλό Σαββατοκύριακο - Καλό Πάσχα!

    AntwortenLöschen
  3. καλώς βρεθήκαμε... ωραία γραφή.

    AntwortenLöschen
  4. Καλησπέρα Μαρία και... όντως καλώς βρεθήκαμε.

    AntwortenLöschen
  5. Ωραία γραφή...
    Στην Ελλάδα μου φαίνεται ότι τον τελευταίο καιρό γεμίσαμε Μάνους!
    Καλή σου μέρα.

    AntwortenLöschen
  6. Ραγίζει η ψυχή Κάρυ. Για σένα, που σ΄έχουν κλεμμένη, για τις κοροΐδίες που μας πλασάρουν και για τον κάθε Μάνο.

    Ν΄άσαι καλά.

    AntwortenLöschen