Mittwoch, 31. Oktober 2012

Ο ΝΤΕ - ΝΤΕΣ


Οι μικρές ώρες έχουν αρχίσει να παίρνουν τα επάνω τους και το ρολόϊ με το σπασμένο ωροδείκτη, ένδειξη ανταρσίας στο χρόνο που ακατάπαυστα κυλάει, δείχνει τρίς τα ξημερώματα. Το κορμί αντιστέκεται στη παράλογη στάση που δεν του επιτρέπει να αφεθεί στα γλυκά χέρια του Μορφέα και παραπονιέται συνεχώς με πονάκια εδώ κι΄εκεί, με μουδιάσματα λίγο παραπέρα και προσπαθεί κάθε τόσο να πάρει μια καινούργια στάση που θα το ξεκουράσει τα επόμενα δεκαπέντα λεπτά.
Ο φωτισμός έχει χαμηλώσει απο τίς έντεκα περίπου και κάθε φορά που ξυπνάω απο αυτήν την παράξενη νάρκη έχω την αίσθηση πως βρίσκομαι σε κάποιο θέατρο η κινηματογράφο, την στιγμή που σβύνουν τα κυρίως φώτα, και περιμένω να αρχίσει η παράσταση για να αφεθώ στον πόνο και στις περιπέτιες των άλλων χωρίς να διακυνδυνέψω κάτι απο την δική μου ζωή, σίγουρος τρόπος δηλαδή για ν΄ απολαύσεις κάτι.
Όπως μου΄ λεγε η Άννα, μιά φίλη, " ούτε μιά γρατσουνιά Σουρτούκη ! Είναι όπως όταν προδίδεις την αγάπη για κάποια άλλη αγάπη. Δεν ρισκάρεις τίποτε, δεν χάνεις τίποτε κι΄έχεις την εντύπωση πως είσαι άρχοντας μα δεν ξέρεις ακόμη πως όλοι οι λογαριασμοί που ανοίγονται στην ζωή πρέπει κάποτε να πληρωθούν ! ".

Εγώ λοιπόν περιμένω ν΄αρχίσει η παράσταση. 

Τρίς τα ξημερώματα και η ματιά μου ταξιδεύει απο την σιλουέτα του γέροντα πατέρα μου στο διπλανό κρεβάτι και χαϊδεύει την πανέμορφη τσιγκάνα που καθισμένη σε μιά καρέκλα και με τα πόδια ακουμπισμένα στην άκρη του κρεβατιού αποχαιρετάει, αργά-αργά, τον αγαπημένο της.
Ο άνθρωπος της βαριανασαίνει και η ματιά του, το βλέπεις, θωρεί τον θάνατο.
Το κλάμμα την γαληνεύει και της κλείνει τα μάτια για κάποια λεπτά της ώρας έως ότου ο χάρος ακουμπίσει τον καλό της και αυτός, τρομαγμένος, βγάλει έναν παράξενο ήχο, κάτι μεταξύ αναστεναγμού και τρομάρας. Τότε, ταραγμένη απο τον ήχο, του φωνάζει να γυρίσει πίσω και να ανάβάλει το ταξίδι αυτό το μακρινό και τελευταίο. Πιάνεται απο το μπράτσο του και τον κρατάει σφιχτά μές στην αγκαλιά της. Του λέει λόγια γλυκά και του φυλάει τα δάχτυλα και είναι σαν να βλέπεις την Παναγία που κλαίει για τον άδικο χαμό του παιδιού της και για τον Πόνο στο κόσμο αυτό.
Το παραδίπλα κρεβάτι το θεωρούσα για πέντε ώρες περίπου άδειο ώσπου είδα ένα τμήμα του σεντονιού να ανασηκώνεται και να αποκτάει την μορφή ενός ανθρώπινου μηρού. Τρόμαξα γιατί για μιά στιγμή νόμισα πως βλέπω οράματα. Πώς είναι δυνατό, σκέφτηκα, ένα άψυχο σεντόνι να κουνιέται, να αποκτάει μορφή να γίνεται ένα κατάκοιτο σώμα; Πώς είναι δυνατό ένας άνθρωπος να βρίσκεται στα τρία μέτρα και για πέντε ώρες να μένει ακίνητος.
Γιά μιά στιγμή νομίζω ότι η κούραση, στη ψυχή και στο σώμα, μου κάνει παιχνίδια αλλά δεν χρειάζεται και πολύ για να επιβεβαιώσω την αλήθεια. 

Σηκώθηκα να δώ το θαύμα και τρόμαξα. Χαμένο μέσα στις ζάρες του σεντονιού το κορμί ενός παληκαριού για το οποίο στις πέντε αυτές ώρες δεν νοιάστηκε  κανείς. Τα μάτια κλειστά και το στόμα μισάνοιχτο και διασωληνωμένο. Ακίνητος, μοιάζει με τον Χριστό, σταυρωμένος και προδωμένος. Ούτε ένα πιστός, ούτε ένας φίλος κοντά του. Σ΄αυτήν την χώρα, σκέπτοπαι, σβύσαν όλες οι αξίες, χάθηκε το συναίσθημα, έσβυσε το φώς.

Νοιώθω ένα σφίξιμο στην καρδιά και αφήνοντας το "πόστο" μου σηκώνομαι και θέλω να πάω στο κρεβάτι του για να τον ρωτήσω αν χρειάζεται τίποτα.
Πρίν προλάβω να βγώ στον διάδρομο του θαλάμου μου κόβει τον δρόμο ένα κινητό κρεβάτι που το σπρώχνει μιά γυναίκα. Πάνω του βρίσκεται ένας ξανθός γίγαντας που μουγκρίζει σαν θεριό. Το μουγκριτό θυμίζει άνθρωπο που τον βασανίζουν ασταμάτητα κι΄αυτός, μη έχοντας άλλο δύναμι για να φωνάξει, μουγκρίζει.
Δεν προλαβαίνω να αποτυπώσω την εικόνα και το συμβάν και η γυναίκα βρίσκεται ήδη στο τέλος του θαλάμου και "παρκάρει" το κρεβάτι στην απέναντι γωνία. Σιάζει τα σεντόνια πάνω απο τον γίγαντα, του καθαρίζει το πρόσωπο και κρατώντας τα χέρια του μέσα στα δικά της τον φιλάει στο μέτωπο και μονολογεί : " βρε σατράπη, βρέ άχρηστε, που μας μπερδεύεις συνέχεια. Νυχτιάτικα μου θές βόλτες μές στο νοσοκομείο !  Τι είναι δώ βρέ, πάρκο για παραλία; Άχ κακομοίρη μου σαν πάμε στο σπίτι θα σου ειπώ εγώ τι έχει να γίνει ! Θα σε κλειδώσω στη κάμαρα βρέ και θα σε βγάζω όξω μόνο σαν κάθεσαι φρόνιμα. Μή φοβάσαι βρέ, σαν πασάκο θα σ΄έχω, σε κοροϊδεύω βρε χαζούλικο "

Η απάντηση έρχεται αυτόματα, το ίδιο μουγκριτό, αυτή τη φορά όμως έχει μια μελωδικότητα : αρχίζει χαμηλότονα και στη συνέχεια δυναμώνει για να φτάσει στο φόρτε του και να καταλήξει σ΄ένα δυνατό "..ντέέ ντέέ ντέέ ντέέέέέέέέέ΄...." 

Ο "οριζοντιομένος" γίγαντας ρίχνει ένα μονότονο γέλιο. επισφραγίζει με μιά δυνατή πορδή την ικανοποίησή του και ξαναρχίζει: ...ντέέ,  ντέέ΄, ντέέ, ντέέέέέέέέ......."

Έπειτα πάλι ησυχία και μετά απο λίγο ο μονόλογος της, αυτή τη φορά ψιθυριστά. Ο γίγαντας μάλλον δεν θα ξαναπερπατήσει και ούτε θα μπορέσει να πεί ένα ευχαριστώ με λόγια,

Όλοι εδώ μέσα θα θέλαμε να μην ξημερώσει ποτέ ! Αυτή η γλυκιά ησυχία, το μαλακό αυτό μούδιασμα του χρόνου και της ψυχής θα θέλαμε να μείνει αιώνιο γιτί δεν έχουμε άλλο δάκρυ να συντροφέψουμε τον χρόνο. Ο πόνος γέμισε την ψυχή μας και δεν άφησε μιαν ακρούλα για μιά στάλα χαρά ! Ζούμε ίσως στο δικό μας κόσμο, στη δική μας κόλαση και αισθανόμαστε για λίγο σαν μια οικογένεια που ο χάρος την θερίζει σιγά σιγά και το μόνο που την κρατάει πια δεμένη είναι ο θάνατος που θερίζει  ένα - ένα τα μέλη της.

- Ντέέ ντέέ ντέέέέέέέ !!  Ντέέ ντέέ ντέέέέέεέέέέέέέ !!

Samstag, 22. September 2012

ΤΙ ΤΟ ΘΕΣ ΤΟ ΚΟΥΤΑΛΑΚΙ


Μέσα απο την διαδικασία εκμάθησης ενός μουσικού οργάνου, καταπιεστική η όχι, επέρχεται αυτόματα και μια ψυχοσωματική αλλαγή. 
Τα αίτια είναι αφ΄ενός η αναγκαία εξάσκηση του σώματος (το φυσικό μέρος) και αφ΄ετέρου η εσωτερική μας, κι΄αυτή αναγκαία, διάπλαση και ανάπλαση.
 
 Σε κάποια απο τις προηγούμενες αναρτήσεις έγραψα για τις "ματιές" και για το πόσο αληθινές μπορεί να είναι.
Τον τύπο που παίζει παρακάτω αυτό το σπάνιο είδος κιθάρας τον είχα σταμπάρει εδώ και ένα χρόνο μόνο που τον έχασα και μετά απο προσπάθειες τον "βρήκα" πάλι χτές.
Η στάση που κρατάει, όχι μόνο λόγω της κιθάρας και του κουταλιού που κρατάει με το στόμα, αλλά και λόγω του ότι με αυτήν δηλώνει το ανταρτιλίκι του απέναντι σε κάθε κατεστημένο και σε κάθε είδους καταπίεση.
Εδώ  μπορείτε να τον απολαύσετε (προσέχτε σας παρακαλώ το βλέμμα του απο το 0: 34 και μετά). 
 

Samstag, 15. September 2012

ΠΕΝΤΕ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ ΜΑΛΑΜΑ (2)





  - .....δηλαδή ρε Σάκη το σκέφτηκες καλά ; Θές να παρατήσεις τα εγκόσμια, τα έτσι, τα αλλιώς, τα αλλιώτικα, τα Πασσαλιμανιώτικα και να πάς να χαθείς απάνω στα Τζουμέρκα ;  
Αδρεφέ εγώ νομίζω πως σφάλεις.  Ναί σφάλεις !  Σφάλεις πολαπλώς ! Διότι Κύριε, ποιός σου δίνει την΄ γκύηση πως εκεί απάνου θα είναι όπως τα φαντάζεσαι, ποιός σου λέει ότι εκεί απάνου θα βρείς αυτό που σου λείπει;  Ε ! Ποιός ; Κανένας ! Απολύτως κανένας φίλε μου ! 
Έχεις φτιαξει παραμύθι μεγάλο φίλε μου και κοντεύεις να το χωνέψεις κι΄όλας ! 
Και πώς γίνεται ξαφνικά να θές να μας αφήσεις για την μουσική εγώ δεν το καταλαβαίνω ! Βασικά κι΄άλλα πολλά δεν καταλαβαίνω απο τα λόγια σου και γι΄αυτό θά ήμουν ευτυχής αν ήξερα πως τον επόμενο καιρό θα σε έχω κοντά μου, όχι μόνο εγώ αλλά κι οι άλλοι φίλοι μας, για να μας πείς πώς είναι δυνατό άνθρωπος που ψάχνει τον Θεό να θέλει να πάει να ζήσει με τις αρκούδες και τα αγριογούρουνα !
Αμ΄τι νομίζεις; Λές ν΄άχει νεραϊδες και γκομενίτσες που θα σου κάνουν τρελίτσες και θα σε ποτίζουν νέκταρ εκεί απάνου; Αμ δέ !
Μόνο σου θάσαι με τον τρελιάρη ! Άντε μπορεί ν΄άρθει και κ΄άνα άλλο παλιόμουτρο,απο τα παλιά, να σας επισκεφτεί αλλά δεν νομίζω να κάτσει για πολύ.
Το να φύγεις είναι εύκολο. Παίρνεις το έγχορδό σου, τις χορδές σου, τις πένες σου και την ψυχή σου και φεύγεις ! Εμείς όμως μπορείς να μου πείς τι θα κάνουμε, ποιός θα συμπληρώσει τα κενά, ποιός θα αντικαταστήσει τον λόγο σου, την ματιά σου, το άγγιγμά σου το αδερφικό, το κλάμα σου ; Ποιός ;
Αφήνεις κενά ρ΄αδέρφι το καταλαβαίνεις ! Όσο κι΄άν μου λές πως αυτό είναι για το καλό σου και παράλληλα για το καλό όλων μας εγώ ένα ξέρω, πως δεν θα έχω καθρέφτη για την ψυχή μου !
Ναί ρε φίλε ! Είσαι καθρέπτης ! Για όλους μας είσαι καθρέπτης !





Sonntag, 24. Juni 2012

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ


Κάποτε, σε κάποια περίοδο προδιπλωματικών εξετάσεων κατά την οποία είχε κοπεί ένα μεγάλο μέρος των εξεταζωμένων στην Μικροβιολογία, εννοείτε μεταξύ αυτών κι΄εγώ, μας καλούσε κατά ομάδες ο υπεύθηνος καθηγητής και συζητούσαμε τα αποτελέσματα. Η δική μου ομάδα ήταν η πρώτη που θα εμφανιζόταν μπροστά του μετά απο την πανωλεθρία. Κοντούλης, στρουμπουλός με μάτια κομμένα και με φανερή την έκφραση της λύπης στο πρόσωπό του μας είπε μεταξύ των άλλων : 

" Περπατάτε στην ζωή σας σαν ημίθεοι και νομίζοντας πως αυτή σας χρωστάει ευγνωμοσύνη για το ότι υπάρχετε. Χαμηλώστε λιγάκι την υπεροπτική ματιά σας και το βλέμμα, δείτε αυτό που είναι κρυμένο και μικρό, δείτε ένα σωρό ολάκερους κόσμους που συνυπάρχουν ταυτόχρονα με τον δικό σας ! "

Σήμερα, μετά απο  πολλά χρόνια απο αυτήν την συνάντηση και έχοντας να κάνω, λόγω δουλειάς, με ανθρώπους που ο εσωτερικός τους κόσμος είναι και λειτουργεί εντελώς διαφορετικά απο αυτό που λέμε νορμάλ, καταλαβαίνω το βάρος των λόγων αυτών.
Οι άνθρωποι με Άλτζχαΐμερ ζούν σ΄ένα διαφορετικό κόσμο απο τον "δικό" μας.

                --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  -- 

Ο παπούς μου έφυγε απο τον Πόντο πάνω στους σφαγμούς του 1915. Για να γλυτώσουν την ατιμία και το σφάξιμο πήραν τα λιγοστά πράγματα που μπόρεσαν και έφυγαν με τα κάρα και με τα πόδια προς την Ρωσσία. Καταλήξανε στον Καύκασο σε ένα χωριό που το λέγανε Χάν-Ντερέ και που τα σπίτια του ήταν κατα τα 2/3 παραχωμένα στις πλαγιές ενός λόφου.
Κατά το 1923 και αφού άκουσαν πως οι παλιοί συγχωριανοί τους βρίσκονται κάπου στην Δράμα αποφάσισε ο παππούς να γυρίσει και να ψάξει μιά καινούργια πατρίδα.
Στο ταξίδι της επιστροφής και περνώντας απο γνωστά του μέρη στον Πόντο τον έπιασε το παράπονο και ήθελε σώνει και καλά να γυρίσει στο χωριό του, φίλοι και συγγενείς όμως τον συνεφέραν και του εξήγησαν ότι αυτά τα μέρη δεν είναι πιά ελληνικά.
Ο παππούς σάλεψε λιγάκι και δεν ήθελε να κάνει βήμα αλλά οι φωνές και η πίεση των άλλων τον συνέφεραν και συνέχισε το ταξίδι για την καινούργια πατρίδα.

Ο Νικηφόρος είναι ένα χωριό μεταξύ Δράμας και Ξάνθης και βρίσκεται γύρω στα 14 χλ. ανατολικά της Δράμας. Για να πάει ο παππούς στη Δράμα έπρεπε να περάσει απο τον Νικηφόρο και να συνεχίσει τον δρόμο του, έλα όμως που μέσα του κάτι τον έτρωγε. Πατρίδα ζήταγε και πατρίδα δεν έβρισκε και ούτε έμελε να βρεί ποτέ.

Κουρασμένοι φτάσανε κάποιο βράδυ στο χωριό και αποφασίσανε να ξεκουραστούν και την άλλη μέρα να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Η γιαγιά έστειλε τον πατέρα μου για ξύλα και έβαλε κατσαρόλα για να ετοιμάσει κατσαμάκι. Τον παππού τον έστειλε στο καφενείο να ρωτήσει για τους πρώην συγχωριανούς και να φέρει και λίγο οινόπνευμα για εντριβές. 
Ο παππούς βρήκε το καφενείο και μόλις μπήκε μέσα ένιωσε την φλόγα που του έκαιγε τα σωθικά. Κάθισε σε μιά καρέκλα, παρήγγειλε μεζέ κι΄ένα μπουκάλι τσίπουρο. Ήπιε, μέθυσε και άρχισε να λέει πως έκανε την μεγαλύτερη αμαρτία της ζωής του αφήνωντας τα χώματα που τον γέννησαν και πως απο εκεί που είναι τώρα δεν πάει βήμα παρα πέρα.
Το είπε και το έκανε ο παππούς. Τι παρακάλια, τι προσφορές τι αναφορές για τους συγχωριανούς που τους περιμένουν λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, τίποτα δεν ήταν σε θέση να κουνίσει τον παππού κι΄έτσι έμεινε η οικογένεια στον Νικηφόρο χάρην του παππού. 
Συγγενείς και γνωστοί είπαν αργότερα πως ο παππούς ήταν τεμπέλης και βαριότανε να περπατήσει και μιάς και βρήκε και καλή παρέα στα καφενεία του χωριού δεν ήθελε να φύγει.

Όντως, ο παππούς ήταν τεμπέλης αλλά δεν ήταν μόνο αυτό, ήταν και το ότι τα νήματα που συνδέαν την ψυχή του με το όμορφο παρελθόν των παιδικών του αναμνήσεων τελείωσαν εκεί ! Στον Νικηφόρο !

Ένας τεμπέλης άνθρωπος λοιπόν που άφηνε όλα τα απαραίτητα, και μή, να τα κάνουν οι άλλοι. Αυτοί, οι άλλοι, ήταν η γυναίκα του (η γιαγιά μου, που την γνώρισα πολύ λίγο γιατί απο τις κακουχίες και την ταλαιπωρία στην ζωή της πέθανε νέα), τα παιδιά του και οποιοσδήποτε άλλος φίλος ή γνωστός. 
Τις πιό πολλές ώρες τις περνούσε στο καφενείο παίζοντας χαρτιά, πίνοντας ούζα και κερνόντας τα φιλαράκια του στο καφενείο. Τους λογαριασμούς φυσικά του πλήρωνε ο πατέρας μου ο οποίος πάντα μάλωνε με τον παππού γιατί αυτός, με τα απλόχερα κεράσματά του, ξόδευε περισσότερα λεφτά απ΄όσα έβγαζε όλη η οικογένεια μαζί. 

Λίγο πρίν τα τελευταία του τον επισκέφτηκα και τον βρήκα που αλλού, στο καφενείο να κάθεται μόνος σ΄ένα τραπέζι και να κοιτάει με χαμένο βλέμμα τα βουνά απέναντι απ΄το χωριό. Τον χαιρέτησα και κάθησα στο τραπέζι του. Ο παππούς με κοίταξε λίγο καχύποπτα και μετά απο λίγο με ρώτησε :  

-  Εσένα απο πού σε ξέρω ;
 - Είμαι ο μεγάλος σου ο εγγονός  γέροντα !

Ο παπούλης ξαφνιάστηκε. Τον είδα πως άρχισε ξαφνικά να ψάχνει μέσα του το άκουσμά και το νόημα της λέξης. Έψαχνε να βρεί το αντικείμενό της και να αποδείξει, έστω και για λίγο στον εαυτό του, πως όχι, δεν χάθηκαν όλα ακόμα απο την μνήμη του,  πώς κάτι έχει απομείνει. 
Στην προσπάθεια του αυτή τα χέρια του, κατεβασμένα και ακουμπισμένα στα γόνατα, μαζέυτηκαν και σφίχτηκαν σε γροθιές και τα χείλη του σφίξαν και σχημάτισαν μια λεπτή γραμμή.
Περάσαν μερικές στιγμές προσπάθειας που τελικά όμως δεν φάνηκε να απόφερουν το ποθητό αποτέλεσμα και ο παππούς έχασε το νήμα της αναζήτησης. 
Τα χέρια του χαλάρωσαν και τα χείλη του πήραν πάλι εκείνη την ξέγνιαστη και χαλαρή γραμμή. Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε απο τα στήθια του, το βλέμμα του ατένισε πάλι προς τα βουνά και σκάλωσε πάνω στις κορφές.
Εκεί άραξε, και άρχισε ν΄άναπνέι τον αγέρα τον βουνίσιο, τον καθάριο ουρανό και τις ψυχές του παλιού χωριού του που μετουσιωμένες σε σύννεφα τον καλούσαν κοντά τους.
Ίσως γι΄αυτό ν΄αγνατεύει προς τα κεί, σκέφτηκα. 

Σηκώθηκα και μπήκα μές το καφενείο για να παραγγείλω δυό ούζα με μεζέ.
Όταν επέστρεψα βρήκα τον παππού μου ακίνητο στην ίδια στάση. Κάθησα αργά-αργά και αμίλητος περίμενα να έρθουν τα ποτά.
Σε μιά στιγμή ο παππούς γύρισε προς το μέρος μου, με κοιτάξε με το ίδιο καχύποπτο ύφος που είχε πάρει πρίν και με ξαναρώτησε  :

-  Εσένα απο πού σε ξέρω ;

Ήταν η σειρά μου να σφίξω τα χέρια, να σφραγίσω τα χείλη  να στείλω το βλέμμα μου πάνω στα βουνα, παρέα με αυτό του παππού, και να παραγείλω ένα μπουκάλι τσίπουρο για να πνίξω το παράπονο και το δάκρυ μου.


Samstag, 2. Juni 2012

ΠΕΝΤΕ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ ΜΑΛΑΜΑ (1)


Ο Στάθης δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα. Στριφογυρνούσε στο κρεβάτι και με τις σβούρες που΄ούφερνε κουβάριαζε κάθε τόσο τα σεντόνια και κ΄άνα δυό φορές γενήκανε κόμπος και παραλίγο να τον πνίξουν.
Ευτυχώς που ο Μάης είχε μπεί για τα καλά και μπορούσε να κοιμάται με ανοιχτό παράθυρο γιατί ο Στάθης την κλεισούρα δεν την αντέχει καθόλου. Χειμώνα - Καλοκαίρι πρέπει να υπάρχει ένα παραθύρι ανοιχτό, άσε που με την παραμικρή ζέστη αρχίζει και τρέχει ο ιδρώτας ποτάμι απο πάνω του. Τότε είναι που η κυρά του δεν τον αφήνει να την πλησιάσει γιατί λέει συχαίνεται τον ιδρώτα.
Ευτυχώς που αυτή και τα παιδια λύπανε γιατί αλλιώς θα έπρεπε να τα μαζέψει και να πάει να κοιμηθεί στην αποθήκη. Το μάτι κάγκελο λοιπόν, τ΄αυτιά τεντωμένα για να ακούσει στο πρώτο άκουσμα των  κοτσυφιών, και νάσου και ο πρώτος κόκκορας που με το κοκκόρισμά του χαλάει όλη την ομορφιά του πρωϊνού κονσέρτου.
"Σφάξιμο θέλει" σκέφτηκε ο Στάθης αυθόρμητα.
Τσαντισμένος πέταξε τα σεντόνια απο πάνω του και σηκώθηκε. Στάθηκε μπρός στο ανοιχτό παράθυρο και απολαύανε την πρωϊνή μαγιάτικη δροσιά χαϊδεύοντας τα τριχιασμένα στήθια του.  Σε καμιά ώρα θα΄πρεπε να ξεκινήσει. Το μπουζούκι το είχε τυλίξει απο βραδύς στα μετάξια και το είχε βάλει στην θήκη μαζί με πένες απο ταρταρούγα. 
Βασικά δεν χρειαζόταν τίποτες άλλο, φαγητά πιοτά και ταμπάκο θα έπερνε απο τον τελευταίο του σταθμό πρίν αρχίσει να ανηφορίζει το δύσβατο μονοπάτι. 

"Κοίτα ρε κάτι χούγια π΄ούχει αυτός ο άνθρωπος ;" αναρωτήθηκε σιωπηλά ο Στάθης. " Τα παράτησε όλα, γυναίκα παιδιά σπίτια αυτοκίνητα, κινητά και ακίνητα, πήρε δυό μπουζούκια μαζί του και εδώ και δέκκα χρόνια χάθηκε πάνω στα βουνά ! Τι τού΄λειπε; Τίποτα ! Τα είχε όλα ! Δε λέω, κουράστηκε πολύ, διαβάσματα με τις ώρες. Εξετάσεις και πάλι εξετάσεις, διπλώματα, διατριβές Αγγλίες, Αμερικές ! Ε ! Εντάξει δεν είναι και μικρό πράμα να μπορείς να ανοίγεις κεφάλια και να τα ξανακλείνεις και ο άνθρωπος να σηκώνεται και να είναι καλλύτερα απο πρίν ! Ντάξει ! Μη λέμε ότι θέμε τώρα ! "

Σκίρτησε η ψυχή του Στάθη στη σκέψη της συνάντησης. Η καρδιά του άρχισε να φτερουγίζει και μιά γλύκα τον κατέκλυσε σαν και τότε, όταν για πρώτη φορά τον άκουσε να παίζει με κείνον τον παράξενο τρόπο που γέμιζε όλο τον χώρο με θεϊκές αρμονίες και δεν καταλάβαινες άν παίζει ένα ή δύο μπουζούκια. Επαιζε πάντα με τα μάτια κλειστά ! 
"Τον αθεόφοβο ! Ούτε κάν τα κορίτσια κοιτούσε που καθότανε πολλές φορές γύρω του και τον ρουφούσαν με τα μάτια. Τίποτα ! Αυτός εκεί ! Να παίζει με κλειστά τα μάτια και καμιά φορά να του ξεφεύγει και ένα Τζοκόντιο χαμόγελο που σ΄έκανε να σκεφτείς : "μα καλά τί βλέπει και γελάει; Αφού παίζει με τα μάτια κλειστά και κανένας μας δεν μιλάει !"  Άνετα τον έπαιρνες για τρελό !"  
Τον είχε δεί στις παραδόσεις σαν βοηθό επιμελητή και το πρώτο που του έκανε εντύπωση ήταν το χαμένο βλέμμα του και τα πρόωρα ασπρισμένα μαλλιά του. Όταν αργότερα έτυχε να γνωριστούν καλλύτερα αυτός του είπε, ότι ήδη απο την τρίτη Γυμνασίου είχαν γκριζάρει τα μαλλιά του.

Ο Στάθης έβαλε μπρός και ξεκίνησε. Είχε τρίς ώρες δρόμο μπροστά του και  θα ήθελε να φτάσει πρίν το μεσημέρι στο καλύβι για να τσιμπίσουν μαζί.  
"Οι άλλοι ίσως να μην έχουν έρθει ακόμη και μπορεί να πούμε και μιά κουβέντα μεταξύ μας " σκέφτηκε. 
Όχι πως είχανε μυστικά αλλά νά, άλλο να τον έχεις μονάχο μπροστά σου και να ρουφάς τα λόγια του και την αύρα του και άλλο να τον μοιράζεσαι. 
Πάτησε γκάζι ελπίζοντας όντως να τον προλάβει έστω και για μιά ώρα μοναχό του.


Οδήγησε μέχρι την πλατεία του χωριού και βρήκε μια σκιά για να παρκάρει. Παράλληλα το βλέμμα του άρχισε να ψάχνει για κανένα γνωστό αμάξι. Τίποτα, νέκρα στη πλατειούλα. Μόνο ο πλάτανος τον χαιρετούσε με την φυλλωσιά του και τον καλωσόριζε μιας και είχε να τον δέι κοντά στα τρία χρόνια.
Ο Στάθης βγήκε απο το αμάξι φουσκωτός φουσκωτός και άνοιξε το πόρτ μπαγκάζ για να βγάλει το μπουζούκι.


" Άαααα κύρ-Στάθη έφτασες κι΄εσύ. Καλώς ήλθες "

Ήταν η φωνή του Σπύρου. Ενός πιτσιρικά γύρω στα δεκκατέσσερα που τα κατάμαυρα μαλλιά του στέκονταν όρθια και είχες την εντύπωση πώς αντί για καπέλο είχε απλώσει τουλάχιστον έναν σκαντζόχειρο πάνω στο κεφάλι του.

" Κι΄έσύ ; Άρα κάποιος έφτασε πρίν απο μένα." σκέφτηκε ο Στάθης.

- Ο κύρ-Στέλιος ήρθε πρίν καμιά ώρα κύρ-Στάθη, ήπιε έναν καφέ και τράβηξε για πάνου. Μ΄ούπε να δώσω σ΄όποιον φτάσει πρώτος και αυτές τις τσάντες.

Ο Σπύρος  πλησίασε και άφησε στα πόδια του Στάθη δυό πάνινες τσάντες γεμάτες μεζέδες και ποτά.

- Θα πιείς έναν καφέ κύρ-Στάθη; Έτσι κι΄αλλιώς τα πρωτεία τα πήρε ο κύρ-Στέλιος.

Ο Στάθης έριξε ένα ημι-φονικό βλέμμα στον Σπυράκο, δεν έφταιγε και σε τίποτα το παιδί, την αλήθεια είπε, ήπιε τον καφέ μονορούφι καπάκωσε κι΄ένα τσίπουρο για να αρχίσει να δουλέυει το αίμα και κρατώντας το μπουζούκι στο ένα χέρι και τις τσάντες στο άλλο άρχισε να ανηφορίζει.

"..... τον τσόγλανο, που δεν σκέφτεται καθόλου την ηλικία μας ! Αυτός να ραχατεύει κεί απάνω στα ψηλά, στον καθαρό αγέρα και εμείς να πρέπει να κάνουμε τα αγριοκάτσικα, και με ψώνια στα χέρια ! Ναί, ναί καλά, τέτοιες σοφίες λέω κι΄εγώ : όσο πιό ψηλά ανεβαίνεις τόσο πιό πολλά βλέπεις. Καλά. Περίμενε να φτάσω και θα σου τα ψάλω για τα καλά πουρόγερε που μας το παίζεις και γκουρού!
Αμ΄ο άλλος το παλικαθήκι. Πώς γίνεται ρε παιδί μου να έρχεσαι απο Γερμανία, να έχεις αγεροδρόμια, κοντρόλια, βαλίτσες και περίμενε και να φτάνεις πιό γρήγορα απο μένα που είμαι στα τρακόσσα χιλλιόμετρα; Πώς;
Πάντα έτσι ήταν αυτός. Και απο την κόλαση να ξεκινούσε, δράκους και αρκούδες να του έβαζες στο δρόμο του για εμπόδια, στα τάρταρα να τον πετούσες αυτός θα έφτανε πάλι πρώτος. Πρώτος, πρώτος πρώτος ! Στη Φυσιολογία πρώτος, στη Χημεία πρώτος, στα εργαστήρια πρώτος αλλά στα μαθηματικά άάάάάά εκεί δεν μπορούσε να μου την βγεί κανείς. Εκεί με παραδέχονταν όλοι. Πρώτος στα μαθηματικά ήμουν εγώ, βέέέέέέβαια.....γι΄αυτό και τ΄άχω σκατώσει στη ζωή μου. Βλέπεις τα μαθηματικά και η μουσική θέλουν φαντασία αλλά η ρημάδα η ζωή θέλει κάθε τι άλλο εκτός απο φαντασία. Έχεις δεί εσύ κανέναν να βγάζει λεφτά με την φαντασία του, όχι πές μου ! Άμα δεν κλέψεις, δεν πατήσεις επι πτωμάτων άν δεν γίνεις χαφιές και ρουφιάνος δεν προκόβεις.
Κοίτα να δείς που κάθομαι και κλαψουριάζω σαν παρθένα ! Ρε σύ ! Με την ψυχή πάς στ΄αδέρφια σου, πώς θα τους αγκαλιάσεις ρέ, υπάρχουν άλλοι σαν κι΄αυτούς ωρέ γκιαούρη που ν΄ακουμπάνε την ψυχή τους στα πόδια σου ;
Άααααααχ καυμένε σε χάλασε η "πολιτισμένη" και η "κοινωνική" ζωή. Η σκέψη σου πάει, θόλωσε και αρχίζει και μυρίζει μούχλα κακομοίρη μου. Μου φαίνεται θα τα παρατήσω κι΄εγώ όλα και θα πάω να τον βρώ για πάντα. Να ακούω τα ταξίμια του, τις κουβέντες του, να έχουμε τα δεντράκια μας, τα φρουτάκια μας ν΄ακούμε το Θεό μέσα απο την φύση και να γαληνεύει η ψυχή μας. Άαααα τι ωραία που θ΄άναι......
Μα πού το διάολο πήγανε τα κολόπαιδα; Εμένα μου βγήκε η ψυχή για ν΄ανέβω στα Τζουμέρκα κι΄αυτοί οι χλιάρες μου την κάνανε.
Καλά θα την πέσω γιατί είμαι και πτώμα και όταν γυρίσουν τα λέμε ....η  μάλλον θα τους τα ψάλλω."

Sonntag, 1. April 2012

Ο ΜΑΝΟΣ

Ο Μάνος άραξε στο κατώφλι της πολυκατοικίας, έβγαλε το ταμπάκο κι΄εστριψε νωχελικά, σαν να μην το ήθελε κάν, ένα τσιγάρο. Ούτε που ήξερε που βρισκόταν και ούτε που τον ένοιαζε. Τι να τον νοιάξει πιά σ΄αυτήν την ζωή ; Όλα πόνος, χαρακιές ! Όλα ρημαδιό !
Από πού ν΄αρχίσει και πού να τελειώσει ;

Τράβηξε μιά ρουφηξιά και άφησε το κεφάλι του να ακουμπήσει ανάμεσα στα δυό του γόνατα. Το βλέμμα του συνάντησε  τις άσπρες πλάκες της εισόδου και οι μνήμες ξεσηκώθηκαν απο τον ύπνο τους και άρχισαν να μαζεύονται εμπρός του και να του μιλούν για τα καλοκαίρια, τότες που κοιμόταν στις εισόδους των πολυκατοικιών και άμα έβρισκε και κ΄άνα φιλότιμο θυρωρό την έβγαζε πασαλίδικα, έμπαινε μέσα και την άραζε μπροστά απο την τζαμαρία. 
Του φέρνουν κι΄άλλα οι μνήμες.  Του λέν για το σκοτάδι και την μοναξιά που τον αγκάλιαζαν τα βράδυα τα ζεστά, τότε που η φύση μυρίζει έρωτα, δροσιά, χάδι και πόνο μαζί.  
Ο Μάνος αγκάλιαζε τις πλάκες της πολυκατοικίας, χαϊδευε τις χαραματιές του, τις γωνίες τους και ανακάλυπτε έναν μικρόκοσμο που μέσα απο το αισθητήριο της αφής του δίναν λίγη παρηγοριά.
Πρίν χαράξει, πρίν βγούν οι πρώτοι νοικάρηδες, έφευγε και πήγαινε πρώτος στην δουλειά για να πληθεί και να ετοιμασθεί. 
Δουλειές; Ότι λάχει. Στα μπετά, στα ψαράδικα, στην αγορά του Πειραιά, σε επιπλοποιία, νταλικιέρης, στα νταμάρια, στα σκουπίδια κι΄ένα σωρό ακόμη μέχρι που τ΄ούκατσε το παπόρι και ξεμπέρδεψε με την στεριά.
Το γαλάζιο της θάλασσας, η μυρωδιά της, το φώς του ορίζοντα μα προ πάντων οι νέοι κόσμοι που γνώριζε και κατακτούσε η ψυχή του γινόντουσαν βάλσαμο για το παρελθόν, που σάν το θυμώταν πού και πού, τ΄ούσφιγγε την καρδιά.
Στο παπόρι οι πιό πολλοί ήταν Ταϋλανδοί που δουλέυαν για ένα ξεροκόμματο και για να στείλουν δυό δεκκάρες στο σπίτι.
Αυτοί του μάθαν σκάκι, του μάθαν να μαγειρεύει, να ψαρεύει, να κρατάει την αναπνοή του τρία λεπτά κάτω απ΄το νερό και του μάθαν και την φούντα.
Ξανθιά για το πρωϊ, ξανθιά με φλόγα, ξανθιά με πάθος, ξανθιά αλαζών, ξανθιά που σε στέλνει και.... ένα σωρό άλλες ξανθιές. Μελαχρινή για το δείλι, μελαχρινή του χαμού, μελαχρινή της ψυχής, μελαχρινή για δάκρυα, μελαχρινή για έρωτα και ένα σωρό άλλες μελαχρινές.
Απο τότε κουβαλούσε μαζί του ένα σακουλάκι που του χάρισε ο Λούνγκ, το φιλαράκι του, και έβαζε μέσα όση φούντα χωρούσε μαζί με λεπτά κομμάτια απο πικραχλάδια. Κάθε τρίωρο έστριβε κι΄ένα τσιγάρο και τότες ομόρφαινε λίγο ο κόσμος γύρω του. Τότες ήταν που ξεκινούσε τρίς παρτίδες σκάκι, στα τυφλά, και τις κέρδιζε, τότες ένιωθε τους ανθρώπους γύρω του λιγάκι δικούς του και άφηνε την ψυχή του να χαλαρώσει και να γαληνέψει απο τις τρικυμίες της ζωής του, τότες ένοιωθε λίγο άνθρωπος.

Ο Μάνος τράβηξε την επόμενη ρουφηξιά.

Αλυσίδες ! Βλέπει και ακούει τις αλυσίδες που του φόραγε η μάνα του όταν αυτή πήγαινε να μαζέψει καπνά και να δουλέψει στα χωράφια. Ακούει τις αλυσίδες και τσιτώνεται η ψυχή του. Όλη τη μέρα αλυσοδεμένος μέσα στην μικρή κουζίνα. Ένα πιάτο φαγητό σκεπασμένο με μιά πετσέτα και στην γωνία ένα μεταλικό καθήκι για να κάνει τις ανάγκες του. 
Τις πρώτες ημέρες δεν καταλάβαινε και τα έκανε στις γωνίες. Τότε ήταν που έπεφτε το ξύλο και αρχίζαν οι φωνές της μάνας που έρχόταν πτώμα απο το χωράφι και έπρεπε να τα καθαρίσει.
Σιγά-σιγά έμαθε όμως και μιά μέρα την παρακάλεσε να μην τον ξαναδέσει και αυτός δεν θα φύγει απο το σπίτι, δεν θα κάνει ζημιά και θα τα κάνει στον "τενεκέ".
Η μάνα του τον λυπήθηκε  και τον άφησε για πρώτη φορά ελεύθερο μές στο κλειδωμένο σπίτι.

Μικρό παιδάκι ο Μάνος δεν λαχτάρισε ούτε παιχνίδια, ούτε σοκολάτες ούτε καραμέλες. Λαχτάρισε μιά μικρή ελευθερία που σαν την απόχτησε νόμιζε πως κυρίεψε τον κόσμο ολάκερο.
Από τότε δεν άντεχε να βλέπει δεμένα ζώα. Το δέσιμό τους γινόταν θηλιά στον λαιμό του και τον έπνιγε.

Ανήμερα των γεννεθλίων του, γινόταν 12 χρονών, φέραν οι συγχωριανοί την μάνα του πάνω σ΄ένα κάρο και την ξάπλωσαν στο κρεβάτι. Το χρώμα της ήταν κίτρινο και τα χείλη της πρισμένα. Μέσα σε μιά ώρα και μέχρι να έρθει γιατρός στο χωριό η μητέρα του είχε πεθάνει απο δάγκωμα οχιάς.
Από τότες ο Μάνος άρχισε να νιώθει και να ζεί στις ματιές των άλλων το ότι αυτός είναι ένα ορφάνο και ένας ξένος.

Πάντα ένας ξένος ! Στις παρέες, στην δουλειά, στα σκαλοπάτια των πολυκατοικιών, ακόμη και για την Ρούλα έγινε μέσα σ΄ένα τρίμηνο, απο τότε που γνωριστήκανε, ένας ξένος και όταν αυτή του είπε "Μάνο δεν ξέρεις ν΄αγαπάς ! Σ΄έχει αγγαλιάσει άνθρωπος, η μάνα σου, ο πατέρας σου ; Άν δεν σ΄έχουν αγαπήσει Μάνο δεν θα μάθεις ποτέ σου ν΄αγαπάς !" γονάτισε και ξεσπώντας σε λιγμούς βούλιαξε το πρόσωπό του στα δυό του χέρια θέλοντας να κρύψει την αδυναμία του.


- Κύριος ! Περιμένετε κάποιον ή είστε ξένος ; Δεν μπορείτε να κάθεστε στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας ! Άν δεν υπάρχει λόγος σας παρακαλώ να φύγετε !

- Ναί ! Είμαι ξένος και θα φύγω κύριε μην ανησυχήτε !

Ο Μάνος σκορπάει τα κομμάτια της ζωής του σε τρίς άσπρες πλάκες  μιάς αγνωστης πολυκατοικίας και φεύγει.
Αυτά μαζεύονται, αγγαλιάζονται, σαν φιλαράκια που  γνωρίζονται απ΄τα παλιά, και τον ακολουθούν.

Samstag, 17. März 2012

Ο ΧΑΝΣ ΚΑΙ Η ΡΕΑ ΣΤΟ ΓΕΝΤΙ - ΚΟΥΛΕ



- Χανσούλη δε πάμε στην Ελλάδα που δεν έχουμε ξαναπάει και είναι και η χώρα του φωτός, της δημοκρατίας και του 
πνέυματος ; 
- Ρεάκι, μαζί σου και στη κόλαση ! 

Νάτα λοιπόν τα καλόπαιδα, ο Χάνς και η Ρέα, ερωτευμένοι, πάνω στις γλύκες και στα ταξίμια του έρωτα, φορτώθηκαν τους τουριστικούς σάκκους, φόρεσαν και τα ψάθινα καπέλα, να μην τους βαράει ο ήλιος , και την στήσαν σ΄ένα βενζινάδικο της εθνικής.
Περάσαν κάτι Τούρκοι νταλικιέριδες, κάτι Ιρακινοί κάτι Γιουγκοσλάβοι αλλά δεν του άρεσε η ματιά τους. Εκεί κατά το απογευματάκι βρήκαν ένα παλικάρι π΄ούχε αράξει δίπλα στην νταλίκα κι΄είχε στήσει μιά μικρή ψησταριά. Το τυπάκι είχε ανοίξει ένα μπουκάλι τσίπουρο, είχε βγάλει τυράκι, κάτι ρέγγες και κάτι ντομάτες σ΄ένα μικρό τραπεζάκι και τσιμπολογούσε πού και πού περιμένοντας να ζεστάνει η ψησταριά.
Στο κασσετόφωνο άκουγες τις ταξιμάρες του Παλαιολόγου, που σ΄ούστελνε την ψυχή στον παράδεισο, και ο Στέλιος τραγουδούσε στην διαπασών το "Υπάρχω".

- Πάμε ρε Χάνς να τον ρωτήσουμε ! Μπορεί να πηγαίνει Ελλάδα και να μας πάρει μαζί του !
- Ρεάκι δεν τον βλέπεις ! Έχει πιεί το μισό μπουκάλι και όπως τον κόβω ετοιμάζεται για όργια ! Εγώ με τέτοιους τύπους δεν πάω πουθενά !
- Καλά ! Τότες πάω να τον ρωτήσω εγώ και άμα δεν σου αρέσει έρχεσαι εσύ με τον επόμενο !

Ο Σάββας τα Αγγλικά τα μιλούσε σπαστά αλλά τα ελληνικά του ήταν άπταιστα κι΄έτσι η Ρέα αναγκάστηκε κάθε τόσο και λιγάκι να ανοίγει το λεξικό για να βγάλει άκρη.
Τζάμι παιδί ο Σάββας ! Μερακλής, μουσικόφιλος ερωτευμένος με την Νίκη, που τον περίμενε πώς και πώς στην Σαλονίκη, και γούσταρε άμα λάχει να τους πάρει για παρέα μέχρι την Σαλονίκη αλλά το πρόβλημα του ήταν ότι ήθελε να ακούει σ΄όλη την διαδρομη μουσική.

- Κανένα πρόβλημα Σάββας !  Είπε η Ρέα, "Κι΄εμείς ακούμε ευχάριστα  μουσική !"
 Ο Χάνς πλησίασε διστακτικά και την πρώτη μπουκιά τυρί που του πρόσφερε ο Σάββας την κοιτούσε κ΄άνα πεντάλεπτο μπάς κι΄έχει δηλητήριο, βλέπεις φοβόταν κιόλας μην του φάει ο τύπος το Ρεάκι . 
Ο Σάββας ούτε που νοιαζότανε για γυναίκα, γιατί άμα είσαι ερωτευμένος ούτε η Αφροδίτη χωράει στην καρδιά σου.

- Ελάτε παιδιά καθήστε ! Σήμερα έχει γλέντι και πιοτό και άμα μερακλωθούμε ρίχνουμε και μιά στορφή. Θα κοιμηθούμε και αύριο κατά τις τέσσερις το πρωϊ φεύγουμε.

 Την άλλη το πρωΐ ο Σάββας σηκώθηκε κατά τις τρείς, πλύθηκε, προσευχήθηκε, έψησε καφεδάκι και για τους τρείς και λίγο αργότερα έβγαινε στην εθνική.

"Υπάρχω", "Ποιά είσαι εσύ", "Κάτω απ΄το πουκάμισό μου" , "Κάψτε κάψτε την καρδιά μου" και όλα τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου αυτού δεν σταμάτησαν να παίζουν. Αφού στο τέλος, μόλις ο Χάνς και το Ρεάκι φτάσαν Σαλονίκη, το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να πάνε να αγοράσουνε την κασσέτα του Στέλιου και να την ακούν εναλάξ και επι μονίμου βάσεως.

Ο Λευκός Πύργος τότες ήτανε όντος λευκός και ο Λευτέρης, ο άνθρωπος που τον φύλαγε και περιποιόταν τα λουλούδια, ήταν μιά ευγενική ψυχή που κάλεσε τον Χάνς και την Ρέα στο σπίτι του να κοιμηθούν και να ξαποστάσουν.

Το επόμενο βραδάκι βρήκε τον Χάνς και την Ρέα να περπατάνε στα σοκάκια του Γεντί-Κουλέ και να θαυμάζουνε τις πέτρες και τα καλντερίμια.
Καλό το περπάτημα, δε λέω αλλά κάποτε τα παιδιά πεινάσανε και μιάς και πήρε το μάτι τους ένα κόκκινο φωτάκι σου λένε, εδώ είμαστε ! Εδώ θ΄αράξουμε και θα φάμε !
Ανοίγουν το πορτάκι και βρίσκονται μπρός σ΄ένα παράξενο θέαμα. Ένας μακρόστενος διάδρομος και στην μέση περίπου του διαδρόμου είναι στημένο μονάχα ένα τραπεζάκι στο οποίο κάθεται ένας παπάς ! Ο πάτερ, με κοιλίτσα, έχει στο τραπέζι ένα μπουκάλι μεταξά, ξηρούς καρπούς και υπάρχει κι΄ένα ποτηράκι με νερό στο οποίο είναι βουτηγμένο ένα ματσάκι βασιλικός.

-Χανσούλη, τι εστιατόριο είναι αυτό ; Ούτε κουζίνα βλέπω, ούτε κόσμο, τι τρέχει ; Για να ρωτήσουμε. Πώς το είπε ; Κένυα ; Μα τι στο διάλο έχει να κάνει η Κένυα με τα μαγαζί αυτό ;
Τί μας κερνάει, έτσι ξεροσφύρι ; Ά, έχουμε και τους ξηρούς καρπούς. Ρέ γαμώτο τί έχει πάθει αυτός με την Κένυα και όλο μας λέει Κένυα, Κένυα !


- Βίβα πάτερ, νάσαι καλά !


Πιέ-πιές τα παιδιά με τον πάτερ το αδειάσανε το μεταξά αλλά ακόμα δεν είχαν καταλάβει σε τι μαγαζί βρισκόταν και τι δουλειά είχε η Κένυα με την όλη ιστορία.

Κάπου λοιπόν εκεί πρός το τέλος σηκώθηκε ο παπάς, πήρε τον βασιλικό και άρχισε να καταβρέχει τον χώρο ιεροτελεστικά.
Ο Χάνς και η Ρέα σκέφτηκαν ότι πάει τ΄άπαιξε  ο κακομοίρης. Την ώρα που πήγαινε να κλείσει το μαγαζί ο πάτερ του ξέφυγε και η λέξη "λεξικό" που τα παιδιά την κατάλαβαν.
Δίνουνε λοιπόν στον πάτερ το λεξικό και αυτός, ζαλισμένος ήδη, έψαξε λιγάκι αλλά τελικά βρήκε την λέξη, που δεν ήταν Κένυα αλλά "εγκαίνεια !".
Ο πάτερ, αφού είχε πάρει φόρα με το ψάξιμο, βρήκε και μιά άλλη λέξη που την έδειξε στα παιδιά, "οίκος ανοχής". 

Ο Χάνς και η Ρέα δεν ήταν κουτοί ! Ένα κι΄ενα κάνουν δύο ! Μετά την "Αποκάλυψη" ήταν πλέον σίγουροι ότι εκτός απ΄τον παπά ήταν οι μοναδικόι παρευρικόμενοι στα εγκαίνεια ενός μπουρδέλου στην γειτονιά του Γεντί-Κουλέ !


Άάάάάτσα ρε μάγκα !



Donnerstag, 8. März 2012

ΤΑ ΠΡΩΙΝΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑ

                

                 Πολωνία, ώρα  9:30  το  πρωΐ !




Ουδεμία υπάρχει πρόθεσης  να ειρωνευτώ ή να προσβάλω εθνικότητες και λαούς.
Άν σε πίνει και δεν το πίνεις τότε απ΄όπου και ν΄άσαι ........

Dienstag, 31. Januar 2012

KΥΩΝ ΜΕΤΑ ΑΙΛΟΥΡΟΕΙΔΟΥΣ

Χθές βρέθηκα με μιά φίλη η οποία εκτός απο Ορνιθολόγος είναι και φανατική ζωομαζέυτρα.
Εντάξει για τα πτηνά δεν το συζητάμε είναι το αντικείμενό της αλλά εκτός απο αυτά έχει και μιά ελληνική χελώνα, ένα σκιουράκι απο την Δανία, έναν σκαντζόχοιρο απο το Καζαχστάν, ένα καθαρόαιμο γερμανικό γουρούνι έναν μαύρο γάτο και το τελευταίο της απόκτημα είναι ένας σκύλος τον οποίο φωνάζει Νταγιάν (παλιότερα πρόεδρος της Αιγύπτου που το ένα του μάτι το είχε καλυμένο με ένα μαύρο πανί)  επειδή έχει το αριστερό τμήμα της μουτσούνας του κατάμαυρο και το υπόλοιπο σώμα του είναι κάτασπρο.
Η Ρένα λοιπόν, η φίλη, είναι και καλή μαγείρισσα αλλά όταν μαγειρεύει δεν θέλει κανέναν στην κουζίνα κι΄έτσι με "εξόρισε" στο σαλόνι που συνορεύει με την κουζίνα της.
Ετοιμάζοντας το φαγητό, (γεμιστά παρακαλώ!) μου διηγόταν και την ιστορία το πώς βρεθηκε ο σκύλος στο κονάκι της. Όσο αυτή μιλούσε εγώ χάζευα απο το παράθυρο το χιονισμένο τοπίο στην αυλή της και τον γάτο της ο οποίος  την είχε στήσει πίσω απο έναν θάμνο και περίμενε να κατέβει κάνα πουλάκι για να τσιμπήσει σπόρους που είχε σκορπίσει η Ρένα στην αυλή της, και αυτός, με την σειρά του, να τσιμπίσει το πουλάκι.
Ο Νταγιάν, απ ότι κατάλαβα, προτιμούσε την ζεστασιά, τις μυρωδιές του σπιτιού και.... το φαγητό του γάτου το οποίο ήταν βαλμένο σ΄ένα μεταλικό πιατάκι. Προσπαθώντας λοιπόν να καθαρίσει καλά το πιάτο του γάτου το κούνησε και αυτό έκανε έναν θόρυβο που έκανε τον γάτο να παρατήσει το καρτέρι, να μπεί με χίλλια μές στο σπίτι και, γνωρίζοντας τα αίτια του θορύβου, να ορμήξει στον Νταγιάν και να του επαναλάβει μέσω γρατσουνιών και γδαρσιμάτων να κοιτάει την δουλειά του και να μην ασχολείται με τα ξένα φαγητά.
Ο Νταγιάν υποχώρησε απρόθημα αλλά εγώ παρατήρησα ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη του που έλεγε " βρέ γελοίε γάτε, τώρα φεύγω αλλά όταν θα ξαναγεμίσει το πιάτο σου και εσύ, σαν βλάκας θα περίμένεις έξω τα πτηνά εγώ πάλι θα απολάυσω το φαΐ σου".
Η σκηνή αυτή μ΄έκανε να θυμηθώ ένα ποιήμα του καθηγητή μου μαθηματικών Γεώργιου Μπακούρου απο το βιβλίο του Ιππημολγοί :


Δυό μικροί φίλοι που γίναν εχθροί


Ένας σκύλος μ΄ένα γάτο
όσο ήτανε μικράκια 
ζούσανε σαν αδελφάκια 
κι΄έτρωγαν στό ίδιο πιάτο

Τρώγανε σε μιά κουζίνα 
σε μεγάλο μέσα πιάτο 
που΄χε πάντοτε γεμάτο 
η καλή κυρά-Κατίνα

Λέγανε λευκό τον σκύλο 
φώναζαν τον γάτο αράπη 
ζούσανε κι΄οι δυό μ΄αγάπη 
κι΄ο καθείς τους  είχε φίλο.

Ήταν πάντοτε παρέα 
τρώγαν παίζαν κυνηγιόνταν 
εις το πάτωμα κυλιώνταν 
και περνούσανε ωραία.

Κι΄είχανε κι οι δυό μιά μύτη 
πού΄τε ποντικός γυρνούσε 
ούτε και εχθρός περνούσε
μέσα κι έξω απ΄το σπίτι!

Όταν μεγαλώσαν όμως 
δεν τους χώραγε το πιάτο 
έγινήκαν άνω κάτω 
κι ΄άλλαξε γι΄αυτούς ο κόσμος.

Γάβ ο σκύλος εις τον γάτο 
νιάρ ο γάτος εις τον σκύλο 
αρπαχτήκανε στο ξύλο 
κι΄έτσι σπάσανε το πιάτο.

Τότε η κυρά Κατίνα 
άρπαξε κι΄αυτή ένα ξύλο 
Νά στον γάτο νά στον σκύλο 
κι΄έξω απ΄την κουζίνα.

Τώρα έξω απο το σπίτι μές 
στους δρόμους νύχτα-μέρα 
τριγυρνούνε δώθε πέρα 
ζούνε την ζωή τ΄αλήτη.

Νοσταλγούνε την κουζίνα 
και τα παιδικά τους χρόνια 
όταν ζούσαν με ομόνοια 
και δεν ξέρανε την πείνα

Νιώθουν την ζωή τους λίγη 
φέρνουν γύρω καμμιά βόλτα 
μήπως και ανοίξη η πόρτα 
μα η πόρτα δεν ανοίγει.

Πέθανε η κυρά-Κατίνα 
που τους έβαζε το πιάτο 
που΄ταν πάντοτε γεμάτο 
μέσα στην ζεστή κουζίνα.

(Τήνος Αύγουστρος 1974)



Η φωνή της Ρένας μ΄έβγαλε απο το μελαγχολικό ταξίδι των αναμνήσεων : " Τεμπελόσκυλο κάνε και καμιά δουλειά! Στρώσε το τραπέζι και κουβάλα τα πιάτα γιατί θα σου σερβίρω μόνο ηλιόσπορους !"
Τα γεμιστά ήταν μούρλια !


Samstag, 28. Januar 2012

ΜΑΤΙΕΣ

" Τα μάτια μου μου τ΄άδωσε μια Ταϊβανέζα που είχε την πιό γλυκιά, την πιό μελωδική φωνή που έχω ακούσει στην ζωή μου. Την γαλήνη στην ψυχή μου και την καρτερικότητα ο πατέρας μου που ήτανε Μαόρι. Από τις πρώτες λέξεις που έμαθα στα ελληνικά ήταν η λέξη "μάτια".


Από το cd "Βραχνός προφήτης" του Θανάση Παπακωνσταντίνου.

Η αιτία ήταν πρώτον, γιατί στα μάτια των ανθρώπων βλέπω τον καθρέφτη της ψυχής ( απαραίτητο όμως να ξέρεις να τον διαβάζεις) και δεύτερον, γιατί απο την Ταϊβάνη μέχρι την Ταϊτη καί τις διαλέκτους των Μαόρι τα μάτια λέγονται "μάτα", μιά λέξη που σίγουρα δεν είναι ελληνική αλλά που δείχνει ότι οι πρόγονοι μας στο παρελθόν πίναν νερό απο τις ίδιες πηγές. 
Όταν η μάνα μου πρωτοέφτασε στο Βερολίνο η πρώτη της δουλειά ήταν να γραφτεί στο πανεπιστήμιο σε ένα τμήμα ελληνικών. Αυτό το έκανε γιατί κάποτε στην πατρίδα της άκουσε δυό έλληνες να μιλάνε ελληνικά και το ηχόχρωμα, θ΄άλεγα πιό σωστά το κελάρισμα, της γλώσσας της έφερε δάκρυα στα μάτια. Απο τότε το πήρε απόφαση κάποτε στην ζωή της να ασχοληθεί με αυτήν την γλώσσα, πράγμα που αργότερα έκανε. Την "αρώστια" αυτή μου την κληρονόμησε και χαίρομαι πάρα πολύ γι΄αυτό γιατί πολλές φορές νομίζω ότι μέσα απο την γλώσσα σας και την μουσική σας ακούω απόηχους των δικών μου μακρινών προγόνων. 
Έχω πολλά παραδείγματα ηπειρώτικης  και αυτής  που εσείς ονομάζετε "ρεμπέτικη μουσική",  που θα μπορούσαμε να δείξουμε την κοινή ρίζα.
Να σου πώ την αλήθεια δεν ήθελα να γίνω μουσικολόγος, γλωσσολόγος ήθελα να γίνω αλλά άς όψεται η ευχή της μητέρας μου.
Τα μάτια λοιπόν, γιατί απο εκεί ξεκινήσαμε, είναι οι πόρτες για το πιό σημαντικό μέρος του εγκεφάλου μας και του υποσεινήδητου. Όταν κοιτάμε κάτι με ενδιαφέρον τότε είναι σαν να δεχόμαστε ριπές απο φωτοακτινοβολίες τις οποίες, αναλόγως το ποιόν και το περιεχόμενό τους, καταγράφουμε σε συγκεκριμένα μέρη του εγκεφάλου μας. Όταν κοιτάμε ένα όμορφο λουλούδι τότε οι πληροφορίες που δεχόμαστε καταγράφονται και επηρεάζουν στον καθένα μας διαφορετικά εγκεφαλικά κέντρα. Ο βιολόγος φερ΄ειπείν, θα σκεφτεί αμέσως το είδος, την μορφολογία, την εξέλιξη και την αναπαραγωγή. Ο ζωγράφος θα το δεί με ένα εντελώς διαφορετικό μάτι, ο μουσικός πάλι με άλλο και ο ατυχώς ερωτευμένος ίσως να βάλει και τα κλάματα γιατί κάτι θα του θυμίσει απο τον άτυχο έρωτά του.
Το πώς και το πού κοιτάμε λοιπόν δείχνουν το ζητούμενο. Αυτό μπορεί να είναι μίσος, επιθετικότητα, ειρωνεία, χλευασμός, συμπάθεια, λύπη, χαρά, αγάπη και πάει λέγοντας.
Το σημαντικό όμως στην όλη ιστορία είναι ότι κανείς δεν έχει προσέξει το "χάσιμο" και όταν λέω χάσιμο εννοώ αυτό το συναίσθημα του ότι ο άλλος, απέναντι σου, έχει μιά τέτοια ένταση αφομίωσης που εσύ νιώθεις πώς βυθίζεσαι στην ματιά του.
Υπάρχουν πολλά τραγούδια που λένε, "χάθηκα στην ματιά σου" ή " σβύστικα στα μάτια σου". Στην λογοτεχνία και την ποίηση εχουμε παρομοιώσεις των ματιών με λίμνες, θάλασσες πηγάδια ουρανούς και... βάλε. Σε όλα αυτά κύρ-Μινοράκια μπορείς να "χαθείς". 
Μη με κοιτάς έτσι ! Δέν έχω πάρει τίποτε και ούτε σταγόνα αλκοόλ έχω καταναλώσει γιατί όπως ξέρεις οι ασιάτες, άσε που εγώ έχω και άλλες ρίζες, δεν αντέχουν το αλκοόλ και τον λόγο τον ξέρεις.
Φυσικά στην προκοιμένη περίπτωση μιλάω για ανθρώπους που έχουν ανακαλύψει τον τρόπο της ματιάς, τον τρόπο του κοιτάγματος. 
Αυτοί οι ανθρώποι είναι ελέυθεροι απο το να δανείζονται ματιές, συναισθήματα και ψυχισμούς, και είναι ταυτόχρονα σε θέση να γνωρίζουν και να νιώθουν τις αληθινές ματιές.
Γι΄αυτό σου λέω Μινοράκια : κοίταξέ με στα μάτια να σου πώ ποιός είσαι."