Sonntag, 3. Juli 2011

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ



 " .......αγόρι μου στο ψυγείο έχει τυρί, σαλάμι, ντομάτες, γιαούρτια και αυγά. Μόλις τελειώσουν αυτά θα πάς και θα πάρεις απο τον Κυρ - Γιάννη ότι χρειαστείς και θα του πείς να το γράψει..., ξέρει αυτός και τ΄άχουμε κανονίσει εμείς. Νά και ένα πεντακοσσάρικο γι΄αυτές τις τρείς βδομάδες για να πάρεις κάτι αν χρειαστείς.
Άντε τώρα πέσε να κοιμηθής γιατί είναι αργά και εμείς με την μάνα σου θα φύγουμε αύριο πολύ νωρίς. Καληνύχτα !"

Ο πατέρας μου πήρε τη λάμπα που κρεμόταν μ΄ένα καρφί απ΄τον τοίχο, έκανε μεταβολή έκλεισε την πόρτα του δωματίου, που τα βράδυα γινόταν κρεβατοκάμαρα, και μ΄αφησε μόνο μου στο σκοτάδι.
Που να με πιάσει ο ύπνος ! Μόνος μου ; Απο αύριο θα είμαι μόνος μου ; Τι είναι αυτό το πράμα, πως είναι όταν είσαι μόνος σου, γιατί άμα έχεις συνηθήσει να υπάρχει πάντα κάποιος κοντά σου, δίπλα σου τότε δεν σκέφτεσαι ποτέ το τί θα πεί να είσαι μόνος. Για μένα, μέχρι εκείνο το βράδυ, μόνος σήμαινε να μην είναι κανένας στο δωμάτιο η στο σπίτι, να είναι όλοι στις δουλειές τους και το απόγευμα να γυρίσουνε πίσω και να είμαι εγώ και να τους κοιτάζω πως αλάζουνε, πως πλένονται, πως βάζουνε καθαρά ρούχα, πως ψήνει ο πατέρας τον καφέ και η μάνα ετοιμάζει την κατσαρόλα για να φτιάξει φαγητό. Αυτό ήταν να είσαι μόνος !
Τι δηλαδή υπάρχει κι΄άλλο "μόνος" ;
Δύσκολος ο ύπνος φίλοι μου αν σε απασχολούν τέτοια θέματα και δεν είναι και Κυρική σήμερα να ακούσω "το θέατρο της Κυριακής" και να ξεχαστώ λιγάκι !

Το άλλο πρωϊ όντως το σπίτι ήταν παράξενο. Αυτή η ησυχία, που ήξερα ότι δεν είναι προσωρινή, μ΄ούδινε ένα παράξενο μα πολύ παράξενο συναίσθημα και δεν ήξερα και πως να το δουλέψω. Δεν έβρισκα λόγο να σηκωθώ απ΄το κρεβάτι, η μάνα μου δεν φώναζε και ο μικρός μου αδερφός δεν ερχόταν να με πειράξει και να θέλει παιχνίδια ποιός ο λόγος λοιπόν να σηκωθώ ;
Το ραδιόφωνο στ΄αυτί λοιπόν και ν΄ασου, τραγουδάκια, "Μείνε κοντά μου αγαπημένη", πάλι τραγουδάκια, μετά ερχόταν κι΄ο "Λαμπήρης", ρε σείς, δεν είναι κι΄άσχημα να είσαι μόνος !!

Αυτές τις τρείς βδομάδες το γλέντησα : ξυπνούσα ότι ώρα ήθελα, έτρωγα ότι ήθελα, απο αυτά που υπήρχαν, έβγαινα ότι ώρα ήθελα και γύριζα ότι ώρα ήθελα, τρελάάάάά πράματα μιλάμε !!!

Ο θείος μου ο Κώστας ήταν σαφής και σύντομος :
" Βαγγέλη αύριο στις 6 η ώρα το βράδυ θα έρθουμε με την γιαγιά ( όχι την Αντιγόνη ρε παιδιά... αμάάάνν) να σε πάρουμε. Να έχεις έτοιμα τα ρούχα σου, τα παπούτσια σου και ότι άλλο χρειάζεσαι για να φύγουμε αμέσως εντάξει ;"

Ούτε που το κατάλαβα πότε ήρθανε γιατί όλη την ημέρα έπαιζα με τα φιλαράκια και ούτε είχα καιρό να σκεφτώ ταξίδια και άγρια άλογα. Η γιαγιά μου τσεκάρισε την βαλίτσα, αν η κόρη της είχε πλήνει και μαζέψει το σπίτι καλά, και αφού έμεινε ικανοποιημένη έδωσε το οκ. για να ξεκινήσουμε.
Πολύ παράξενο βρε παιδί μου να ταξιδεύεις νύχτα χωρίς παρέα. Ντάξει.. τι παρέα να κάνει ένας 14χρονος με τον θείο του που είναι συγκεντρωμένος στο οδήγημα και με την γιαγιά του που η κοιμάται η όταν είναι ξύπνια είναι απασχολημένη να μας τροφοδοτεί με τροφές και πιοτά.
Στο δρόμο μας έπιασε βροχή, πράμα που έκανε το ταξίδι ακόμη πιο κουραστικό για τον θείο και ο οποίος κάπου κοντά στη Κατερίνη σταμάτησε για να ξεκουραστεί.

Η πρωϊνή ψιχάλα μας ανακοίνωνε την τελική λήξη του Καλοκαιριού, τον ερχομό κάποιων πιο κρύων ημερών και για μένα ότι τελείωσαν τα ψέμματα δεν είμαι πια εκεί που ήμουνα και πάω εκεί που δεν ξέρω.

Η Θεσσαλονίκη για μένα έχει χρώμα πορτοκαλί και είναι τυλιγμένη στην ομίχλη. Αυτά ήταν τα δύο πράματα που είδα όταν αρχίσαμε να μπαίνουμε στην πόλη.*
Απο εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιώ ότι τα παραμύθια και τα ωραία τελείωσαν και ότι απο εδώ και μπρός άρχίζει κάτι άλλο, κάτι άγνωστο που δεν πρόκειται απαραίτητα να είναι και καλύτερο απο τα πρίν.
Ο θείος μου κρατούσε την διεύθυνση στο χέρι και κάθε τόσο σταματούσε και ρωτούσε. 
Έχοντας το "αεροδρόμιο" σαν σημείο αναφοράς φτασαμε σχετικά σύντομα στον σκοπό μας.
Ο θείος μου έσβυσε την μηχανή του Όπελ, η ματιά του καρφώθηκε στο κτίριο μπροστά μας και αποσβωλομένος, σταύρωσε τα χέρια και χάθηκε σε βαθειές σκέψεις των οποίων η αχνάδα εμφανίζεται ακόμη και σήμερα όταν συναντιώμαστε.
 Η γιαγιά μου, παρ΄όλο που σ΄όλο το ταξίδι σχολίαζε και επέκρινε τις αποδόσεις μου στην ζωή και γενικώτερα στο κύκλο των συγγενών, άρχισε εκείνη την στιγμή να μου μιλάει, στα ποντιακά, με τα πιο τρυφερά λόγια που έχω ακούσει απο γυναικείο στόμα. Βγήκε απο το αμάξι και χωρίς να περιμένει τον γιό της, έβγαλε την βαλίτσα μου απο το αμάξι, με αγκάλιασε κι ένιωσα το κορμί της να ταράζεται απο τα αναφυλητά.
Ο θείος, σκυθρωπός, πάντα σύντομος, έβγαλε απο το πορτοφόλι του ένα πεντακοσσάρικο, με φίλησε στα μάγουλα και μου χαϊδεψε τα μαλλιά.
Τους θυμάμαι ακόμη και τους δύο να με κοιτάνε με λύπη και παράπονο, και απο τότε κάθε φορά που βλεπόμασταν διάβαζα στα μάτια τους γραμμένη μια συγνώμη.
Όταν χάθηκε το Όπελ στο δρόμο που έβγαζε στη παραλία της Περαίας τότε άρχισα κι΄εγώ να νιώθω ότι αυτός ο χώρος θα γίνει σταθμός στην ζωή μου κι΄απο τότε μισώ τους σταθμούς γιατί πνίγομαι στο δάκρυ, έχω πάντα μια βαλίτσα δίπλα μου που με περιμένει, και γιατί ένα πυκνό πέπλο ομίχλης πέφτει επάνω στα αγαπημένα μου πρόσωπα και μοναχεύει την ψυχή μου.


Η άχαρη ταμπέλα έγραφε 

" Οικοτροφείο οι Τρείς Ιεράρχαι "


* Επειδή μου "ξέφυγε" η περιγραφή σ΄αυτό το σημείο και επειδή δεν θέλω να διορθώσω το κείμενο εξηγούμαι : όταν μπαίνει κάποιος στην Σαλονίκη απο την εθνική Κατερινη-Θεσ/νίκη, υπαρχουν, λίγο έξω απο την πόλη κάποια χιλιόμετρα τα οποία είναι φωτισμένα με πορτοκαλί λάμπες για την ομίχλη. Το φώς αυτό, όταν έχει πραγματικά ομίχλη, διασπάται και έχει κανείς την εντύπωση ότι βρίσκεται σ΄ένα χώρο όπου όλα είναι πορτοκαλί και καλημένα με ομίχλη.

......ΚΙ΄ ΑΛΛΟ ΨΩΝΙΟ



- Παιδί μου πάρτο χαμπάρι..., ο άνθρωπος από κάποια ηλικία και μετά πρέπει να εφαρμόζει, με αυστηρό τρόπο, αυτοκριτική γιατί αλλιώς θα καταλήξει σαν κι΄εσένα !  Ναί ναί ναί...... σαν κι΄ εσένα, που μας το παίζεις "αθάνατη" , καλά δεν το έχεις ακούσει το άσμα που λέει : " Αυτός που μένει αθάνατος είναι μονάχα ο θάνατος" ; Μάλλον όχι, και να το έχεις ακούσει δεν θα το πήρες στα σοβαρά, πράγμα που κάνεις με τα πιο πολλά πράγματα στη ζωή σου.
Σαν κι΄εσένα λοιπόν που τις αισθήσεις σου τις έχεις μόνο και μόνο να αυτοβιώνεσαι, λές και δεν υπάρχει κανείς άλλος και τίποτα άλλο σ΄αυτόν τον κόσμο που θα άξιζε να στρέψει κάποιος την προσοχή του, και ν΄άσουνα πιτσιρίκα θα έλεγα πάει στο διάλο, η νεανίς βρίσκεται εν οδώ, αλλά εσύ παιδί μου κοντεύεις τα πενήντα  και παιδιαρίζεις !
Την μιά μας το παίζεις τεκνό, με τα μίνι σου και τις μπότες των 300  Γιεύρω παρακαλώ, την άλλη ρίχνεις μπογιές με οκάδες στην μάπα σου και γίνεσαι αγνώριστη, δεν μπορώ να καταλάβω απ΄το Πράκτικερ τις πέρνεις τέτοιες ποσότητες που καταναλώνεις ; κάποιες άλλες φορές, για να εντυπωσιάσεις, μιλάς για Ραχμάνινοφ, Μπέλα Μπάρτοκ και Μπρέχτ αλλά στο αμάξι σου προχτές  άκουγες ότι χυδαίο, αηδιαστικό και αντιαισθητικό έχουν να προσφέρουν οι φθορείς των συνειδήσεων !
Είδα και στο σπίτι σου, κουλτουριάρα του κώλου, στα ράφια σου δεν είχες ούτε ένα βιβλίο, ούτε ένα αληθινό λουλούδι, μόνο εκείνα τα πλαστικά  κουκλάκια, κι΄εγώ ξέρεις έχω αλλεργία στα σπίτια που είναι χωρίς βιβλία, χωρίς λουλούδια και που είναι "στολισμένα" με πλαστικά, νοιώθω άβολα και κάτι με πνίγει, νοιώθω κρύο και η ψυχή μου τρέμει, θέλω να φύγω !!
Είσαι λοιπόν άπαιχτη, κι΄εγώ βασικά θα σου τραβούσα τα αυτάκια σου, τα στολισμένα με τα πανάκριβα σκουλαρίκια, και θα σου έβαζα και τιμωρία για το σπίτι για να μάθεις να σέβεσαι πρώτα τον εαυτό σου και να εκτιμάς του άλλους, τους απλούς, τους ταπεινούς, τους υλικά φτωχούς αλλα τους εν τη ψυχή θησαυρούς φέρωντες !
Αλλα εσύ δεν παίρνεις χαμπάρι απ΄αυτά ! Ο νούς σου είναι στο χρήμα και στην αυτοπροβολή : η Πόρσε σου, η πισίνα σου, η πελατεία του οδοντιατρείου σου, τα διαμερίσματά σου, τα χρυσάφια πάνω σου, δεν ξέρεις ακόμα ότι το χρυσάφι οι ανθρώποι το κουβαλάνε μέσα τους και το δίνουνε απλόχερα και με αγάπη σ΄όποιον το ζητήσει ; όχι βέβαια ! 
Τα μάτια σου βλέπουν μόνο εσένα, παρατηρούν μόνο εσένα, είσαι το μοναδικό αντικείμενο απασχόλησης για το "πνεύμα" σου και αυτό όλο θα είναι και η καταστροφή σου η ψυχική γιατί όταν θα χτυπήσουν την πόρτα σου επισκέπτες απροσκάλεστοι τότε θα τρομάξεις γιατί ποτέ σου δεν μπόρεσες να διανοηθείς την ύπαρξή τους, την δύναμή τους και την βία που μπορούν να ασκήσουν στις ζωές μας όταν τις βρούν απροετοίμαστες.
Στο λέω : παραπατάς και φαλτσάρεις, και τα στέκια σου δεν μ΄αρέσουν καθόλου...... και μου τά΄πρηξες !

Άσε με λοιπόν γιατί  ερωτοτροπούσα με την Σί-μινόρε στις χαμηλές συχνότητες και μ΄ούκανε καλό, εσύ δέέέέννν μου κάνεις καλό και δεν είμαι εγώ αυτός που θα σου μάθει. 
Στρώσου και μάθε μόνη σου, δεν είσαι μικρό παιδί....  άϊντε.....! 

...και πού΄σαι.... λίγα σου΄σειρα.