Donnerstag, 15. September 2011

ΤΡΙΛΟΓΙΑ 1 ( Ο ΜΑΤ )


Σ΄αυτήν την τριλογία θα παρουσιάσω δυό διαφορετικούς χαρακτήρες ανθρώπων που  τους γνώρισα και τους έζησα για κάποιο διάστημα μαζί.
Αυτό που με εντυπωσίασε σ΄αυτούς τους δύο είναι πώς παρ΄ότι μέχρι της στιγμή της συνάντησής τους είχαν ζήσει δυό εντελώς διαφορετικές ζωές με διαφορετικές εντάσεις και περιεχόμενα, βρέθηκαν τόσα κοινά σημεία στον χαρακτήρα τους και στη συμπεριφορά τους που ήταν αρκετά για να τους φέρουν κοντά και να δημιουργηθεί μια σχέση δύο ανθρώπων που κάτω απο μια συγκεκριμένη "οπτική γωνία" συγκινεί.

 Ο  ΜΑΤ

Ο Μάτ (υποκοριστικό του Ματθαίος και όχι όπως λέμε "Σάχ - Μάτ") ήταν ένας αδύνατος εξηνταπεντάρης γύρω στο 1,80,  με πλούσια κατάλευκα μαλλιά, με γαλανά πράα μάτια, λεπτή γωνιώδη μύτη και μια μπάσα, πολύ μπάσα φωνή.
Ο Μάτ υπήρξε προφέσορας στη Ακαδημία καλών τεχνών της Χαϊδελμβέργης και απ΄ότι μου είπε θα μπορούσε να ήταν ακόμα εκεί, στο Πανεπιστήμιο, με τους φοιτητές του, τα πινέλα του τις μπογιές του, τα κάδρα του και τις τόσο ενδιαφέρουσες συζητήσεις που είχε με συναδέλφους και επισκέπτες, αν δεν του τυχαίναν αυτές οι "παλιοκαταστάσεις".
Το ποιές ήταν αυτές οι παλιοκαταστάσεις μ΄ούφαγε περίπου ένα χρόνο για να το μάθω. 


Ο Μάτ είχε το ατελιέ του στο εισόγειο της Ακαδημίας και απέναντι απο έναν φανταστικό κήπο γεμάτο με αρμένικες οξυές και μανόλιες. 
Το ατελιέ ήταν φτιαγμένο σε σχήμα ημικυκλίου που το κύλος μέρος του κοιτούσε προς την Ανατολή και ήταν φτιαγμένο όλο απο τζαμαρία για να μπαίνει μέσα άπλετο φώς, πράγμα που είναι απαραίτητο για αυτό το είδος της τέχνης, και όχι μόνο.

" Έλληνα" μ΄ούπε μια φορά που βγήκαμε μαζί μια μικρή βόλτα, "να ξαίρεις κάτι : το φώς είναι το κλειδί για την ζωγραφική. Μην διανοηθείς να φτιάξεις πίνακα το πρωϊ και να τον κοιτάξεις το απόγευμα, πάει έχασες! 
Είναι σαν να γράφεις μουσική και όταν πας να την ακούσεις ακούς ξεκούρντιστα όργανα, λάθος συγχορδίες, φάλτσα και καμιά φορά σου φαίνεται πως το έργο σου σου είναι εντελώς άγνωστο! Ναί, ναί φίλε μου, και φυσικά αυτό που βγάζει η ψυχή σου δεν πρέπει απαραίτητα να είναι και όμορφο. Μπορεί ορισμένες φορές να δεί έργο της (η ψυχή σου έτσι !) και να τρομάξεις απο την αλήθεια και τα μυστικά που κρύβονται μέσα σ΄αυτό." 

Το φώς λοιπόν ήταν κάτι σαν το πνευματικό οξυγόνο για τον Μάτ και γι΄αυτό είχε κανονίσει με την Διεύθηνση του Πανεπιστημίου κάθε δεύτερη μέρα να καθαρίζονται τα τζάμια του ατελιέ.
Για τον ίδιο λόγο, πρίν πάρει τον κάθε φοιτητή η φοιτήτρια στο ατελιέ να ζωγραφίσει, τους έβαζε σε μιά καμαρούλα που είχε στο πίσω μέρος και τους άφηνε μισή ώρα στο σκοτάδι και στην σιωπή και μετά τους καλούσε να μπούν στο ατελιέ και να ασχοληθούν με τα χρώματα, τους συνδυασμούς, τις γραμές και τις καμπύλες και με το φώς.


"Δύο πράγματα θα πρέπει να συμβούν πρίν κάθε πνευματική δημιουργία" έλεγε.
"Το πρώτο είναι να σβύσετε, όπως κάνουμε με μία λάμπα, τον εαυτό σας, αυτόν της καθημερινότητας, και το δεύτερο είναι να ανοίξετε την πόρτα σ΄αυτόν που έχετε μέσα σας κρυμένο, για να μην πώ θαμένο, και να τον αφήσετε να σας μιλήσει, τότε μόνο είστε έτοιμοι για να δημιουργήσετε !"


Πολοί συνάδελφοι του Μάτ βλέπαν αυτές τις παράξενες μεθόδους διδασκαλίας με περίεργο μάτι  και ακούστηκαν κουβέντες όπως : παλιομοδίτης, μεταφυσικές τρίχες, τζάμπα χαλάει τις μπογιές, δεν βγαίνει στη σύνταξη να κάνουμε το ατελιέ καφέ.
Ναί, ναί ακούστηκαν πολλά παράξενα αλλά ο Μάτ είχε μάτια μόνο για την τέχνη και δεν του καίγονταν καρφί για το τί έλεγε ο καθείς.

Κάποιο πρωϊνό λοιπόν μπαίνει ο Μάτ στο ατελιέ του και βλέπει ακριβώς μπροστά στην τζαμαρία του μια πελώρια σκουλπτούρα απο μέταλο που παρίστανε ..... να σας πώ την αλήθεια ακόμη δεν μπόρεσα να καταλάβω τι παρίστανε γιατί όταν μου μιλάει ο Μάτ γι΄αυτό ποτέ δεν το επονομάζει. Την μία το αποκαλεί " το κέρατο", την άλλη " το παραμύθι" την άλλη " το ξόανο" και τώρα τελευταία το αποκάλεσε " το "έκτρωμα".
Λοιπόν το μόνο που μπόρεσα να καταλάβω είναι ότι ήταν πελώριο, είχε μια μπερδεμένη κατασκευή και ότι μέσα σε δυό βδομάδες είχε σκουριάσει.
Ο Μάτ αυτό το διάστημα ερχόταν κάθε μέρα πρωΐ-πρωΐ, την άραζε μπρός στην μεγάλη τζαμαρία και..... χάζευε την σκουλπτούρα.
Μετά σηκωνότανε, άρχιζε να κάνει βόλτες και με τις ώρες, με ένα φωτόμετρο στο χέρι, μετρούσε την ένταση απο το φώς σε διαφορετικά μέρη του χώρου.
Τους πίνακές του δεν τους ξανάγγιξε και άρχισε σιγά σιγά να μυώνει και τον αριθμό των φοιτητών του. 
Μέρα με την μέρα ο Μάτ συννέφιαζε όλο και πιό πολύ όσπου κάποια μέρα στην συγκεκριμένη ώρα, δεν εμφανίστηκε στην παράδοση που είχε αλλά τον βρήκανε με μιά πελώρια σκάλα και μιά οξυγονοκόληση στα χέρια να διαλύει αυτό το "κατασκεύασμα" που είχαν βάλει μπροστά απο το χώρο της δουλειάς του.

" Με ρώτησαν που το έβαλαν εκεί; Όχι ! Ούτε κι΄εγώ θα τους ρωτήσω τώρα που θα το εξαφανίσω ! Δεν με ενδιαφέρει ποιός το έβαλε ! Εδώ, τέτοιου είδους αποφάσεις παίρνονται απο όλους μαζί και δεν μπορεί ο καθένας να βάζει ότι θέλει όπου θέλει ! Αυτό το απαίσιο πράμα που το έβαλαν εκεί χαλάει την ποιότητα του φωτός και τώρα εγώ πρέπει να αλλάξω ατελιέ ! Εμ όχι και πάλι όχι !".

Γίνανε άπειρες συνεδριάσεις και συμβούλια αλλά επειδή κάποιοι είχαν τα μέσα (έτσι γίνεται πάντα στους μοντέρνους καιρούς που ζούμε) Ο Μάτ "αναγκάστηκε" να μαζέψει τα μπογαλάκια του απο το πανεπιστήμιο, να παρατήσει το ατελιέ του και τις δημιουργίες του και να βγεί στην σύνταξη.

Δεν μπόρεσε να το καταπιεί ο Μάτ αυτό το άδικο. 
Παρ΄όλο που συνέχιζε να δουλεύει στο σπίτι του, να καλεί φοιτητές και φίλους για δουλειά και συζήτηση, τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά.
Τον βρήκανε πολλές φορές, μπροστα σε έργα δικά του η φίλων,  να τα χαϊδεύει και ύστερα, πνιγμένος μές στο κλάμμα να τα καταστρέφει και να τα πετάει στα σκουπίδια. 
Το πράμμα παράγινε όταν έβαψε όλες τις τζαμαρίες του σπιτιού του με μαύρο χρώμα για να δεί, όπως είπε, τι θα κάνει τώρα το φώς. Λίγες μέρες αργότερα τον βρήκανε να κάθεται σ΄ένα παγκάκι μπροστά απο μία λιμνούλα με μαγευτική θέα.




Κάποιοι περαστικοί είπαν πως ο κύριος αυτός αφού κρατούσε τα μάτια του κλειστά για δέκκα περίπου λεπτά, μετά τα άνοιγε και κάθε φορά φώναζε : " Νάτο ! Πάλι άλλαξε το τοπίο ! Θεέ μου  καθε δέκκα λεπτά δημιουργείς και ένα  φανταστικό έργο ! Άλλα χρώματα ! Άλλες σκιές ! 'Αλλο συναίσθημα ! Αναρωτιέμαι τι έκανα τόσον καιρό εγώ ο ηλίθιος !"

Ο Μάτ δεν θέλησε πιά να ξαναπάει σπίτι του. Μοίρασε τα περιουσιακά του στοιχεία στην γυναίκα του και τα παιδιά του και πήγε απο μόνος του στη ψυχιατρική κλινική.



Kommentare:

  1. Φοβερό το κείμενο σου ρε Μινοράκια.
    Ειδικά στο τέλος απογειώθηκε.
    Είτε είναι αληθινά είτε φανταστικά τα πρόσωπα σίγουρα έχουν πολλά να πουνε.
    Την καλησπέρα μου

    AntwortenLöschen
  2. Καλησπέρα φίλε Nicotine και χαίρομαι που σε "άγγιξε".

    AntwortenLöschen