Freitag, 10. Juni 2011

Ο ΕΛΛΗΝΑΡΑΣ ΜΙΛΑ ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΗΣ

Τι λές ρε ψώνιο περιοπής ! 
Ξεχασμένε αιώνα ! 
Παρατημένε δεινόσαυρε της βλακείας ! 
Ποιά τέχνη και παπαριές μου αμολάς που το μόνο που ξέρεις είναι η φιγούρα, τα αυτοκίνητα, τα χρυσά ρολόγια, τα δαχτυλίδια, τα καινούργια κινητά, άάάάά όλα κι΄ολα, όχι τα φτηνιάρικα μόνο αυτά άνω των πεντακοσίων ευρώ !
Σ΄όλα αυτά εννοείτε παίζουν και αι γυναίκαι, αι σκάρται ! 
Ρε τσογλάνι, με όλα αυτά, άντε να τα πούμε ενδιαφέροντα, που βρίσκεις χρόνο να ασχοληθείς με τις τέχνες, και όχι μόνο αυτό αλλά να έχεις και το θράσος να εκφέρεις γνώμες ;
Εσύ ρε χάρχαλο τον Νταλί τον έκανες Μπαλί και τον Πικάσσο τον μπέρδεψες με την παιδική σειρά του Πικάτσου, ακούς βιολιά και μιλάς για κλαρίνα, ακούς κιθάρες και μας λές για πιάνα.
Εσύ δεν ήσουνα που σ΄ούδωσε ο φίλος να κρεμάσεις πίνακες στο σπίτι σου και τους μισούς ρε κοθώνι του κρέμασες ανάποδα ;

Δεν είσαι ταπεινός δικέ μου! Η τέχνη, η οποιαδήποτε τέχνη, θέλει να κοιτάς και να βλέπεις με τα μάτια της ψυχής, θέλει να μικραίνεις εσύ για να μεγαλώσει αυτή και να την βλέπεις πιο καθαρά ! 
Εσένα φίλε μου τα μάτια σου βλέπουνε άλλα πράγματα !

Αναζήτησες ποτέ τον εαυτό σου για να προσευχηθείς, όχι στο θεό βρέ μουντρούχο, σε σένα, για σένα, στον πόνο, για το κλάμα το γοερό του κόσμου, για την τέχνη ή τουλάχιστον για αυτό που αποκαλούμε τέχνη, έδειξες ποτέ σου ενδιαφέρον να μάθεις τα έργα, τους δημιουργούς, τα πάθη τους, την ζωή τους, τον πόνο τους ;

Φιλαράκο ξαφανίσου, μη σε ξαναδώ στην πιάτσα, και θέλω να περάσουν δέκκα χρόνια μέχρι την επόμενη συνομιλία μας. Θέλω να μαθαίνω ότι κλαίς, ότι πονάς, ότι υποφέρεις, εντάξει δεν είπαμε και να σε χάσουμε μην υπερβάλουμε τώρα. Θέλω να μαθαίνω ότι τα δάκρυα σου κυλούν και ότι το γέλιο σου δεν σβύνει μονομιάς αλλά κρατάει όσο κρατάει και η αγάπη στη έκφραση του προσώπου σου !

Χαμένε, έ χαμένε !

ΑΓΑΠΗ




- Τι είναι στ΄αλήθει η αγάπη ρε Σουρτούκη, ποιός ο σκοπός της, έχει μήπως κάποιο σκοπό η μήπως είναι όλο αυτό μόνιμα παιχνίδια του μυαλού μας που τα αλλάζουμε κάθε φορά, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις ηλικίες που αυτή μας βρίσκει ;
Έχω στ΄αλήθεια κουραστεί να ψάχνω, έχω κουραστεί να πληγώνω και να πληγώνομαι και κάθε φορά που βρίσκομαι στα δύχτια αυτού του παιχνιδιού χάνω την παιδικότητα μου απο τις σκέψεις που κάνω για τον άλλον και για μένα, απο την προσπάθεια να μην κάνω πάλι κάτι λάθος και χαλάσω αυτό το κατά τα άλλα όμορφο παιχνίδι.
Τι είναι στ΄αλήθεια η αγάπη ρε Σουρτούκη, γιατί αλάζει κάθε φορά, γιατί αγάπησα αλλιώς στα δεκκαπέντε, αλλιώς στα είκκοσι αλλιώς στα τριάντα και αλλιώς στα σαράντα ; Οπως το φαντάζομαι η επόμενη αγάπη μου θα διαφέρει απο τις άλλες.
Και τί έγινε, αυτό ήταν όλο, θα αγαπάμε, θα παίζουμε τους Σαμουραϊ με τα συναισθήματά μας, θα μισούμε  και έπειτα θα σβύνει αυτό το πράμα, παράξενο δεν είναι ;
Μήπως θα έπρεπε να υοθετήσω αυτό που λένε : αγάπη που έσβυσε δεν υπήρξε ποτέ, και τότε γιατί εμείς νομίζουμε ότι αγαπάμε ;
Άχ θα τρελαθώ ρε Σουρτούκη ! 
Εγώ να σου πώ την αλήθεια, έχω αρχίσει να πιστεύω ότι η αληθινή αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων, ανεξαρτήτου φίλου καλέ μου, έρχεται αφού έχουμε μάθει πρώτα να αγαπάμε τον ίδιο μας τον εαυτό, δεν το εννοώ ναρκισιστικά αυτό αλλά πιό πολύ Σωκρατικά, και είναι δυνατό να υπάρξει μόνο όταν αγγίξει ο ένας πραγματικά την ψυχή του άλλου, όταν τα βιώματα του ενός γίνουν και βιώματα του άλλου, όταν οι χαρές του ενός δίνουν την χαρά και στον άλλον, όταν ο πόνος σου γίνεται και δικός μου πόνος, όταν η αλήθεια είναι η βάση που χτίζεται αυτός ο δεσμός, αυτή η σχέση. 
Σουρτούκη, τότε είναι σαν να μας αγγίζει ο θεός, όχι αυτός των θρησκειών αλλά αυτός που κουβαλάμε βαθειά μέσα μας θαμένο κάτω απο τόνους ψυχικά μπάζα ! Ναί αλήθεια σου λέω και 
το πιστεύω αυτό ! 


Σουρτούκη, τι έγινε, υγραίνανε τα μάτια σου καλέ μου και νομίζω πως σε πίκρανα λιγάκι. Τα δάκρυά σου το μαρτυρούν !
Δεν φταίω εγώ ! Είμαι πλάσμα δικό σου απ΄άκρη σ΄άκρη Σουρτούκη μου !
Πάω να φέρω το Glenmorangie να το γλεντήσουμε λιγάκι και ετοιμάσου, απόψε έχω κλεισμένο τραπέζι !