Sonntag, 11. Dezember 2011

ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ

Κουρντίζω αργά, νωχελικά την κιθάρα μου και δεν έχω αποφασίσει ακόμη σε ποιόν τόνο θα αράξω. Το κάνω σκόπιμα γιατί έτσι καθυστερώ τον χρόνο, παίρνω μια ψυχική ανάσα και δίνω την ευκαιρία στην ψυχή μου να διαλέξει αυτή το ηχόχρωμα που θ΄ακουστεί.
Το νιώθω όμως, στο χώρο πλανιέται μια βαθιά θλίψη που με μουδιάζει και κάνει τα δάχτυλά μου να τρέμουν.
Βαρυές και φορτωμένες  πέσανε οι πρώτες νότες της  Σί μινόρε και ο Ζέπ, ο φίλος απο την Αλάσκα, χαμήλωσε το φώς και κάθησε στον καναπέ, απέναντί μου. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και έκλεισε τα μάτια του.  
Στα μάγουλα του Ζέπ άρχιζαν να χαράζονται δυό σιωπηλές υγρές γραμμές απο δάκρυα. Δυό γραμμές λυτρωτικές, δυό γραμμές φορτωμένες με λύπη και χαρά.
Τις άφησα να κυλήσουν κρατώντας μουσική υπόκρουση.

"Αμίγκο, η μουσική είναι σαν την προσευχή, μιά γέφυρα μεταξύ ανθρώπινου και θείου. Εγώ όταν προσεύχομαι δακρύζω !"
 
Έκλεισα κι΄εγώ τα μάτια μου για να συλλάβω πιο έντονα την στιγμή, την μουσική και τον φίλο μου που μισοκαθισμένος στον καναπέ, σε στάση γιόγκι, μου χάριζε το κλάμμα του σαν σφραγίδα ανθρώπινης κατανόησης, φιλίας και αποχωρισμού.

Στίς τρίς τα χαράματα είχανε αδειάσει πέντε μπουκάλες κόκκινο κρασί, τα δάκρυά μας, και για το ταξίδι είχε ετοιμαστεί ένα βαρέλι Earl Gray.
- Φύγαμε αμίγκο ;
- Φύγαμε φίλε !
Ο Δρόμος για Φρανκφούρτη είναι απαλός. Ίσως είναι που έχω δίπλα μου ένα φίλο, ίσως είναι και το ότι σε λίγες ώρες θα τον χάσω και δεν ξέρω αν θα τον ξαναδώ, ίσως  είναι και απο το πολύ το κλάμμα που, άσχετα με την αιτία που το προκάλεσε, σε τελική μορφή ξαλαφρώνει την ψυχή.  
Εγώ στο τιμόνι και ο Ζέπ στο να βάζει τσάϊ και να δίνει φρουτάκια και ψωμάκια. Το χιόνι φτιάχνει μια σφαίρα γύρω μας που μας προστατεύει. Ταξιδεύει κι΄αυτή με 100 χλ. την ώρα και μας μηνύει πως το μέλλον μας είναι κάτασπρο.Τί χαρά ! 

Το αγγάλιασμά μας σύντομο αλλά έντονο, αδερφικό.
Τον κοιτάζω βαθιά στα μάτια και ψάχνω να βρώ το βάθος τους. Κάνω μεταβολή και πέρνω τον δρόμο για την έξοδο του αεροδρομίου χωρίς να κοιτάξω άλλο πίσω μου.
Απαλά-απαλά αφήνω τον Ζέπ να γλυστρίσει απο την αγκαλιά της ψυχής μου και να βρεθεί στον δικό του κόσμο.

Έξω χάραξε και βλέπω τα πρώτα χρώματα της μέρας που μοιράζουν ζωή. Νοιώθω ακόμη αυτήν την αλαφράδα στη ψυχή που κάνει τα βήματά μου αέρινα και την ψυχή μου να φτερουγίζει.

Καινούργια λύπη στόλισε την ψυχή μου και θέλει να την κάνω μουσική, θέλει να την χαρίσω παραπέρα, να κάνω άλλους ανθρώπους να νοιώσουν κάτι καινούργιο.

Στο πρώτο βενζινάδικο της εθνικής σταματάω για καφέ και για να ταρακουνήσω λίγο τον εαυτό μου, μπάς και συνέλθει γιατί εδώ και μέρες ζώ εν εκστάσει.