Samstag, 5. Februar 2011

ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΣΥΝΝΕΦΟ

Η αλμύρα και η υγρασία με χτυπούν στο πρόσωπο και στα ρουθούνια. Για άλλη μια φορά στη Θεσσαλονίκη η πιό σωστά στο αεροδρόμιο. Γύρω μου φούρια, άγχος και χαμός. Το καταλαβαίνεις ακόμη και αν είσαι τυφλός. Δέν χρειάζεται να το δείς. Το νιώθεις με όλες τις υπόλοιπες αισθήσεις (πάλι καλά που δεν είμαι συναισθητικός τύπος γιατί αλλιώς θα τα είχα παίξει). Με το όργανο στα χέρια (συντροφιά μια ζωή τώρα) και με μιά βαλιτσούλα
αράζω έξω πάνω σε κάτι σιδερένιους χαμηλούς φράχτες που λές και φτιάχτηκαν γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο : να αράζουν οι κουρασμένοι.
Είμαι όντως κουρασμένος γιατί κοιμήθηκα στις δύο, σηκώθηκα στις τέσσερις, και η ώρα πάει δέκκα. Δεν με νοιάζει όμως. Η Ελλάδα, με τον ένα η τον άλλο τρόπο, είναι βάλσαμο για τούς ξενητεμένους, φυσικά μόνο όταν κατέχουν το Στάτους του ξενητεμένου.
Η ματιά μου θολή και δυσκίνητη ψάχνει για την σιλουέτα του φίλου μου του Χρήστου που θα έρθει απο την Συκαμινιά να με πάρει. Στο οπτικό μου πεδίο εμφανίζεται ένας 25άρης που την στήνει ακριβώς εκεί που εγώ κοιτάζω. Φοράει μαύρα και είναι κομμένος. Το πρώτο πράμα που κάνει είναι να ανάψει τσιγάρο και να πάρει μια τόσο βαθιά ρουφηξιά που την νιώθω κι' εγώ ο ίδιος. Το βλέμμα του χάνεται μακριά στα μικρά σύννεφα του ορίζοντα και ξεφυσάει τον καπνό σαν ταύρος θυμωμένος. Άλλο τόσο θυμωμένος είμαι κι' εγώ που μου κόβει την θέα και που μπορεί να χάσω τον φίλο τον Χρήστο και να μπερδευτούμε άσχημα.
Δεν προλαβαίνω να κάνω όλες αυτές τις σκέψεις και νάσου σκάει μύτη δεύτερος, στην ηλικία του πρώτου, στα μαύρα και με τίς ίδιες ακριβώς ανάγκες : τσιγάρο, αμίλητος, το βλέμμα στα ίδια σύννεφα που πάει και κολλάει στον πρώτο κι' εγώ να χάνω όλο και πιό πολύ το οπτικό πεδίο. Βρέ αμάν βαλτοί είσαστε ;
Λές και ήταν δεμένοι με αόρατα νήματα έρχεται κοντά τους ένας ξανθός άγγελος με μάτια βουρκωμενα που ανάβει κι' αυτός τσιγάρο και ψάχνει τα ίδια σύννεφα που κατα παράδοξο τρόπο έχουν εξαφανιστεί, και το βούρκωμα γίνεται κλάμα σιωπηρό.
Αργά αργά και ντυμένες σε νωχελική λύπη πλησιάζουν την παράξενη παρέα δύο πανέμορφες γυναίκες κάποιας ηλικίας που θα μπορούσαν όμως κάλλιστα να ήταν θεές μεταμορφωμένες όπως η Δήμητρα όταν έψαχνε την κόρη της την Περσεφόνη.
Είναι κι' αυτές ντυμένες στα μαύρα και αισθάνομαι λές και σιγά σιγά συναρμολογήθηκε μπροστά μου ένα μαύρο σύννεφο.
Τα πρόσωπα έγιναν πέντε και είναι σαν ένα πάζλ που ολοκληρώθηκε αυτήν ακρκιβώς την στιγμή. Ένα πάζλ δακρύων γιατί τώρα κλαίνε όλοι μαζί. Πέντε Άγγελοι ντυμένοι στα μαύρα κλαίνε για κάποιον που έφυγε άδικα και πολύ νωρίς. Έτσι είναι! Ο πόνος είναι διαφορετικός !

Η ματιά μας συναντιέται. Οι πέντε κοιτάζουν εμένα και εγώ κοιτάζω τους πέντε. Αυτοί που κλαίνε είναι τώρα έξι. Κανείς μας δεν μιλάει.
Αυτοί θα χαθούν σε λίγο στο ρυθμό της πόλης και της ζωής που δεν μας αφήνει ούτε την λύπη μας να χαρούμε, κι' εγώ θα ταξιδεύω σε λίγο με τον Χρήστο για το βουνό τών Ολύμπιων  Θεών.

Για τελευταί φορά κοιταζόμαστε. Τα δάκρυα κυλούν και ο πόνος μας ενώνει. Είμαι η παρηγοριά τους κι' αυτοί είναι το τραγούδι μου κι' ο στίχος.