Montag, 25. April 2011

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Βασικά είμαι ένας ευδιάθετος χαρακτήρας και βλέπω τον κόσμο και τους ανθρώπους γύρω μου με αισιόδοξη ματιά. Έρχονται όμως μερικές στιγμές που με πιάνει μια βαθιά μελαγχολία και μια θάλασσα απο θλίψη αράζει επάνω μου. Τότε κόβω τις κουβέντες, κόβω τις λίγες μου παρέες, κόβω τις μουσικές, κόβω τις βόλτες, ανεξαρτήτου μορφής, κόβω τα βιβλία και έτσι την τελευταία στιγμή ανακαλύπτω ότι αυτό που μου έμεινε και απο το οποίο δεν μπορώ να ξεκόψω, είναι ο εαυτός μου. 
Τι κάνεις τότε ; Τον κοιτάς, σε κοιτάει, του χαμογελάς, σου χαμογελάει, τον διώχνεις και κολλάει επάνω σου και βλέπεις ότι ο κόπος να απαλαγείς απ΄αυτόν είναι μάταιος. 
Σιαμαίος σύντροφος για μιά ζωή. Εσύ σκέφτεσαι και πράτεις αυτός κρίνει, εσύ φωνάζεις αυτός σιωπά, εσύ σιωπάς αυτός φοράει το χαμόγελο της Τζοκόντας και περιγελά την σιωπή σου. Αμίλικτος, που μ΄ ένα αόρατο μαστίγιο σηκώνει κύματα στη θάλασσα της θλίψης. 
Απο τότε που πήρα χαμπάρι τις τέτοιου είδους ατάκες του έψαχνα να βρώ τον λόγο της παρουσίας του, τι του έκανα τέλως πάντων και ήρθε να μου κάνει την ζωή δύσκολη ; Χάθηκε ο κόσμος να πάει να αράξει σε κάναν άλλο, ή να πάει να ζήσει μόνος του ρε παιδί μου ; Χαμένα λόγια.
Στη αρχή εμφανιζόταν αραιά και πού, ίσα-ίσα για να πάρω στα υπ΄όψιν μου την παρουσία του. Ερχόταν εκεί που δεν τον περίμενα : οδηγώντας, περπατώντας, όταν απολαμβανα ένα ηλιοβασίλεμα, όταν χανόμουνα στο βαθύ γαλάζιο τ΄ουρανού, όταν κοιτούσα ένα λουλούδι, μιά γυναίκα, ένα παιδί. Με τον καιρό, πήρε θάρος βλέπεις, έγινε μόνιμος επισκέπτης κι΄εκεί αρχίσαμε να τα χαλάμε, βασικά τα δικά μου χαλάγαμε γιατι αυτός δεν φαινόταν να περνάει και άσχημα. Κόντρες παντού, ήταν κι΄ο καιρός που άρχισε να μιλάει μεσω της σιωπής του που έλεγε πάρα πολλά. Σε κάθε ψιλοκόντρα μας εξαφανιζόταν για λίγο και μετά ερχόταν πάλι κρατώντας στα χέρια του κομμάτια απ΄το παρελθόν μου. Μου τα πέταγε μπρός στα πόδια μου και μ΄άφηνε έπειτα μονάχο. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο : Πάρτα και φτιάχτα, σιγύρισέ τα !

Είσαι μπαμπέσης ρε, τι πάς και μου τα φέρνεις όλα αυτά ! Εδώ είναι οι Θερμοπύλες ! Τι πάς και μου κουβαλάς τα σαμπράγκαλα της θειάς σου, νομίζεις πως φοβάμαι ;
"Δύσκολοι καιροί", έλεγα τότε που να ήξερα όμως ότι τα πιό δύσκολα θα ακολουθούσαν και ότι κάποτε θα δινόταν και η τελική μάχη.

Το γλυκό απόγευμα, με  βαγκνερικά χρώματα και με συνοδεία τις τρίλιες και τα τιτιβίσματα των μικρών μου φίλων, αποχαιρετούσε την ημέρα. Το γλυκό σκοτάδι με τύλιξε και μού΄φερε μορφές απο το παρελθόν να κουβεντιάσω. Εκεί, πάνω στο πάρε-δώσε του λόγου και την γλύκα των αναμνήσεων, τον είδα να ξεπροβάλει και να έρχεται, αποφασισμένος για να πράξει, πρός το μέρος μου. Οι μορφές, απο ντροπή και φόβο, χαθήκανε και μείναμε οι δυό μας. Δεν ήταν ο ίδιος, το έβλεπα ξεκάθαρα. είχε τα χέρια δεμένα στο στήθος και έφερνε βόλτες συνέχεια. Σταματούσε, με κοιτούσε, κουνούσε το κεφάλι απελπισμένα κι΄έπειτα ξανάρχιζε απ΄την αρχή.


- Τι έγινε; του λέω, τι τρέχει ;

Σταμάτησε μπροστά μου και με κοίταξε. Μιά πίκρα κι΄ένα παράπονο ήταν απλωμένα στην μορφή του και η θλίψη έσταζε απ΄τα μάτια του.

- Κουράστηκα. μου είπε. Κουράστηκα πάρα πολύ μ΄εσένα !
- Μ΄έμένα; Κι΄αν εσύ κουράστηκες τι να πώ κι΄εγώ ;
- Ξέρεις, ήρθε η ώρα να αλάξουμε την σχέση μας.
- Και πώς παρακαλώ, και τι θα την κάνουμε ;

Δίχως να μου απαντήσει έγινε άφαντος και μετά απο μια στιγμή βρισκόταν πάλι κοντά μου μα όχι μόνος.
Αργά-αργά άπλωσε τα χέρια του και άφησε να κατέβει απο την αγκαλιά του ένα παιδί. Το άφησε εκεί μπροστα μου κι΄εγινε πάλι άφαντος !
Κοίταξα τον μικρό περίεργος και αναστατωμένος. Τα μάτια του δυό παράπονα, το χαμόγελό του ένα δάκρυ. 

Με πλησίασε αργά σηκώνοντας ολοένα το κεφαλάκι του για να μπορεί να με βλέπει. Ντράπηκα και γονάτισα μπροστά του. Έμεινα έτσι γονατιστός για μια στιγμή και άφησα το βλέμμα μου να ξεκουραστεί επάνω στο δικό του ώσπου τον γνώρισα !

Στιγμές σιωπής. Στιγμές σιωπής που μέσα του βρίσκεις αλήθειες και γνώση.
Έφερα τα χέρια μου στο στήθος μου να κρατήσω την ψυχή μου που ήθελε να φύγει, έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου για να κρατήσω τα δάκρυά μου, διέταξα τον νού μου να με διαγράψει, αναζήτησα τον πόνο, ζήτησα απ΄την άγνοια να μ΄εκδικηθεί, έλιωσε η ύπαρξή μου μπρός στο άγιο πρόσωπο ενός παιδιού. 

Ένιωσα το χέρι του να μ΄ακουμπάει απαλά στον ώμο και μια γλυκειά ζέστη με πλημύρισε. Σήκωσα το άδειο μου βλέμμα και τον είδα. Στεκόταν δίπλα μου ντυμένος σ΄ένα βαθυκόκκινο αστραφτερό χειτώνα. Το γλυκό χαμόγελό του μ΄ούδινε σιγα-σιγά ζωή.


- Τώρα που άνοιξες την πόρτα της ευτυχίας μην σταματήσεις ! μου
  είπε, έκανε μεταβολή και χάθηκε στο δάσος της αλήθειας που
  απλωνότανε μπροστα μου.


Σκέφτομαι μήπως μελαγχολώ επειδή μου λείπει αυτός ! Ποιός ξέρει ;