Freitag, 22. Juli 2011

Η ΚΥΡΑ - ΤΑΣΙΑ


- Γειά σου αγόρι μου. Πώς σε λένε ; Έλα, πάμε να
 σου δείξω τον θάλαμό σου και το κρεβάτι που θα
 κοιμάσαι. Ντουλάπα έχεις ; Δέν έχεις ; Πρέπει να πάρεις μία για να βάλεις τα πράματά σου γιατί αλλιώς θα σου τα κλέψουνε. Έλα πάμε !

Κοίταξα την βαλίτσα μου που στεκόταν στη άκρη και το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι εγώ βασικά γεννήθηκα με μια βαλίτσα στο χέρι και πως η ζωή με είχε τιμωρήσει, δεν ξέρω κι΄εγώ γιατί,  να την κουβαλάω απ΄εδώ κι΄απο κεί. Μια σκέψη που θα ερχόταν πολύ συχνά στην ζωή μου.


Την σήκωσα και με βαρύ βήμα, πιό πολύ απο το ψυχικό βάρος που ένοιωθα, ακολούθησα την  κυρά-Τασία που μαζί με τον άνδρα της ήταν  υπεύθηνη για την καθαριότητα και την τάξη σε όλο το οικοτροφείο και σε όλους τους χώρους, θαλάμους, προαύλιο, διαδρόμους τουαλέτες και χώρους διδασκαλίας.
Φτάνοντας στον πρώτο όροφο η κυρά-Τασία έβγαλε απο την φαρδιά τσέπη της ποδιάς της μια μεγάλη αρμάθα απο κλειδιά και με ένα μεγάλο κλειδι άνοιξε την πελώρια τζαμένια πόρτα του ορόφου.Τότε θυμήθηκα τον θείο μου τον Κώστα π΄ούλεγε : "Άνθρωπο που κουβαλάει πολλά κλειδιά να τον λυπάσαι γιατί ανοίγει πόρτες πολλές κι΄έχει πολλές σκοτούρες στο κεφάλι του", εκείνη την στιγμή δεν λυπόμουν την κυρά-Τασία, λοιπόμουν τον εαυτό μου που βρισκόμουν πάλι ξένος ανάμεσα σε ξένους, άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους. 
Βρεθήκαμε στη αρχή ενός ευρύχωρου και για τα μάτια μου, μακρινού διαδρόμου. 
Στα αριστερά ο διάδρομος είχε τζαμαρία και μπορούσες να δείς το προαύλιο, το μαγειρείο, το χώρο που μέναν τα κορίτσια και ένα μικρό συγκρότημα απο μικρά καλοφτιαγμένα μπαγκαλόους που ήταν χτισμένα μές στο πράσινο. Ήταν οι χώροι που έμενε ο Λάμπης, ο επιστάτης, και το ζευγάρι στο οποίο ανήκε το οικοτροφείο.
Στα δεξιά είχε μια σειρά απο τζάμια και μπορούσα να δώ μέσα στους θαλάμους σειρές απο κρεβάτια που τα έβλεπα πρώτη φορά : κρεβάτι κάτω, κρεβάτι πάνω. Σκέφτηκα ότι τα είχανε φτιάξει για τα υποβρύχια και ότι τα μεταφέρανε εδώ για οικονομία χώρου. Η δεύτερη σκέψη ήταν σωστή.
Κάθε οκτώ μέτρα περίπου υπήρχε μια γκρίζα πόρτα απο την οποία έμπαινες στους θαλάμους και η οποία άνοιγε και έκλεινε προς τις δύο μεριές. Άν δεν πρόσεχες δηλαδή υπήρχε περίπτωση να τρακάρεις με κάποιον που εκείνη την στιγμή είχε την αντίθετη πορεία απο σένα, πράμα που συνέβη πολλές φορές και σπάσαν μύτες άπειρες.


- Κοίτα να δείς αγόρι μου θα σε πάω εκεί που θα είναι τα παιδιά απο την τάξη σου. Δεν έχει έρθει κανείς ακόμη αλλά κατά το μεσημεράκι θα έρθουν σχεδόν όλοι γιατί αύριο αρχίζουν τα μαθήματα. Τρίτη δεν θα πάς ; Έ τότε θα είσαι μαζί με τον γιό μου.

Προχωρήσαμε μέχρι τον τελευταίο θάλαμο και μπήκαμε μέσα. Αυτό που είδα μου φάνηκε αστείο. Ένας πελώριος θάλαμος γύρω στα 20Χ8 μέτρα  και καμιά καμιά 15αριά ψηλά δίκλινα στη σειρά, όμορφα περιποιημένα και σκεπασμένα όλα με μια κουβέρτα. Η κυρά -Τασία προχώρησε και στάθηκε μπροστά σ΄ ένα "δίκλινο" που βρισκόταν κοντά στο παράθυρο, μου έδειξε το"κάτω" κρεβάτι και μου είπε πώς αυτό θα είναι το κρεβάτι μου γι΄αυτήν την χρονιά, την επόμενη θα αλάζαν τα πράματα. Μου συνέστησε να βάλω την βαλίτσα μου κάτω απ΄το κρεβάτι και να ξεκουραστώ λιγάκι.
Όλη την ώρα που μου τ΄άλεγε αυτά με κοιτούσε στα μάτια και κουνούσε ελαφριά το κορμί της δεξιά και αριστερά, μύριζε σπιτίσια γλυκάδα και τα αμυγδαλωτά της μάτια μου χαϊδεύαν την ψυχή.
Εγώ το μόνο που σκεφτόμουν ήταν, πόσο γλυκειά και ζεστή  νά είναι η αγκαλιά αυτής της άγνωστης μα τόσο ζεστής γυναίκας ; 
Πόσες φορές δεν την θυμήθηκα την κυρά -Τασία σ΄αυτήν την πρώτη μας συνάντηση και πόσες φορές δεν έκλαψα γιατί δεν μπόρεσα να χαθώ στη αγκαλιά της, να ξεσπάσω και να ξαποστάσω για λίγο την ψυχή μου.

Ο Ήλιος έριξε άπλετο φώς στον χώρο με τα άπειρα και πανύψηλα κρεβάτια και οι σκιές των άδειων κρεβατιών άρχισαν να με αγκαλιάζουν και να πλέκουν δύχτια παράξενα γύρω απο την ψυχή μου.
Η πόρτα έτριξε και μου είπε πώς και η κυρά-Τασία έφυγε γιατί έχει δουλειές.

Καλώς την μοναξιά .....