Samstag, 12. Februar 2011

ΓΙΑΤΙ ΚΛΑΙΣ ΑΓΓΕΛΕ ΜΟΥ ;


Το βασικό ρεπερτόριο επικοινωνίας  των θηλαστικών περιέχει, πέραν των άλλων, και δύο περίεργες μορφές έκφρασης. Περίεργες για μάς τους ανθρώπους γιατί για τον υπόλοιπο "πανιδικό" χώρο δεν μπαίνει τέτοιο θέμα, την χαρά και την λύπη. 

Η τοπολογία των δύο αυτών ψυχικών εκδηλώσεων ( η θέση τους δηλαδή) στον εγκέφαλο είναι γειτνιάζουσα με αποτέλεσμα ορισμένες φορές να γίνονται μπερδέματα  του στύλ : κλαίω απ΄την χαρά μου η του να μας πιάνουν τα γέλια σε περιπτώσεις που θα έπρεπε να κλαίμε, μη γελάτε, αυτά είναι σοβαρά πράματα και συμβαίνουν πολύ πιό τακτικά απ΄ότι φανταζόμαστε.
Αυτοί οι τρόποι έκφρασης έχουν σαν μηχανισμούς εκδήλωσης, μεταξύ άλλων,  το γέλιο  και το κλάμμα και νομίζω πως μας είναι ξεκάθαρο πότε θα πρέπει να λειτουργεί το ένα και πότε το άλλο η όχι ;
Όταν βλέπουμε τον φίλο, την αγαπημένη, όταν έχουμε κάποια επιτυχία στη ζωή, όταν είμαστε ερωτευμένοι η όταν μας "κάτσει" το Λόττο έ τότε θα χαρούμε έτσι δεν είναι ;
Αντιθέτως, στο χαμό ενός αγαπημένου ατόμου, στη συμπαράσταση του φίλου, στην ενσυναίσθηση για τον πόνο και τον χαμό του κόσμου θα κλάψουμε.

Εγώ ξέρω έναν άγγελο (τ΄αχω με τούς αγγέλους και θα σας πώ κάπου αλλού για ποιό λόγο) που και στη χαρά και στη λύπη ξέρει μόνο να κλαίει !


ΕΜΕΝΑ ΠΟΥ ΜΕ ΒΛΕΠΕΙΣ ....

Δεν σε κοιτούσε στα μάτια. Κοίταζε σχεδόν σε μόνιμη βάση στο πάτωμα.
Όταν σε κοιτούσε, και αυτό γινόταν σπάνια, είχες την εντύπωση ότι σε κοιτάει ο Χριστός. Αυτός ο Χριστός που ξέρουμε απο τα βιβλία και τις εικόνες. Η μορφή του γαλήνια και μελαγχολική, ντυμένη με δυό μάτια γαλανά σε ένα οβάλ πρόσωπο, με λεπτά χείλη και μικρή λεπτή μύτη και όλο αυτό καδραρισμένο σε πλούσια κοκκινόξανθα μαλλιά.
"Η ματιά μου είναι βαριά", μου είπε κάποτε, "γιατί κουβαλάει τον πόνο των παιδιών που κλάψανε και κλαίνε."
Αυτό μου το είπε έτσι απλά κάποιο απόγευμα αντί για καλησπέρα.

Συνήθιζε πάντα, πρίν χτυπήσει το κουδούνι για να του ανοίξω, να σταματάει στο δρόμο, απέναντι απο το παράθυρο του γραφείου, να σηκώνει αργά το κεφάλι, να μου χαμογελάει σαν παιδί και να μου κουνάει το χέρι σε χαιρετισμό. Όταν του άνοιγα και έμπαινε στο σπίτι μ΄ούλεγε :  "Είσαι πάλι μαζί μας, ήρθες πάλι κοντά στους τρελούς αυτού του κόσμου ;"

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ χτύπησε την πόρτα του γραφείου, που έτσι κι΄αλλιώς ήταν ορθάνοιχτη, και μου ζήτησε ένα τσιγάρο. Του είπα οτι απαγορεύονται τα πάρε δώσε μεταξύ ασθενών και προσωπικού και του έδωσα το σακουλάκι με τον ταμπάκο και τα φυλλαράκια. Σιωπηλή συνεννόηση. Τα πήρε, έστριψε τσιγάρο και κάθισε στο πάτωμα, στο κούφωμα της πόρτας.

Το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη και σβηστό, το κεφάλι ακουμπισμένο στη κάσσα της πόρτας και τα χέρια δεμένα γύρω απο τα γόνατα λές και κρατούσε τον εαυτό του να μην φύγει, άρχισε να απαγγέλει στίχους του Γκαίτε.
Σε μιά στιγμή ξαφνικά σταμάτησε, σηκώθηκε, έριξε το βλέμμα του πάλι στο πάτωμα και μου είπε :  "εμένα που με βλέπεις είμαστε τρείς."
"Δέν κατάλαβα"
, του είπα. Αυτός χωρίς κάν να δώσει σημασία στη ερώτησή μου συνέχισε,  "αυτός που ήμουνα είμαι τώρα εγώ, αυτός που έγινα είναι ο άλλος και αυτός που ήρθε τελευταία είναι ο Θεός ! Κατάλαβες τώρα γιατί είμαστε τρείς;"

Έκανε μεταβολή και χάθηκε στο βάθος του διαδρόμου και ήταν σαν να έβλεπα ένα φώς και μια λάμψη ουράνια να γεμίζει τον χώρο και την ψυχή μου.