Sonntag, 1. Mai 2011

ΠΡΩΙΝΑ ΧΟΥΒΑΡΝΤΑΛΙΚΙΑ



Πώώώ πώώώώώ..... μια σούούραααα, και δεν μπορώ να κρατηθώ κι΄όλας. Ευτυχώς έχω τον Γιωργάκη δίπλα μου, πιο γερό ποτήρι αυτός, που όχι μόνο με βοηθάει να κρατάω τα ίσια αλλά και σέρνει ένα καροτσάκι της λαϊκής, καταμεσίς της  Kudamm (Κούνταμ) που αυτήν την ώρα είναι γεμάτη απο αλάνικο κόσμο, μέσα στο οποίο έχει βάλει δυό χαρτόνια με παγωμένη Σαμπάνια που τις πήρε απο το μαγαζί του με την δικαιολογία : 
" ρε σύ Καλοκαίρι είναι, θές να μας βρεί το πρωϊνό στεγνούς και να θυμώσει ο Διόνυσος ; Μετά, άν συναντήσουμε κάνα σωστό άνθρωπο στον δρόμο μας να μην τον κεράσουμε κάτι τίς, ένα κρύο ποτό, τι θα λένε ρε σύ μετά για μάς του Έλληνες ;" 

Ακλόόόνητο επιχείρημα ! ! 

Στα υπ΄όψιν, είναι αρχές Ιούνη, η ώρα είναι τρείς το πρωϊ, στα γεωγραφικά πλάτη του Βερολίνου έχει αρχίζει να χαράζει και τα πουλάκια μας κάνουν πρωϊνη σολφέζ. Στο μαγαζί πρίν, αφήσαμε κάτι κορίτσια που δέν ήταν καθόλου ευγενικά,  μας τό΄παιζαν θεές και πάνω. Τι αυτοκοπλιμέντα για την ομορφιά τους, τι εκθειασμοί για την πολυερωτική τους πείρα αλλά αν τους μιλούσες  για Σωκράτη και Πλάτωνα σου λέγαν :  "εεεεε.....είναι καινούργια μαγαζιά αυτά και δεν τα ξέρουμε". 

Το ένα χαρτόνι λοιπόν κοντεύει να αδειάσει, όχι απο μάς, απο κεράσματα : έβλεπε ο Τζώρτζης ένα χαρούμενο ζευγαράκι στο δρόμο μας το σταματούσε, το ρωτούσε αν περνάνε καλά, άν είναι ερωτευμένοι  και αν έχουνε κάτι μαζί τους για να πιούν (μιλάμε για πολύ ευγενικό τρόπο όχι πειράγματα και μπηξήματα). 

"Πάρτε μια Σαμπάνια απο δυό Έλληνες αλάνια "  τους έλεγε και του κούφαινε. Την ανοιγε εκεί, επί τόπου, και αφού τσουγρίζαμε (τις μπουκάλες) του χαιρετόυσαμε και πηγαίναμε παρακάτω. Κουφά πράματα σας λέω, είναι οι φοβερές εποχές που το Βερολίνο δεν είχε ανοίξει ακόμη και ο κόσμος ζούσε πιό ζεστά. 


Λοιπόν, κατηφορίζουμε την Κούνταμ και τα οχτάρια μας όλο και μεγαλώνουν (εκεί συνηδητοποίησα πόσο σημαντικό είναι τα πεζοδρόμια να είναι μεγάλα, μιλάμε για πεζοδρόμια που για ελληνικά δεδομένα είναι δρόμοι έτσι) αλλά δεν μας ενοχλεί, χώρος υπάρχει άπλετος, δεν ενοχλούμε και δεν μας ενοχλεί κανείς.
Σε μια στιγμή ο Τζώρτζης σταματάει μου δίνει να σέρνω εγώ το καροτσάκι και μου λέει : " μιά στιγμούλα γιατί πρέπει......"
Απορημένος εγώ γυρίζω και του λέω : " Τέτοιες ώρες δεν υπάρχουν πρέπει " . Εντελώώώώώςςς  στο κόσμο μου μιλάμε.
Ναι αλλά έλα που έπρεπε γιατί ο άνθρωπος θα έσκαγε. 
Πάει λοιπόν και βρίσκει ο άνθρωπος ένα όμορφο δενδράκι να το ποτήσει και εγώ, κρατώντας το καροτσάκι της λαϊκής, τον περιμένω στη μέση της πλακοστρωσιάς. Πίνω κάνα δυό γουλίτσες να πάρω δύναμι και εκεί που σηκώνω το μπουκάλι βλέπω ένα μπατσάδικο να σταματάει μπροστά στο Τζώρτζη. Ανοίγουν οι πόρτες και βγαίνουν με το πάσο τους (τέτοιες ώρες .......) δυό μπάτσοι και στέκονται μπροστα απ΄τον φίλο μου με την πλάτη τους γυρισμένη προς αυτόν. 
Ο Τζώρτζης, χωρίς να διακόψει την ιεροτελεστία που εκτελεί, μου κάνει νόημα να πλησιάσω με το καροτσάκι. Νάσου λοιπόν κι΄εγώ στα δίπλα. 
Οι μπάτσοι, μόλις παίρνουν χαμπάρι ότι είναι καιρός να ασχοληθούν με το θύμα τους, γυρίζουν προς τον Τζώρτζη και του απευθείνουν τον λόγο : " Καλημέρα σας". Ο Τζώρτζης έχει τελειώσει, έχει τινάξει, έχει κλείσει το φερμουάρ και σαν τζέντλεμαν βγάζει ένα χαρτομάντηλο λεμόνι απο την τσέπη του, το ανοίγει σκουπίζει επιμελώς τα χέρια του και προσφέρει το δεξί του στους μπάτσους. Αυτοί χαμεγελαστοί και ευγενικοί το περνάνε στο ντούκου και συνεχίζουν : " ξέρετε ότι αυτό που κάνατε είναι παράνομο και ότι το πρόστιμο είναι 20 Μάρκα". Είναι η σειρά του Τζώρτζη να τα περάσει όλα αυτά στο Ντούκου και να τους ρωτήσει : " Παιδιά θα πιούμε καμιά σαμπάνια μαζί αυτό το όμορφο πρωϊ ;" Οι μπάτσοι δέέέέννν ακούν και ο ένας έχει κόψει κιόλας την απόδειξη των είκκοσι και του την δίνει. Ο Τζώρτζης πρίν την πάρει ρωτάει με απορία :

- Τι είναι αυτό ρε παιδιά ;
- Αυτό είναι το πρόστιμο σας κύριε επειδή σας πιάσαμε να κατουράτε
  δημοσίως !
- Μα καλά για ένα κατούρημα πρέπει να πληρώσω είκκοσι ;
- Ασφαλώς κύριε μου !

Ο Τζώρτζης βγάζει ένα πενηντάρικο και τους το δίνει. Ο μπάτσος κάνει για να ψαχτεί για ρέστα μα ο φίλος μου τον σταματάει ευγενικά και του λέει : 
" όχι, όχι κύρ αστυνόμε κράτησε το ολόκληρο γιατί έχω ακόμη σκοπό να χέσω ! " 
  
Αάάάάάάναυδα τα όργανα......