Donnerstag, 16. Juni 2011

Ο ΣΑΜΟΥΕΛ



Ο Σάμουελ μας ήρθε ένα βροχερό απόγευμα που κοίταζες έξω και προσευχόσουν για τους μη έχοντες στέγη. 
Καρεκλοπόδαρα με  καρέκλες μαζί έριχνε ο Κύριος. 
Για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα στη Γερμανία να πλημυρίζουν οι δρόμοι, πράμα που δεν ξανάγινε στα "χρονικά μου". 
Κρατούσε μιά παλιά, κι΄απ΄τα πολλά ρούχα γκαστρωμένη βαλίτσα που απο τις γωνίες και τις σχισμές της ξεπρόβαλε δειλά το περιεχόμενό της.
Το ίδιο γκαστρωμένος φαινόταν να είναι και ο ίδιος γιατί είχε μια πελώρια και μακρουλή κοιλιά που εγώ φαντάστηκα θα είχε γίνει απο τις πολλές μπύρες και την πολυφαγία. Όμως όχι, ο Σάμουελ ήταν Αλγερινός, δεν έπινε αλκοόλ και δεν έτρωγε κρέατα εκτός απο πουλερικά και θυμάμαι όταν την πρώτη φορά που ήθελε να μου "πεί" τι κρέας του αρέσει, επειδή δεν ήξερε πώς λένε την γαλοπούλα στα γερμανικά, μου έκανε απλά "γλού γλού γλού" έ κι΄εγώ κατάλαβα, δεν είμαι και τόσο βλάκας, ο άνθρωπος θέλει γαλοπούλα.


Είχε μεσογειακά χαρακτηριστικά αλλά το χρώμα του δέρματός του ήταν μαύρο. Παρόλα τα 57 του χρόνια είχε όλα τα μαλλιά του κατάμαυρα αλλά το μούσι του είχε αρχίζει να γριζάρει.
Τα γερμανικά του ήταν κάτι μεταξύ αράβικα και κορακίστικα. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε όχι να αποβάλει αλλά ούτε να μετριάσει τα άφθονα φωνήεντα που περιέχει η γλώσσας του και τα κολάριζε λοιπόν σε ότι κι΄άν έλεγε. Το τραίνο λοιπόν γινότανε "τέραινο", το πρωί γινότανε "πορωί" το κρεβάτι, "κερεβάτι" και το τραπέζι "ταραπέζι". 
Τι να πώ, εμένα μου ακουγόταν καλύτερα απο το πολωνικά που σε μια λέξη με 8 (οκτώ) γράμματα υπάρχει ένα φωνήεν ! 
Αμάν ! Πνίγομαι αδέρφια ! 
Στραμπουλάω γλώσσες και λαρύγκια !

Στεκόταν λοιπόν ο Σάμουελ εκεί μπροστά μου και τα νερά της βροχής όχι στάζανε, τρέέέέχανε απο πάνω του και ο κακομοίρης απο την κούραση και την ταλαιπωρία ούτε να μιλήσει μπορούσε.  
Αφού τον πήγα στο δωμάτιο του και τον άφησα να αλάξει  τον πήρα και του έδειξα το κτίριο, τους άλλους συγκάτοικους, του είπα που θα βάλει τα πράματα του και του εξήγησα όλους τους κανονισμούς του ιδρύματος. Αφού τελειώσαμε όλη αυτή τη διαδικασία τον ρώτησα άν με κατάλαβε και άν ήθελε να μείνει σε μάς.
Ο Σάμουελ με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια και μου είπε : " τερελό ντεν είμαι, εγκώ τα αρακίσω καινούριγιο τζωή εντώ ".

Ο Σάμουελ, όπως όλοι οι ανθρώποι, ήθελε ησυχία. Λαθρεπιβάτης απο Αλγερία τον ξέβγαλε το κύμα στην Γαλλία όπου δούλεψε μια πενταετία για να έρθει να περάσει τα υπόλοιτα τριάντα στη Γερμανιά, να παντρευτεί, να τον χωρίσει η γυναίκα του και να καταλήξει σ΄ένα ίδρυμα υποστήριξης κοινωνικά ασταθών ατόμων.

Άρχισε λοιπόν ο Σάμουελ την καινούργια του ζωή κοντά μας και όλα πηγαίναν μια χαρά ώσπου κάποια νύχτα, άγρια χαράματα, ακούω φωνές, τραγούδια και παλαμάκια στον επάνω όροφο. 
Βρε αμάν τέτοια ώρα ποιός γλεντάει ; Σηκώνομαι λοιπόν και πάω επάνω, ανοίγω την πόρτα της κουζίνας και αυτό που είδα με άφησε άναυδο : Ήταν μαζεμένοι εκεί ο Σάμουελ, ο Ίβαν ο ρώσος, Ο Βάλτερ, η Μίριαν και ο Μίλαν ο τσέχος. Έχουνε βάλει λοιπόν στο φούρνο και ψήνονται κάτι ψαρούκλες, κάτι σουτζούκια βαυαρέζικα έχουνε στο τραπέζι δυό Σαμπάνιες και μια κάσα μπύρες και το γλεντάνε.
Ο Σάμουελ είναι πάνω στο τραπέζι και χορεύει τσιφτετέλια, η Μίριαν χώνει τα δάχτυλά της στο ποτήρι με την σαμπάνια και μετά τα βυζαίνει "έτσι φτιάχνω κεφάλι" μου λέει, Ο Ίβαν και ο Μίλαν έχουν πάρει, τηγάνια κατσαρόλες και κουταλοπήρουνα και τα βαράνε στο ρυθμό της μουσικής (κάτι όπως στο σύνταγμα τις προάλλες) και ο Βάλτερ στρίβει μια ντουντούκα με χασίσι.

- Ρε παιδιά που τα βρήκατε όλα αυτά αφού απαγορεύεται το αλκοόλ και τα ντράγκς εδώ μέσα και πώς τα περάσατε αφου γίνεται έλεγχος !
- Παπάρια έλεγχος γίνεται. Άκου να δείς έλληνα, επειδή είσαι καλό παιδί θα σου το πούμε. Ο Σάμουελ μας τα ανέβασε με καλαθάκι απ΄το παράθυρο. Άν θές και γκόμενες σου ανεβάζουμε χέ χέ χέ!

Την εξήγηση μου την έδωσε ο Ιβάν.

Τους είπα να χαμηλώσουν την ένταση γιατί θα φωνάξουν την αστυνομία οι γειτόνοι και κάθησα μαζί τους μέχρι τα ξημερώματα, μέχρι τότε που ο Ιβάν κρατούσε κλαίγοντας και γονατιστός το χέρι της Μίριαν στα δικά του χέρια και της μιλούσε για την αγάπη του, μέχρι την ώρα που ο Μίλαν έλεγε στον Σάμουελ να τον πάρει να φύγουνε μαζί για την Τσεχία και να πάνε να βρούνε τον Παπού του που τον αγκάλιαζε και το χαϊδευε τόσο ζεστά όσο κανένας άλλος στον κόσμο, μέχρι την ώρα που ο Βάλτερ χόρευε με κλειστά τα μάτια σε ανατολίτικους ρυθμούς.


Τι παράξενη μα τι όμορφη παρέα !