Samstag, 23. April 2011

ΜΟΝΑΞΙΑ

 Εδώ και δυό 10ετίες έχω αράξει σε μια μικρή πολιτειούλα της Νότιας Γερμανίας. Η ονομασία της, νοηματικά μεταφρασμένη, είναι Δασοκκλησιά (ές) - Waldkirch - και ού αδίκως γιατί πρώτον υπάρχουν, ούτε λίγο ούτε πολύ,  7 (επτά) καθολικές και ευαγγελικές εκκλησίες (μιλάμε για μια περιοχή που έχει γύρω στις 16.000 κατοίκους έτσι !) και δεύτερον η πόλη είναι χτισμένη στις πλαγιές και στη ράγα μιά κοιλάδας που είναι σπαρμένη απο Πεύκα, Έλατα, Οξυές και Λεύκες και που η προέκτασή της μας βγάζει στο κέντρο της άλλωτε Αλσατίας.
Σε δύο απο τίς εκλησσίες αυτές αξιώθηκα να μπώ : μια φορά, με αφορμή την έναρξη του σχολείου για τον γιό μου, σε μια μικρή ευαγγελική που είναι κοντα στο σπίτι μου, και μία ακόμη, στην μεγαλύτερη απο όλες, που είναι καθολική και βρίσκεται λίγο πιό πάνω απ΄το σπίτι μου. Ο λόγος για την επίσκεψη αυτή, ναί αλήθεια δεν τις μπορώ τις εκκλησίες των μαζών (μ΄ούχει μείνει κουσούρη απο την εποχή του Δημοτικού τότε που είχαμε ελεύθερο μόνο την Κυριακή και μας ανάγκαζαν να πηγαίνουμε στη εκκλησία πού σχεδόν πάντα είχε μια μπόχα απο σκόνη, ανθρωπίλα και λιβάνι κακής ποιότητος, να βγάλεις ότι είχες φάει την βδομάδα ολόκληρη δηλαδή, και κάτι παπαπάδες που δεν ξέραν να κάνουν ούτε αααααα ρε παιδάκι μου), ο λόγος λοιπόν, ήταν το ότι με συγκλόνησε ο Ήχος του οργάνου που έβγαινε απο μέσα. Έβρεχε θυμάμαι κι΄εγώ, τρελός όπως πάντα, βγήκα για βόλτα να πάρω λίγο αέρα. Ήτανε ένας απο τους πρώτους μου Χειμώνες εδώ και απολάμβανα κυριολεκτικά την ησυχία, το πράσινο και τον καθαρό αέρα (απ΄το Βερολίνο στίς Δασοκκλησιές μεγάλη διαφορά !). Το όργανο, οι ειδήμονες ας κρατηθούν, είναι αυτές οι ντουντούκες απο μέταλο βαλμένες όλες στην σειρά και κατά μέγεθος που άν παίζουν "γεμάτες" συγχορδίες τρέμουν τα στήθια σου και η καρδιά σου αλάζει θέση. Εν΄πάσει περιπτώση, μπαίνω μέσα και ψάχνω να βρώ τον "παίχτη". Βρε αμάν για αμάν τι πράμα είναι αυτό, που είναι ο άνθρωπος που αγγίζει το Θεό (Νάάάάτος πάλι ο Κύριος. Τελικά έιπαμε : δεν γίνεται να μήν τα βάλουμε αυτά τα πράματα στην ζωή μας αλλά είναι νομίζω σημαντικό το πώς και πού τα βάζουμε. Πάααααλι ξέφυγα). Τίποτα, σιωπή, νέκρα, ούτε παίχτης ούτε παίχτρα και το όργανο να παίζει Γιάννη Μπάχ (πώς λέμε .... Γιάννης Πάριος, εντάξει διαφορετικές κλάσεις αλλά συνηρμικά τουλάχιστον ταιριάζουν).
Άκουσα όλη τον σουϊτα, ναί ρε παιδιά υπάρχουν κι΄ άλλες σουϊτες πέρα απ΄αυτές που ξέρουμε με τα μπάνια, κουζίνες και τα τοιαύτα, και στην πορεία της εξέλιξης τών θεμάτων της άρχισα να μη νοιώθω καλά. 
Το να βιώνεις ένα γεγονός που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν αποτέλεσμα κάποιας πνευματικής λειτουργείας ενός ανθρώπου, και ξαφνικά ο παράγοντας "άνθρωπος" να εξαφανίζεται είναι για μένα σαν να είσαι ερωτευμένος για καιρό και όταν έρθει η στιγμή για εκείνα τα...  "αλλιώτικα τα πασαλιμανιώτικα"  βγάζοντας τα ρούχα του άλλου να παρατηρείς ότι αυτός ο άλλος αποτελείται απο μέταλλο και δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ρομπότ. Πές μου λοιπόν, εσύ θα συνέχιζες ...... (εκτός βέβαια αν είσαι τρελαμένος/η με τα ηλεκτρονικά). Χα χα χα τι ωραία !

 Δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι, η μουσική που άκουγα δεν παιζόταν απο ανθρώπινα χέρια αλλά απο έναν μικρό υπολογιστή που ήταν συνδεδεμένος με τα πλήκτρα του οργάνου.
Τι τα θές.. άφησα την εκκλησία με έντονο το υπαρξιακό μου πρόβλημα και με καρδιά ραγισμένη.

Από τότε δεν ξαναπάτησα σε εκκλησία. Εκκλησιάζομαι μόνος μου, προσεύχομαι στο σπίτι μου, παίζω ζωντανή μουσική και τα δάκρυα απ΄τα μάτια μου είναι αληθινά.


  
Αυτό είναι ένα "μικρό" όργανο.



ΤΟ ΨΩΝΙΟ


Εκεί γύρω στα ΄89 αρχίζουν και καταυθάνουν, στο τότε Δυτικό Βερολίνο, ορδές απο Ανατολικούς και Σλάβους που δεν έχουν στον Ήλιο μοίρα και που λίγο αργότερα θα καλύψουν τις καλύτερες θέσεις νταβατζίδων εμπόρων ναρκωτικών και όλων των συναφών επαγγελμάτων της πόλης. Τον καιρό αυτό όμως βρίσκονται στις αρχές της καριέρας τους και την βγάζουν με ψιλικατζίδικες δουλειές : τσιγάρα και αλκοόλ στη μαύρη αγορά, κάτι μικροληστείες απ΄οδώ κι΄απο κεί και σε ημικεντρικούς χώρους μαζεύονται σε μικρές ομάδες προσπαθώντας να ελκύσουν τους περαστικούς σε τυχερά παιχνίδια με τράπουλες και με τον παπά. Οι ομάδες αυτές κάνανε μπάμ. Οι μουτσούνες, τα ρούχα, οι φωνές και γενικώτερα ο τρόπος τους έδειχναν ανθρώπους απο άλλη κουλτούρα με άλλα ήθη και έθιμα. Περνούσες λοιπόν απο κοντά και άκουγες ξαφνικά " .... θεέ μου πάλι κέρδισα ! Τι τύχη ειναι αυτή ". 
Ποιός δεν θα ρίξει μια ματιά σ΄αυτόν που το αναφωνεί ; Πλησίαζες λοιπόν και έβλεπες τον υποτιθέμενο παίχτη που κέρδισε να μαζεύει κάτι 100ρικα (μιλάμε για Μάρκα έτσι ! Σήμερα 100 Μάρκα έχουν την αξία των 200 €. Με άλλα λόγια ο τυχερός καθαριζε με κάνα 500ικο Ευρώ).  Όλη η δουλειά στημένη. Ο κράχτης, οι υποτιθέμενοι θεατές, και ο ταχυδακτυλουργός. Τα κοροϊδα ; Μάάάτσο σου λέω ! ! !

Είναι λοιπόν ένα πανέμορφο ανοιξιάτικο πρωινό, μ΄εχουν ξυπνήσει τα πουλάκια, έχω την καφεδιά μου δίπλα και την κιθάρα κουρντισμένη στο Σολ και ταξιδεεεεεεεύω.
Η παρά λίγο πεθερά μου, η οποία ερχόταν τότε τακτικά Βερολίνο για να μαζέψει κουλτούρα, εθνικότης γερμανική, μου χτυπάει δειλά-δειλά την πόρτα και μου θυμίζει ότι σε λίγο πρέπει να την κάνουμε γιατί αλλιώς θα μας πιάσει το μεσημέρι, λές και θα χάναμε το πανηγύρι. Νάμαστε λοιπόν σουλάτσα στούς δρόμους και της γειτονιές της Wilmersdorf. Εγώ χαζεύω σε βιβλιοπωλεία και μουσικούς οίκους και η κυρία σε οίκους μόδας, χρυσαφικά και διάφορα τέτοια τζίτζιλι-μπίτζιλι. Εκεί λοιπόν που όλα δείχνουν ότι η μέρα κυλάει όμορφα νάσου και ακούγεται η κραυγή : " Ω Θεέ μου σ΄ευχαριστώ, σ΄ευχαριστώωωωωω !" 
Γυρνάει η γιαγιά και με ρωτάει : "τι έχει αυτός και ευχαριστεί τον Κύριο ;" και πρίν καλά-καλά βρώ χρόνο να της απαντήσω την βλέπω να κατευθύνεται πρός το μέρος της κλίκας που έψαχνε θύματα. 
Την παίρνω απο κοντά την γιαγιά και της εξηγώ ότι αυτά τα παιγνίδια τα παίζανε και παλιά στη πλατεία Ομονοίας, τότε που είχε ακόμη το όμορφο συντριβάνι, κάτι αλάνια και απο αυτό ζούσανε, και ότι μέχρι και στην κουλτούρα μας το έχουμε περάσει αυτό το παιχνίδι (βλ.το λαϊκόν άσμα : εδώ παπάς εκεί παπάς). Η γιαγιά ανένδοτη, ήθελε να δεί και να ευχαριστήσει κι΄αυτή τον Κύριο. Πάει, κοιτάζει, βλέπει, κρίνει και αποφασίζει: 

- Θα παίξω κι΄εγώ αφού βλέπω ξεκάθαρα που είναι το μπαλάκι !  
  (παπάς με μπαλάκι και τρία καλαθάκια και που τελικά το  
  μπαλάκι δεν βρίσκεται σε κανένα απο τα τρία καλαθάκια).
- Γιαγιά όχι γιατί είναι κοροϊδία !
- Μπάααα, μην ανησυχείς ξέρω εγώ !
- Βρέ καλή μου, βρέ χρυσή μου τζάμπα θα στα φάνε !
- Όχι θα παίξω !
- Βρε πάμε να τα φάμε εμείς να τα φχαριστηθούμε !
- Όχι θέλω να παίξω !
- Μωρή τρελέγκο δώστα στα φτωχούλια πιό κάτω που δεν έχουν
  να φορέσουν ένα παπούτσι στο ποδαράκι τους !
- Όχι εγώ θέλω......
- Άντε γαμήσου κι΄εσύ και τα θέλω σου ! Αμάν πιά !!!!

Ανένδοτη η γιαγιά πάει ρωτάει. Πόσο ; Εκκατό της λένε. Δεν έχω λέει εκκατό, έχω πενήντα. Τρία δευτερόλεπτα σιγή και μετά, δήθεν και ότι της κάνουνε χάρη, την αφήνουν να παίξει
Εδώ το μπαλάκι εκεί το μπαλάκι πούν το μπαλάκι ; Πού΄ν το ρημάδι το μπαλάκι, που είναι ; Εξαφανίστηκε ! Γυρνάει η γιαγάκα και με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια και δεν μπορεί να καταλάβει πώς αυτή, με το αητήσιο μάτι, δεν βρήκε το μπαλάκι και έχασε και τα πεννήντα μάρκα.
Νάαααααα μωρή, πάρτα, ηλήθιο πλάσμα ! Δεν σου είπα ότι σε κλέβουνε !

Η γιαγιά όμως έχει, η μάλλον νομίζει ότι έχει, κι΄αλλον  Άσσο στο μανίκι. Με πλησιάζει και με ρωτάει χαμηλόφωνα : " Μήπως έχεις λεφτά μαζί σου ;"
΄Εεεεε δεν άντεξα άλλο. Την αρχίζω στα μπινελίκια  και την αφήνω σύξηλη στη μέση της πλατειούλας.
Γύρισα σπίτι και ξανάπιασα την κιθαρούλα μου, σε Σόλ, και ακόμη να ηρεμήσω.

Γιά κοίτα ρε κάτι ψώνια που υπάρχουν !!