Samstag, 17. September 2011

ΤΡΙΛΟΓΙΑ 3 ( Ο ΜΑΤ ΚΑΙ Ο ΡΟΝΥ )

Ακούμπησα την ψυχή μου σ΄αυτούς τους δύο φίλους  μου και δεν μου πάει καθόλου να τους αφήσω επειδή κάποιες μέρες θα λείψω.
Με ξέρω,δεν θα μπορώ να κοιμηθώ, έτσι όπως έγινε και τις προάλλες με τον φίλο μου τον Άρη, και όπου και αν βρίσκομαι η σκέψη μου θα είναι κοντά τους (μην μπλέξετε φίλοι μου με "μινοράκηδες").
Οι ματιές τους θα με πληγώνουν και θα μου θυμίζουν το "χρέος" της ψυχής. 

Η ζωή είναι ένα μυστήριο πράγμα. Έρχεσαι, γίνεσαι (το τί γίνεσαι είναι άλλη ιστορία, πάντως γίνεσαι), ακολουθείς τους νόμους και τα παιχνίδια που σου μαθαίνουν, δημιουργείς και αναπτύσεις συναισθήματα που σου μαθαίνουν, γίνεσαι (χωρίς κάν κι΄ο ίδιος να το ξέρεις) μια μαριονέττα και παίζεις το παιχνίδι σου στο πατάρι της ζωής όσπου κάποια μέρα τελειώνει το μέρος σου και αποχωρείς.
Στον μονόδρομο αυτό η ματιά μας και η προσοχή μας είναι στραμένες στην προσωπική μας ζωή, αυτό που εμείς κάνουμε, επιδιώκουμε, κερδίζουμε και προσπαθούμε, και με το δίκιο μας φυσικά ! 
Σ΄αυτόν τον κόσμο υπάρχουν κάτι σπάνιοι ανθρώποι που στην πορεία της ζωής τους και με τον καιρό η ματιά τους στρέφεται προς τους συνανθρώπους τους και βλέπει τον πόνο, την κακουχία, την άδικη φτώχια, το παράπονο. Ακούνε τον αναστεναγμό του συνανθρώπου τους, το βάσανό τους και το κλάμμα τους. Η ψυχή τους τους αγκαλιάζει, τους παρηγορεί, και το χέρι τους τους χαϊδεύει.

           - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
   
- Ποιός είσαι εσύ που μου τριγυρνάς σαν χαβανέζικη φώκια ;

Ο Μάτ σταμάτησε απότομα τον περίπατο που έκανε στον διάδρομο και άρχισε να παρατηρεί τον Ρόνυ που φορούσε μιά πολύχρωμη πουκαμίσα και ένα πράσινο σορτσάκι.
Ο Ρόνυ, που ερχόταν απο την αντίθετη κατεύθυνση, σταμάτησε κι΄αυτός και κοιτούσε με χαμένο βλέμμα τον Μάτ.

-Άν εγώ είμαι μιά φώκια τότε εσύ είσαι ένας ξεχασμένος γύπας που στραβώθηκε.
- Χά χά χά ! Στραβώθηκε ! Τι ωραία που το πέτυχες ! Ναί στραβώθηκα, γιατί το να βλέπω κάτι φώκιες σαν και του λόγου σου θα μου χαλνούσε τις λίγες μέρες μου !
- Εσύ με ποιό αεροπλάνο ήρθες ;
- Με το χθεσινό !
-  .......... Σου αρέσει η πουκαμίσα μου; Μου την φέρανε με την πρωϊνή πτήση και πρέπει να την δώσω πρίν το απόγευμα πίσω γιατί φεύγει για την Χαβάη. Έλα να σου δείξω που είναι η Χαβάη.

Ο Ρόνυ πήρε τον Μάτ απο το χέρι και βγήκανε στον κήπο.
Αυτή ήταν η πρώτη τους συνάντηση και απο τότε δεν ξέρω κι΄εγώ γιατί, τους έβλεπες κάθε μέρα μαζί. Πολλές φορές κρατιόντουσαν χέρι χέρι, σαν δυό άνθρωποι που βρίσκονται σε κάποιο επικύνδυνο μονοπάτι και χρειάζεται ο ένας την βοήθεια του άλλου, και άλλοτε τους έβλεπες να κάθονται σε διαφορετικά παγκάκια και να αδιαφορούν ο ένας για τον άλλο, πράγμα που δεν κρατούσε όμως πολύ γιατί κάποια στιγμή ένας απ΄τους δυό πλησίαζε τον άλλον και ..... η συνάντηση γινόταν πιά γεγονός.

- Φώκια να το ξέρεις ! Όπου κι΄άν πάς, όπου κι΄αν βρεθείς να έχεις φώς στην ψυχή σου και να την φωτίζεις. Άν μπορείς να δείνεις και στους άλλους να βλέπουν.
- Ναί ναί θα δίνω και στους άλλους να βλέπουν γιατί αλλιώς δεν θα παρκάρουν σωστά και θα χαλάσουν και τον διάδρομο.
- Ακριβώς ! Και άμα χαλάσει ο διάδρομος τότε .....
- Τότε γύπα μου δεν θα μπορεί να προσγειωθεί κανείς μα κανείς...
- Καμία ψυχή φώκια.
- Καμία, καμία !  Δέέέ... μου λές εσύ πότε θα προσγειωθείς να πάμε να πιούμε καμιά μπύρα μαζί. Κερνάω !

Κάποιο Χειμώνα ο Μάτ αρώστησε και ήταν για μιά βδομάδα στο κρεβάτι. Ο Ρόνυ δεν έφυγε ούτε στιγμή απο κοντά του και κάθε μέρα τον τάϊζε και του έφερνε καφέδες, νερά, σοκολάτες και μια φορά πήγε να περάσει μέσα και ένα κασόνι μπύρες.

- Ρόνυ τι είναι αυτό ;
- Μπύρες χωρίς αλκοόλ.
- Να ανοίξουμε μία για να δούμε;
- Όχι γιατί θα χαλάσει η σειρά!
- Ποιά σειρά;
- Η σειρά του σχήματος και των χρωμάτων !!

Τις επόμενες ημέρες, ο Μάτ ήταν ακόμη αδύναμος για να περπατήσει, ο Ρόνυ τον κουβαλούσε σε ένα αναπηρικό και τον πήγαινε βόλτες σ΄όλο το ίδρυμα και στον κήπο.

Η Άνοιξη είχε μπεί για τα καλά και το πρωϊνό με βρήκε καθισμένο στον κήπο με το πλεχτό στο χέρι (Ναί πλέκω ! Παρεξηγήθηκε  κανείς;). 
Ο Μάτ ήταν καθισμένος σ΄ένα παγκάκι λίγο παρακάτω και φαινόταν ν΄άναι χαμένος σε απύθμενες σκέψεις, γι΄αυτό και δεν θέλησα να τον ενοχλήσω. 
Ο Ρόνυ παρουσιάσθηκε απο τ΄αριστερά μου, με κοίταξε για λίγο και μετά, αφού ανακάλυψε που βρίσκεται ο Μάτ, κατευθύνθηκε προς το μέρος του. Τον πλησίασε και χωρίς να τον ρωτήσει κάθισε δίπλα του.

- Γιατί δεν με ξύπνησες να πιούμε καφέ μαζί ;
- Γιατί ήθελα ν΄άμαι μόνος μου!
- Μόνος είναι όταν είμαστε μαζί ! Ολόκληρος γύπας δεν το πήρες ακόμη χαμπάρι;
- Μου χαλάς τα χρώματα !
- Θα σου τα ξαναφτιάξω ! Έλα πάμε .
- ΄Οχι, δεν θέλω να πάω πουθενά !
- Κι΄εγώ θέλω να πάμε μαζί για καφέ, κερνάω, και θέλω να μου μιλάς για τα χρώματα του πρωϊνού και του δειλινού.
- Γιατί ;
- Γιατί σήμερα έχω ένα βαθύ σκοτάδι στην ψυχή μου και θέλω να μου δώσεις λίγο φώς.

Ο Μάτ γύρισε αργά-αργα το κεφάλι του προς τον Ρόνυ, αγκάλιασε με τις παλάμες του το κεφάλι του και τον φίλησε στο μέτωπο.
Ο Ρόνυ ξέσπασε σε κλάμματα και έπεσε στη αγκαλιά του φίλου που τον χαϊδευε τρυφερά στο κεφάλι και μονολογούσε : "το δείλι κι΄η αυγή φίλε μου έχουν τα καλύτερα χρώματα. Είναι σαν την ζωή : άν τα πάς καλά, σαν παιδί και σαν ηλικιωμένος έχεις τα καλύτερα χρόνια".


ΤΕΛΟΣ  ΤΗΣ  ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ


Kommentare:

  1. Κοίτα να δεις που μου αρέσει να μπλέκω με "μινοράκηδες"!

    Δυο φορές διάβασα την τριλογία.. και θα επανέλθω..
    σαν τα αγαπημένα βιβλία τα πολυδιαβασμένα που κάθε φορά κάτι "βρίσκεις" καινούριο...
    Η τελευταία φράση του Ματ συγκλονιστική!

    Μου μιλά η γραφή και η σκέψη σου.. ξέρεις παρακολουθώ και τα σχόλια σου!
    Τα σέβη μου σε λα μινόρε...
    Καλά το είπα η άσχετη;

    AntwortenLöschen
  2. Γιαγιάκα πολύ καλημέρα. Δεν σου κρύβω πως όταν χθες αργα την τελείωσα (την τριλογία) ένοιωσα το δάκρυ να κυλάει στο μάγουλό μου, είπαμε είμαι μινοράκιας και ότι και να γίνει με το κλάμμα ξεδίνω, και να μου φεύγει ένα βάρος.

    Το είπες μιά χαρα ! Στην Λά-μινόρε πρέπει να είσαι άψογη γιατί δεν μου φαίνεσαι πως είσαι και τόσο άσχετη γιατί αλλιώς πού θα την ήξαιρες την κυρία (την λα μινόρε)!
    Κάποια φορά πρέπει να δώ και τι άλλο ξαίρεις.

    Σου εύχομαι ολόψυχα μια όμορφη ημέρα.

    AntwortenLöschen