Samstag, 19. Februar 2011

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Βρέθηκα λοιπόν τις προάλλες σε σπίτι φίλων για φαγητό και κουβεντούλα. Ένα υπέροχο ζευγάρι ανθρώπων που έχουν και μιά κόρη, την Άννα. Η Άννα λοιπόν, αφού σπούδασε, πήρε και κάτι διδακτορικά, έπιασε δουλειά στο πανεπιστήμιο και όπως ήταν και προκομένο κορίτσι πήγαινε καρφί για προφέσορ. 
Μετά απο κάτι μήνες λοιπόν οργανώθηκε μιά ερευνητική αποστολή απο τον κλάδο της, για την Νότια Αμερική, στη οποία και πήρε μέρος. Το πολύ παράξενο όμως είναι οτι, μια βδομάδα μετά την αφοιξή τους η Άννα εξαφανίστηκε. Χαμός στο ίσωμα ! Άντε τώρα εσύ να βρείς την Άννα όταν στα απέραντα αυτά δάση της ζούγκλας δεν βλέπεις την μύτη σου ; 
Πάνω που η ελπίδα είχε αρχίσει να ραγίζει λοιπόν, νάσου και η Άννα καμαρωτή - καμαρωτή, μαυρισμένη απ΄τον ήλιο μ΄ένα χαμόγελο μέχρι τ΄αυτιά και μ΄έναν αέρα του στύλ : "παιδία, εντάξει, δεν έγινε τίποτα, πάμε παρακάτω !"
Απο εκείνη την ημέρα λοιπόν εγώ παρατήρησα ότι, η Άννα μας άλλαξε. Μέσα της έγινε μια μεταμόρφωση χαρακτήρα. Το έδειχνε και το έλεγε αυτό η ματιά της, το περπάτημά της, οι κινήσεις της και πιό πολύ οι κουβέντες της.  Σταμάτησε να βγαίνει με παρέες σε μπάρ και ταβέρνες, δεν ήθελε πολούς ανθρώπους γύρω της, και άρχισε να ασχολήται και να παίζει με πάθος τσαράνγκο.
  Αφού τελειώσαμε λοιπόν το φαγητό εγώ κι΄ο φίλος μαζέψαμε τα πιάτα, καθαρήσαμε το τραπέζι και πήγαμε στην κουζίνα, αυτός για να τα πλένει, κι΄εγώ για να ετοιμάσω το απαραίτητο καφεδάκι.
Στο τραπέζι ήταν καθισμένες οι δύο γυναίκες. Η Άννα με απλωμένα τα πόδια προς τα εμπρός και έχωντας φέρει το χέρι της πίσω απο την πλάτη της καρέκλας έδειχνε να απολαμβάνει αυτή τη γλυκειά κούραση μετά το γεύμα. Η μάνα της όμως είχε τα χέρια επάνω στο τραπέζι και ..... δεν ήξερε που να τα βάλει. Τελικά πήρε μια ανάσα και ακούστηκε ο εξής διάλογος :

- ..... άχ  βρέ πουλάκι μου τι θα γίνει με σένα, πότε θα φτιάξεις τη ζωή σου ;
- Γιατί ρε μάνα, χαλασμένη είναι η ζωή μου ;
- Όχι ματάκια μου γλυκά, αλλά να.... λέω,  πότε θα βρείς έναν άνθρωπο στη ζωή σου να ταιριάξεις ; Τόσα παληκάρια σε περιτριγυρίζουν κι΄εσύ δεν σηκώνεις τα μάτια να κοιτάξεις κανένα.
- Αυτό ακριβώς είναι μάνα ! Άνθρωποι που σε περιτριγυρίζουν κάτι θέλουν απο σένα, είναι σαν τους λύκους ! Κι΄αν δεν σηκώνω την ματιά μου είναι γιατί τα βλέπω όλα  με τα μάτια της ψυχής, και αυτά που βλέπω με φοβίζουν. Η αγάπη μάνα, γιατί κατάλαβα εκεί το πάς, δεν θέλει θέλω, θέλει πάρε ! Σε οποιαδήποτε αγάπη δεν χωράει το μέτρημα ! Για να αγαπήσεις πρέπει ν΄άσαι ελεύθερος μάνα !
- Ναι καρδούλα μου, ναί ψυχή μου, αλλά κι΄εμείς γερνάμε και θα μας έδινες μια μεγάλη χαρά  αν ...
- Δηλαδή ρε μάνα να σας δώσω εσάς χαρά και εγώ να πάρω τα υπόλοιπα ;
- Υπόλοιπα ; Ποιά υπόλοιπα παιδί μου, άχ τι λόγια είναι αυτα άγγελέ μου ; Δέν είναι καλό στη ζωή να περπατάς μόνος σου ψυχή μου, χρειάζεσαι ένα σύντροφο !
- Αυτόν μάνα, άν είναι να τον βρώ στο μονοπάτι της ζωής που διαβαίνω, όταν θα σηκώσω την ματιά μου για να την ξεκουράσω, θα τον δώ να περπατάει στο πλάϊ μου. Πάτα τώρα το κουμπί για να ακούσω το τραγούδι μου.


Εγώ πάντως μαγεύτηκα απο τα λόγια αυτά της Αννούλας και φυσικά κι΄απ΄το τραγούδι της τόσο ώστε να μείνω για αρκετά δευτερόλεπτα ακίνητος, να μου χυθή ο καφές και ν΄ άχω τον φίλο μου δίπλα να χαμογελάει κάπως μυστήρια μα και ευτυχισμένα.

(Αν "πατήσετε" τη Σαλώμη  θα μπορέσετε να ακούστε κι΄εσείς το κομμάτι της Αννούλας.) 

Σαλώμη


ΟΠΟΙΟΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΔΕΝ ΚΟΙΜΑΤΑΙ !

Το τραπέζι μας ήταν μικρό, κολημένο στον τοίχο, με δύο καρέκλες,  με κόκκινο τραπεζομάντηλο και  το μοναδικό. Η γαλαρία είχε ένα κόκκινο χαλί που έφτανε απο την μια άκρη ώς την άλλη και οι τοίχοι της ήταν στολισμένοι με κηροπήγια  που είχαν άσπρα αναμένα κεριά και με άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα που οι ρίζες τους μπαίναν και χάνονταν στα πετρώματα των τοίχων. Το φώς γλυκό, σε γαλήνευε και μαζί με το άρωμα των λουλουδιών έφτιαχνε μια ατμόσφαιρα σχεδόν ερωτική.
Λέω "σχεδόν" γιατί αυτή μου τα χαλούσε. Κάθε φορά που την κοίταζα άλαζε η μορφή  της. Την μιά γινόταν ξανθιά με γαλανά μάτια, την άλλη μελαχροινή με πράσινα μάτια την άλλη γινόταν τα μαλλιά της άσπρα και σε κάποια στιγμή αλάξαν θέση και τα μάτια της. Το ένα βρέθηκε πάνω στο μέτωπό της, το άλλο κατέβηκε και πήγε δεξιά δίπλα στην μύτη της,  μου θύμησε Πικάσσο,  και εγώ δεν ήξερα ποιό απο τα δύο να κοιτάξω. Ε αυτό, όσο και να θέλει η ατμόσφαιρα, δεν μπορείς να το πείς ερωτικό !
Έκοψε απότομα αυτές μου τις σκέψεις μ΄ένα μονόλογο που κράτησε έναν αιώνα !

"Βλέπω ακριβώς το τί βλέπεις και σκέφτομαι αυτό που σκέφτεσαι. Το μυαλό σου και οι σκέψεις σου είναι σαν ένας πίθηκος που πηδάει απο το ένα δένδρο στο άλλο ακατάπαυστα και σχεδόν χωρίς σκοπό. Φτιάχνει ότι αυτό θέλει και όπως το θέλει. Είσαι ένας απ΄αυτούς που δεν μπορούν να κουλαντρίσουν την σκέψη τους γι΄αυτό και βλέπεις αυτά που βλέπεις ! Δέν είσαι ο μόνος όμως ! 
Σήμερα ήρθα για να σε πάρω, πάλι το μυαλό σου στις βρωμιές, όχι, ήρθα να πάρω την ψυχή σου και να την πάω σ΄αυτούς που έχεις χάσει, σ΄αυτούς που αναζητάς τις νύχτες της ξαγρύπνιας όταν είσαι μονάχος, σ΄αυτούς που η θύμησή τους σου φέρνει δάκρυα στα μάτια, σ΄αυτούς που ο χαμός τους γεφύρωσε τον κόσμο σου με τον δικό τους και έτσι έχει γίνει το δικό σου ταξίδι πιό γλυκό. Μή με κοιτάς έτσι παράξενα και δικιολογίες του στύλ, είμαι κουρασμένος πάω για ύπνο, δεν αρμόζουν εδώ γιατί όποιος αγαπάει δεν κοιμάται ! Έλα, πάμε !"

Με φίλησε στα μάτια, μ΄έπιασε απ΄το χέρι και με γέμισε με φώς. Ένα φώς που ντύνει τα δάκρυά μου και τα κάνει άστρα που φωτίζουν κάθε φορά το πέρασμά μου στον κόσμο των αγαπημένων.