Mittwoch, 31. August 2011

....ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ


Απο ένα σκέρτσο της φύσης πέρασα απ΄το σκοτάδι στο φώς. 
Με τα χέρια ακουμπισμένα πάνω στο κορμί μου και τα παιδικά μου μάτια ανοιχτά άφησα τους καιρούς να χαράξουν τις πληγές τους πάνω στην ψυχή μου.
Μάταια ζητούσα απ΄τους ανθρώπους να μου μάθουν. Στα πρόσωπά τους έβλεπα την απουσία τους.
Έτσι έφτιαξα σιγά-σιγά τον παιδικό μου κόσμο όπως τον ήθελα εγώ.
Ξεχνιώμουν μέσα του και απολάμβανα την γλυκιά του ηρεμία μέχρι που ερχόταν η επόμενη αλλαγή. Τις αλλαγές τις φέρναν οι μεγάλοι και δεν υπήρχαν περιθώρια να αναρωτηθούν οι ίδιοι αν τα παιδιά θέλουν η άν αντέχουν.
Ποτέ μου δεν αγάπησα τις αλλαγές και πολύ περισσότερο τις απότομες.
Ξεχάστηκα για λίγο στο φιλί της νιότης και στην αγάπη που μου ψιθύριζε πως ίσως οι αλλαγές, πού και πού, να έχουν κάτι το καλό.
Με τις ιδέες έφτιαξα τον κόσμο μου και προσπάθησα να φέρω την γαλήνη μέσα μου, αυτή τη γαλήνη που μου έλειψε απο μικρό παιδί.

Άγγιξα τον ναό της Σαμοθράκης και αφήσα ενέχειρο το κορμί και την ψυχή μου. 
Χωρίς κορμί, χωρίς ψυχή, ένας αόρατος διαβάτης της ζωής που με τον νού συνέχιζε να αναζητά και να πονά.
Οδοιπορόντας, γνώρισα φίλους, έκλαψα μαζί τους, άγγιξα το χέρι τους, αδερφικά, και σκούπισα τα δακρυσμένα μάτια τους.
Σήκωσα την λαβωμένη τους καρδιά και την έβαλα στην θέση της δικής μου. Έτσι έγινα πάλι ένα ανθρώπινο όν.

Στους Δελφούς άφησα τα δάκρυα που είχα μαζέψει και που μου είχαν χαρίσει. Ανάλαφρος πιά, έψαξα τον γέροντα που τρεφόταν με λάδι, μέλι και ψωμί να τον ρωτήσω για την πορφύρα και την πύλη της ζωής. 
Τον βρήκα να κάθεται ακίνητος στην ρίζα της οξυάς, να κρατάει την παλάμη του αριστερού του χεριού απαλά πάνω στην μακριά του γενειάδα και να κοιτάζει αόριστα εμπρός του.
Στ΄όνειρό μου η μορφή του παρέμεινε η ίδια μόνο που ξαφνικά σηκώθηκε και μου είπε,  

            "δεν σε φώναξα ακόμη !".

Όταν ξύπνησα ο γέροντας είχε φύγει !

Τώρα, γονατιστός μές στον ναό της Ελευσίνας,  βλέπω ξεκάθαρα στο μέλλον το ίδιο σκέρτσο της φύσης που θα με περάσει απο το φώς στο σκοτάδι.