Samstag, 15. Oktober 2011

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ


Ο Πατέρας έχτισε ένα παράνομο σπίτι (εκτός σχεδίου που λένε γιατί τα οικόπεδα εκεί ήταν πιο φτηνά και ο άνθρωπος δεν είχε χρήματα. Θα μου πείς γιατί δεν του δάνειζε το κράτος ρε φίλε ; Θα σου πώ τότε ότι καλό θα είναι να ξαναμπείς στο Δαφνί !)
Το σπίτι το έχτισε μόνος του και τ΄ούφτιαξε και κάποια μυστικά που με τον καιρό κατάλαβα το νόημά τους και την σημασία τους. Έσκαψε ένα χώρο στο έδαφος 1Χ1 μ. και εκεί μέσα έκρυψε κάτι στολές, κάτι κουρέλια που τα είχε τυλιγμένα, ένα ραδιόφωνο και ένα κουτί απο λευκό ξύλο που όταν του το ζήτησα για να βάζω μέσα τα περιοδικά των Μίκυ-Μάους που κατείχα μ΄ούριξε ένα παράξενο και βαθύ βλέμμα και μου είπε να πάρω το κουτί απο τα παπούτσια που μου είχε αγοράσει τον τελευταίο χρόνο και να τα βάλω εκεί μέσα. Ο χώρος αυτός βρισκόταν έξω απ΄το σπίτι και απο επάνω ακριβώς έχτισε με λαμαρίνες και ξύλα μια μικρή αποθηκούλα.
Το σπίτι το  κάλυψε με κεραμύδια και έκανε ένα ταβάνι απο ξύλα και σκληρό χαρτόνι. Το χαρτόνι το είχε κόψει σε τετράγωνα τμήματα μεγέθους 1Χ1 μ. και το είχε καρφώσει προσαρμοστά στα ξύλα επάνω με τέτοιο τρόπο που ήταν αδύνατο να διακρίνεις την κρύπτη που είχε φτιάξει κοντά στην γωνία και που κάποιες βραδυές τον "συνέλαβα" να είναι ανεβασμένος σε μιά σκάλα και να την έχει ανοιχτή έχοντας μπροστά του μιά πελώρια βαλίτσα με βιβλία.

Οι στολές μυρίζαν λευτεριά, τα κουρέλια κρύβαν ένα αυτόματο ΜΡ 40 και δύο περίστροφα, το κουτάκι είχε αμέτρητες σφαίρες και το ραδιόφωνο έκανε τον πατέρα τα βράδυα να κλαίει.

Κάποιο βράδυ, λίγο μετά που ήρθε η δικτατορία, η μάνα είχε αρχίσει να μαζεύει το τραπέζι και οι δύο μας αποτελειώναμε το φαγητό, άρχισε να μου μιλάει με σιγανή φωνή. Θυμάμαι μ΄ούπε ότι υπάρχουνε κάποιοι που σκοτώνουνε, κάποιοι που πάνε φυλακές, κάποιοι που βασανίζουνε ανθρώπους κάποιοι που θυσιάζονται για την λευτεριά και την πατρίδα και πώς μπορεί κάποιοι κάποια μέρα να έρθουν να τον πάρουν.
Εμένα, σαν μικρό παιδί, το τελευταίο δεν μου άρεσε καθόλου. Που να φανταστώ πως τα άλλα ήταν πολύ χειρότερα απ΄αυτό (αναλόγως φυσικά πως θα κατέληγε )! 
Μου είπε να ξεχάσω τον λάκκο στην αποθηκούλα και πως ότι κι΄αν γίνει, ότι κι΄αν συμβεί να μην πώ σε κανέναν απολύτως τίποτα για την ύπαρξη αυτού του χώρου γιατί τότε είναι που θα μας πηγαίνανε όλους φυλακή.
Μόλις τελείωσε σηκώθηκε και τράβηξε απο κάτω απο το κρεβάτι την γνωστή πελώρια βαλίτσα, μόνο που  ήταν σχεδόν άδεια ! 

- Πατέρα τι τα έκανες τα βιβλία ;
- Τα πιό επικίνδυνα τα έβαλα στον λάκκο τα υπόλοιπα μπορείς να τους ρίχνεις μιά ματιά αλλά να ξέρεις ότι κι΄αυτά είναι απαγορευμένα !

Δεν χρειαζόμουν περισσότερες κουβέντες. Κατάλαβα πιά ότι η βαλίτσα και το περιεχόμενό της ήταν πλέον και υλικό δικό μου.

Ήταν απ΄τα μεγαλύτερα βιβλία που έχω δεί. Σήμερα μόνο τεράδια σχεδίου υπάρχουν σ΄αυτό το μέγεθος. Πελώριο ! Σήμερα σκέφτομαι πως ίσως και νάτανε πολύ μικρό για να χωρέσει τον πόνο και την αδικία, το έγκλημα και τα βασανιστήρια των ανθρώπων που πέρασαν απο αυτόν τον χώρο.

Ο Τίτλος του : "ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ".

Εκεί μέσα είδα για πρώτη φορά ανθρώπους να κρατούν καυτά σίδερα και να τα ακουμπούν στις πατούσες συνανθρώπων τους, ανθρώπους σκελετούς, ανθρώπους που το βλέμμα τους τρόμαζε την δική μου παιδική ματιά. Εκεί είδα για πρώτη φορά γυναίκες ντυμένες με κουρέλια και με κλάμματα στα μάτια, βλέμματα απελπισμένα, στόματα ανοιχτα απο την απελπισία, ανθρώπους να κρατούν στη αγκαλιά τους αυτόν που τον τρελάνανε στο ξύλο.
Οι φωτογραφίες αυτές και τα σκίτσα μένουν ανεξήτηλα στην μνήμη μου και την ψυχή μου σαν εικόνες φρίκης, βιασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του ανθρώπινου νού.

Τα χρόνια περνούσαν και οι σκηνές αυτές, που είχα δεί με παιδικά μάτια, συντρόφευαν την εφηβική μου ζωή και δεν σβύναν και ούτε έχαναν την αγριάδα και την βία που περιείχαν. Το σκηνικό αυτό συνέχισε να υπάρχει πάντα μέσα μου μόνο σε εικόνες αλλά έμελλε να συμπληρωθεί και με "ηχητικό υλικό". Κάποια περίοδο που είχα επισκεφτεί τους δικούς μου στη Στουτγάρδη, άρχισα να ξυπνάω την νύχτα απο φωνές του Πατέρα.
Το περιεχόμενό τους δεν μου έδινε καμιά πληροφορία. Ήταν ένα συνεχόμενο " ώώώώχ..... ώώώώώώχχχ, όόόχι.... μήήήήήήή, όόόόόόχιιιιιιι "

Αφού πέρασαν κάποια βράδυα και η ιστορία συνεχιζόταν αποφάσισα ένα βράδυ να παραφυλάξω και να ξυπνήσω τον γέροντα για να τον ρωτήσω.

Δεν χρειάστηκα πολύ. Θυμάμαι το επόμενο βράδυ, άκουγα τις ειδήσεις των 12:00, όταν άρχισε να φωνάζει και να χειρονομεί. Πάλι τα ίδια : " ώώώώχ..... ώώώώώώχχχ, όόόχι.... μήήήήήήή, όόόόόόχιιιιιιι, δεν θέλω, δεν θέλω μήήήήή, θα με σκοτώσεις ".
Τούτη την φορά ξύπνησε αλαφιασμένος και εγώ τρόμαξα. Τρόμαξα τόσο πολύ γιατί στο αγριεμένο βλέμμα του είδα τα βασανιστήρια, είδα την πείνα είδα το ξύλο που του δείνανε κάθε βράδυ, πρός συμόρφωσην, είδα τα μάτια ενός ανθρώπου που βρίσκεται λίγο πρίν την τρέλα, είδα τις εξορίες (τις διακοπές όπως τις λέει ο ίδος). Με κοίταζε για αρκετά δευτερόλεπτα σαν χαμένος. Τα μάτια γουρλωμένα και ανέκφραστα, το στόμα ορθάνοιχτο, το βλέμμα χαμένο και να με διαπερνάει χωρίς να με αναγνωρίζει. Τρόμαξα κι' εγώ και φώναξα χαμηλόφωνα τον αδερφό μου. Λίγο πρίν έμφανιστεί ο αδερφός μου ο γέροντας είχε συνέλθει. Με πλησίασε με αργά βήματα, μ΄έσφιξε στη αγκαλιά του και πρίν του βγεί η λέξη "παιδί μου" ξέσπασε σε ατελείωτους λυγμούς. 

Καθήσαμε ξύπνιοι μέχρι τα ξημερώματα. Μές στο κλάμμα μου μίλησε για τους εφιάλτες που τον κυνηγούν, τα συντρόφια που έχασε και που δώσαν την ζωή τους, για τις "διακοπές" του, τις "κρουαζιέρες" του και τα "καλά" που πέρασε και που του χάρισε αυτή η χώρα.
Απο τότε τον ακούω συχνά τον γέροντα τις νύχτες να λέει τα "όχι" του και τα "δεν" του. Να μουγρίζει μές στην νύχτα σαν ζώο που το σφάζουν, και να ανασηκώνεται απο το κρεβάτι του με βλέμμα τρελού, με βλέμμα ανθρώπου που του κλέψαν το παρών, το παρελθόν και το μέλλον.Τον βρίσκω καθιστό στο κρεβάτι του, μές στο σκοτάδι.

Μαγκώνεται η ψυχή μου και το δάκρυ κυλάει στο μάγουλό μου.

Κάποια μέρα, στα κοντά, θα βγάλω και τα αναμνηστάρια που με περιμένουν. Είναι δική μου, κατάδική μου κληρονομιά ! 
Θα τα σκουπίσω, θα τα καθαρίσω και θα τους δώσω ζωή ! 
Τους τρακόσιους ξέρω που θα τους βρώ! 
Κι΄αν δεν τους βρώ όλους μαζί δεν πειράζει. Θα αρχίσω απ΄τους πιό χοντρούς που δεν μπορούν να κρυφτούν και που το λίπος τους είναι η ταμπέλα της ντροπής τους που τους συνοδεύει μια ζωή σχεδόν !