Sonntag, 30. Oktober 2011

ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ "ΔΙΑΚΟΠΕΣ"


"...... περάσαν κάνα δυό μήνες και θυμάμαι ήταν Καλοκαίρι του ΄46 και τυχαίνει να βρίσκομαι στην τουαλέτα που ήτανε πρίν το χωράφι μας και φυσικά έξω απ΄το σπίτι.
Όπως βγαίνω βλέπω να με περιμένουνε τρείς με αυτόματα. Ο ένας ήτανε ο χωροφύλακας, ο άλλος ένας συμαθητής μου και ο τρίτος μου ήτανε άγνωστος. Ρωτάω τον συμμαθητή μου : τι συμβαίνει Γιάννη ; Σάββα σε θέλει ο αστυνόμος, μου λέει. Ο ξένος βλέποντας ότι είμαι άοπλος και ακίνδυνος πήρε θάρρος και άρχισε να κάνει τον σκληρό λέγοντάς μου : "μπρός... μπρός..... γρήγορα".

Με πηγαίνουν στην Αστυνομία οπου βρίσκονται σε ένα δωμάτιο καμμιά 50αριά άτομα. Απο το χωριό, απο το Ψηλόκαστρο και απο το Πυξάρι. Ένας απο αυτούς, ο Μαλαματίδης έτυχε να έχει έρθει από την Ρωσία και τον είχανε για πολύ ύποπτο. Του βάλανε αορτήρα στα πόδια και αρχίσανε να τον βασανίζουν: 
- Απο πού είσαι ρέ ; 
- Απο την Ρωσία κυρ Αστυνόμε.
Όσο αυτός απαντούσε : απο την Ρωσία, τόσο και με πιο πολύ μίσος και αγριάδα τον χτυπούσανε μέχρι που το κατάλαβε ο κακομοίρης και άρχισε να λέει : "όχι όχι απο την Ελλάδα είμαι, απο την Ελλάδα !".

Εκείνη την ημέρα μου είπαν ότι απαγορεύεται να φύγω απο το χωριό και κάθε πρωϊ έπρεπε να εμφανίζομαι στο τμήμα και να λέω "καλημέρα".
Αυτό το βιολί συνεχίστηκε μέχρι τον Αύγουστο του ΄46 όπου με ειδοποιούν να μαζέψω τα βασικά πράγματά μου και να παρουσιασθώ στο τμήμα.
Μαζευτήκαμε καμμιά εικκοσαριά απο το χωριό και χωρίς καμία εξήγηση μας βάλανε στα Τζέιμς και μας πήγαν  στην Δράμα. 
Εκεί μας πήγαν πίσω απο το παλιό στρατόπεδο, που ήταν κι΄άλλοι μαζεμένοι, και αρχίσαν με ριπές όπλων στα πόδια να μας κάνουν να φοβηθούμε. Εμείς αρχίσαμε να χοροπηδάμε σαν τα κατσίκια αλλά κανείς μας δεν πτοήθηκε. 
Κοίτα ρε παιδί μου : Έλληνας να περιπαίζει Έλληνα μ΄αυτόν τον τρόπο ! Είναι ή δεν είναι ντροπή αυτό το πράμα ;
Απο κεί μας πήγαν στην Καβάλα και με μεταγωγικά μας μετέφεραν στο στρατόπεδο Καλλιράχης της Θάσσου. 
Είμασταν γύρω στα 800 άτομα, γιατροί, επιστήμονες κ.τ.λ. Εκεί αρχίζει η πείνα και το ξύλο. 
Μια βραδυά με ένα καΐκι αρχιζουν να μας παίρνουν προς το άγνωστο. Μιά φουρνιά τους πάνε Ικαρία. Η επόμενη, που ήμασταν εμείς, μας ετοιμάζουν για Άη Στράτη. 
Όπως πηγαίναμε, νύχτα, πιάνει μεγάλη τρικυμία και το καΐκι αναγκάστηκε να πάει για Λήμνο. Επειδή δεν φτάσαμε στον προορισμό μας άρχισαν να μας ψάχνουν μέχρι που ήρθαν στρατός οπλισμένοι και μας βρήκε και αφού μας ανέκρινε έναν έναν, μαζί και τους καϊξίδες για το τι έγινε και ποιός ο λόγος. 
Αφού πεισθήκανε ότι όλη η ιστορία έγινε λόγω τρικυμίας μας επέτρεψαν να φύγουμε και να πάρουμε κατευθηνση για  τον Αη Στράτη.

Στον Αη Στράτη έμεινα μέχρι τον Μάρτη του 1949 όπου με αρματαγωγο μας πήρανε και μάς πήγανε στην Μακρόνησο.

Εκεί το πρώτο πράμα που έγινε ήταν να μας ανακρίνουν έναν έναν ξεχωριστά. Στη συνέχεια γνώρισαμε την πείνα το κρύο και το ξύλο σε όλο τους το μεγαλείο. Αυτα τα τρία πράγματα δεν σταματήσαμε ποτέ να τα "γευόμαστε".
Στην Μακρόνησο μας ανάγκαζαν να δουλεύουμε για να είμαστε κουρασμενοι και να μην μένει δύναμη για κάποια άλλη ενασχόληση όπως λόγου χάριν οι πολιτικές συζητήσεις. Μας ανάγκαζαν να κουβαλάμε πέτρες άσκοπα απο δώ και απο κεί, να χτίζουμε οικίσματα και μετά να τα χαλάμε. Σε τελική ανάλυση όμως ορισμένα απο τα κτίρια που χτίστηκαν παρέμειναν σε όλη την διάρκεια όπως χτίσματα για κατοικίες στις πλαγιές των βουνών, θέατρο, με κερκίδες. Ανοίξαμε ένα Λατομείο και απο εκεί βγάζαμε πέτρες.

Στην Μακρόνησο υπήρχαν τα εξής κτίρια : 

α) Αρτοκλίβανοι όπου φυλάγαν και κρατούμενους,
β) Αγ. Γεώργιος όπου βρισκόμουν και εγώ, 
γ) Β Τάγμα 
δ) Α Τάγμα 
ε) Σ.Φ.Μ.

Μεγάλη πείνα .......

Μια πρωΐα μας καλούν σε προσκλητήριο και μας λένε : "όσοι ακούσουν τα ονόματά τους να συγκεντρωθούν μπρός στο β΄ τάγμα". Εκεί είδαμε χωροφύλακες με αυτόματα και τα μεγάφωνα να φωνάζουν ακατάπαυστα : "παραστρατημένα τέκνα της μητέρας Ελλάδος, η πατρίς σας συγχωρεί και σας δέχεται εις τας αγκάλας της".
Εμεις αυτό που νιώθαμε ήτανε μιά μαυρίλα απο ανθρώπους. 
ΑΜίτες γεμάτο ο τόπος και κρατάγανε σύρματα, ξύλα, μπαμπού και φωνάζανε "κάτω απ΄τον δρόμο κάτω απ΄τον δρόμο".

Τον λόγο τον πήρε ο διοικητής  Σηφάκης ο οποίος μας είπε τα εξής :" Σήμερον παραδίδω εξακοσίους νεοφερθέντες από το στρατόπεδο Αγ. Γεωργίου εις τον ...... Βασιλόπουλον Αντώνιο".

Ο Βασιλόπουλος πήρε σε κάποια στιγμή το μικρόφωνο και μας λέει : "Δέν θα σας δείρω αλλά μην νομίσετε ότι όπως ήτανε αλλού θα είναι και εδώ! Εδώ είναι αληθινή Ελλάδα !"

Τον λόγο του τον έκλεισε με Ζήτω : 

 - Ζήτω ο βασιλιάς!  Ησυχία.
-  Ζήτω ο στρατός !  Ησυχία. 

Ξαφνικά η Βούτα, οι Αλφαμίτες δηλαδή, αρχίζουν να βαράνε όπου και όποιον βρούν. Μπαίνουν μέσα στον όχλο και μας διαλύουν. Εμεις σκορπάμε και τρέχουμε όσο μπορούμε για να αποφύγουμε το ξύλο. Κάναμε κύκλους και βλέπαμε τους βασανιστές μας μια και δύο και τρίς φορές απανωτά.
Κάποια στιγμή εμένα με κυκλώσανε ανάμεσα στα σχοίνα και δεν μπορούσα να ξεφύγω απο πουθενα. Είμασταν και αδύναμοι απο την πείνα και έτσι το κυνηγητό ήταν άνισο. Όπως έτρεχα, απο την αδυναμία μου, μπερδεύτηκα και έπεσα μπρούμτα μέσα στα σχοίνα.Όπως έπεσα κατ΄ευθείαν πέσανε επάνω μου και αρχίσανε να με χτυπάνε με τα ρόπαλα. Μου σπάσανε το χέρι, μου σπάσανε το πόδι και μετά απο κάθε σπάσιμο με ρωτούσανε :" Υπογράφεις ρε τσογλάνι, παλιοπούστη γαμώ τη μάννα σου;". Κάθε φορά που ακούγανε το "όχι" ξεκινούσανε με πιό μεγάλη μανία και μίσος. Κάποια στιγμή με γυρίσανε ανάσκελα και εγώ είχα ακούσει πως σε γυρνάνε ανάσκελα και πηδάνε πάνω στο στήθος με αποτέλεσμα να σπάνε τα πλευρά και να τραυματίζονται σοβαρά εσωτερικά όργανα. Αυτή την στιγμή φοβήθηκα πάρα πολύ και απο τον νού μου πέρασανε οι δικοί μου , ο πατέρας μου η μάννα μου και τα ανήμπορα αδέρφια μου και κατάλαβα οτι αν πεθάνω αυτοί δεν θα έχουνε κανένα να τους βοηθήσει. Παράλληλα σκέφτηκα : εγώ θα πώ το ναί και  οταν θα βγώ θα δουλέψω ακόμη πιο σκληρά εναντίον τους.
Παραδίπλα τσακίζανε έναν στο ξύλο και αυτός επέμενε : "όχι, όχι δεν υπογράφω !" Λίγο πιό πέρα είδα ένα Τζεΐμς και τον παππά που καθόταν μέσα και χαϊδευε την κοιλιά του !

Μόλις είπα το "Ναι" οι Αλφαμίτες φώναξαν : "Τράβα τον στην άκρη να μήν μπερδευτούμε !".

Εξουθενομένος απο τις ταλαιπωρίες, την πείνα και το ξύλο δεν μπορούσα ούτε να κουνηθώ και είμαι σίγουρος ότι θα με αφήνανε εκεί να πεθάνω. 
Ο Κουτουνίδης ο Γιώργης απο το Α Τάγμα με φορτώθηκε και με πήγε στην πλατεία του τάγματος όπου οι συντρόφοι με πήραν σε ένα αντίσκηνο που λειτουργούσε σαν νοσοκομείο. Το λέω και με πιάνουν τα γέλια γιατί εκεί μέσα υπήρχαν μόνο μιά κατσαρόλα με νερό που έβραζε, κάτι ψαλίδια για να κουρέβεις πρόβατα και κάτι κουρέλια που ήταν οι γάζες.
 
.....εκεί χτίσαμε με τα χέρια μας θέατρο, γήπεδο και ήτανε και μιά χαράδρα που μας δίνανε ξύλο για να μην ακουγόμαστε. Σ΄αυτή τη χαράδρα πήγαμε να σκάψουμε για να κάνουμε αποχωρητήρια και βρήκαμε κόκκαλα.

15η σειρά, σώμα ανεφοδιασμού και μεταφορών. ΄Ωρα απόλυσης. Όχι για μένα, εγώ δεν απολύομαι. 
Πάω ρωτάω και μου λένε : "όχι μόνο δεν απολύεσαι αλλά έχεις και πρόσθετη υπηρεσία γιατί δεν παρουσιάστηκες όταν σε καλέσανε για κατάταξη"
- Μα ρε παιδιά, αφού εδώ και έξι χρόνια δεν μ΄αφήσατε να πάω σπίτι μου! Πώς να παρουσιαστώ ;

Βάζω τον πατέρα μου και πηγαίνει στη στρατολογία Δράμας και παίρνει ένα αντίγραφο της σύληψης το οποίο υποβάλλω και παίρνω την απόλυση

Μάρτης του 1952. Έξι χρόνια στις εξορίες !!!!!!!!" 


1 Kommentar:

  1. Είναι φορές που δεν χωράει ανάλυση και σχόλιο..
    μόνο ένα ευχαριστώ... στο δεύτερο διάβασμα...
    μια φορά δεν φτάνει!

    AntwortenLöschen