Sonntag, 24. Juli 2011

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ



Άνοιξε τα μάτια του κουρασμένα, διστακτικά, σαν να φοβότανε γι αυτό που θα έβλεπε. Στη αρχή δεν έβλεπε τίποτα παρά μόνο μία σκιά καθισμένη μπροστά του, μια σκιά που καθόταν στο αναπηρικό.
Η  σκιά είχε κάτασπρα μαλλιά, δυό φωτεινά μάτια αμύγδαλο που λάμπαν ακόμα, και τις παλάμες πλεγμένες και αφημένες στην αγκαλιά της. Τον κοίτούσε μέχρι εκείνη την στιγμή στα κλειστά του μάτια και τα δάκρυα της τρέχαν σιωπηλά.
Μια σκιά που κλαίει !
Περάσαν κάποια δευτερόλεπτα και άφησε το αγουροξυπνημένο βλέμμα του να συνέλθει και να ξεκουραστεί επάνω της. Έπειτα, σήκωσε αργά-αργά  το αριστερό του χέρι, που άρχισε να τρεμοπαίζει απο την Πάρκινσον που τον είχε πιάσει εδώ και δυό χρόνια, και ακούμπησε το αναπηρικό καρότσι απο το χερούλι. Το έσειρε με προσπάθεια κοντά του και έφερε την παλάμη του ανάμεσα στις δικές της κλειστές παλάμες.
Της πήρε το χέρι και άρχισε να το χαϊδεύει τρυφερά με τον αντίχειρά του.

- Για έλα να σε δώ απο κοντά γιατί μου φαίνεται πως κλαίς. Δέν ακούω καλά πιά μα κάτι βλέπω ακόμα, και σε βλέπω δακρυσμένη. Γιατί, γιατί χαρά μου ; Ήρθε πάλι το παρελθόν να σκοτεινιάσει τα όμορφά σου μάτια η με είδες να κοιμάμαι, ένα γέρικο κορμί λίγο πρίν το τέλος, και λυπήθηκες για την ζωή που πέρασε και πια δεν γυρίζει ;
Άάάχ καρδούλα μου εμείς πάλι καλά περάσαμε κι΄ας λιώσαμε στα καπνοχώραφα και στις φάμπρικες, άς λάβωσαν την ψυχή μας τα Μακρόνησα κι΄οι Αί-Στράτηδες, άς χωρήσαμε απ΄τα παιδιά μας, άλλοι να δείς που έχασαν τ΄αγγελούδια τους, τις μάνες τους τ΄αδέρφια τους !

Αφού ζείς ακόμη ! Βλέπεις ! Γελάς ! Χαίρεσαι ! Γιατί κλαίς ;
Ξέρεις..... σ΄έβλεπα στον ύπνο μου και μου γελούσες και τώρα ξυπνάω και σε βλέπω να κλαίς, τι παράξενα πράγματα ρε παιδί μου !

Ο γέροντας κοιτούσε την κυρά του στα μάτια και περίμενε ν΄ακούσει μια κουβέντα της και να χαρεί η ψυχή του.
Αυτή,  χωρίς να σταματήσει το κλάμμα, του πήρε σφιχτά με τα δυό της χέρια το δικό του και τ΄όφερε στα χείλη της. Το φίλησε τρυφερά και έπειτα το ακούμπησε στο αριστερό της μάγουλο και το κράτησε εκεί.

- Ξαίρεις με πιάνει πού και πού το παράπονο σαν σε βλέπω εσένα, γέρο κι΄ανήμπορο, και εμένα στο αναπηρικό, γριά κι΄ανήμπορη, κι΄έρχεται και το παρελθόν, οι πίκρες, οι χωρισμοί, τα βάσανα, τα παιδιά μας, η ξενητιά, η φτώχια κι΄ενώ θ΄άπρεπε να σκεφτώ πως πάνε όλα αυτά, περάσαν, εμένα με πιάνει το παράπονο που δεν χαρήκαμε κι΄εμείς σαν άνθρωποι την ζωή μας και τώρα νά, πάει, τελείωσε το παραμύθι. Μόνο ο επίλογος ακούγεται ακόμη κι΄αυτός νομίζω σβύνει σιγά-σιγά.  Με πνίγει η πίκρα καταλαβαίνεις !

Ο γέροντας ακούμπησε τον δεξί του αγκώνα στο κρεβάτι και καταβάλωντας όλη την προσπάθεια που του επέτρεπε η ηλικία του σήκωσε το κορμί του και κάθησε στο κρεβάτι.
Τώρα της πήρε αυτός τα δυό της χέρια στα δικά του. Τρέμοντας, τα έφερε στα δυό του χείλη τα φίλησε με ιερότητα και τα κράτησε εκεί. Απο τα θολά του μάτια κύλησαν δάκρυά που τύλιξαν τα δάχτυλά της. Έγίναν βέρες της πίκρας και του πόνου, έγιναν χάδι απαλό, ένα γλυκό φώς, το τελευταίο ίσως της ζωής τους.