Sonntag, 18. September 2011

O ΜΙΝΟΡΑΚΙΑΣ IN PERSONA


Σε καμία περίπτωση η ανάρτηση αυτή δεν αποσκοπεί στην οποιασδήποτε μορφής αυτοπροβολή.
Ψάχνοντας για κάτι απαραίτητα χαρτιά που θα χρειαστώ τις επόμενες τρίς βδομάδες "σκόνταψα" σ΄αυτό περί ού ο λόγος που παράλληλα με οδήγησε στο να θέλησω να τιμήσω ένα άγνωστο πρόσωπο.




Ήταν ένας Χειμώνας που τα οικονομικά μου δεν μου επέτρεπαν "ρόδα" κι΄έτσι, όταν ήθελα να πάω στη δουλειά μου, ήμουνα "εξαρτημένος" απο τα δρομολόγια τραίνων και λεωφορείων.
Το πράμα δυσκόλευε όταν είχα υπηρεσία τις γιορτές και τις Κυριακές. Τότε η θα έφτανα πιό νωρίς ή θα πήγαινα καμιά ώρα αργότερα στη δουλειά.
Την πρώτη του Γενάρη του 1995 και ημέρα Κυριακή βρέθηκα στα σοκκάκια του Φραϊμβούργου γύρω στις 10:30 και μιας και είχα μπροστά μου 1 ώρα περίπου αποφάσισα να πιώ έναν καφέ.

Το μόνο καφέ αυτήν την μέρα και ώρα που είχε ανοιχτά ήταν το Uni Cafe ( το καφέ δηλαδή του πανεπιστημίου. Τρίχες βασικά γιατί ήταν ένα κανονικό καφέ χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο αλλά ομολογουμένως, με καλό καφέ) κι΄έτσι χωρίςνα υπάρχουν περιθώρια επιλογής τράβηξα για κεί.
Φτάνοντας απ΄έξω κάποιος, βγαίνοντας, μου άνοιξε και μου πρότεινε να περάσω μέσα πρίν να βγεί αυτός γιατί, όπως μ΄ούπε "κάνει κρύο".
"Καλοδεχούμενος λοιπόν " σκέφτηκα..
Λίγοι οι πελάτες και ανάμεσά του ο Ούβε, ένα αλάνι, ήσυχος τύπος, γύρω στα 50, με ξυρισμένο το κεφάλι που τον τελευταίο καιρό το είχε ρίξει στα τσάγια με μέντα γιατί, όπως μ΄ούπε, έκανε εθελοντική αποτοξίνωση μιάς και είχε αποφασίσει οριστικά να αλάξει ζωή, να παρατήσει τις τρέλες και να μπορέσει να ξαναδεί τις δυό κόρες του που είχαν γίνει κοπέλες και είχε να τις δεί 15 ολόκληρα χρόνια..
Ο Ούβε κοιμόταν και την έβγαζε στο έξω, κάτω απο γέφυρες, στα πάρκα και πολλές φορές μέσα στα ταβερνεία γιατί οι μαγαζάτορες τον γνώριζαν και του δίνανε να κάνει δουλειές για κάποιο χαρτζιλίκι και τον αφήνανε να κοιμηθεί σε κάποιους χώρους που μέναν αχρησιμοποίητοι.
Ο Ούβε καθόταν στο μπάρ κ΄έτσι, πάλι χωρίς να χρειαστεί να πάρω αποφάσεις, πήγα και κάθισα δίπλα του.Μου έδωσε το χέρι 
και μου ευχήθηκε χρόνια πολλά. Με ρώτησε τι θα πιώ να με κεράσει και επειδή τον είδα ορεξάτο τον άφησα και παρήγειλα έναν καφέ.
Απέναντι μας, απο την άλλη μεριά του μπάρ, πήρε το μάτι μου μιά μουτσούνα παράξενη, χοντροκομένα χαρακτηριστικά, το πρόσωπο σκαλισμένο απ΄το ξενύχτι και το πιοτό, και ποιός ξαίρει ποιές άλλες "αμαρτίες", χέρια σκληρά, ξερά και μουδιασμένα που έδειχναν μια φοβερή δύναμη, όπως και η κορμοστασιά, ντούρα και σφυχτή.
Συζητώντας γενικά με τον Ούβε παρατήρησα ότι ο τύπος έσκυψε και πήρε μιά βαλιτσούλα απο το πάτωμα, έβγαλε κάτι χαρτιά και κάτι μολύβια και... τ΄όριξε στο ζωγράφισμα. 
Ντάάάξει, είπα, ο κάθε άνθρωπος έχει τα χούγια του και ποιός ξαίρει αυτός τι χούγια έχει. Μετά ίσως και να ξεδίνει ο άνθρωπος . Είναι τώρα κατάσταση αυτή χρονιάρα μέρα να κάθεσαι πρωϊ πρωϊ στο καφέ και να ζωγραφίζεις..... ξαίρω γώ ρε παιδί μου.
Πάντως αν έβλεπες τον τύπο κάπου έξω, λόγω της αγριάδας που ακτινοβολούσε, θα έκανες σίγουρα κίνηση για να τον αποφύγεις.
Το τυπάκι δούλευε με τέτοιο νεύρο που οι κινήσεις του, που τις αντιλαμβανόμουνα με την άκρη της ματιάς μου, με αγχώνανε και κάθε τόσο έσβυνε και διόρθωνε, έσβυνε και διόρθωνε.

΄Ηρθε η ώρα για να φύγω λοιπόν, ο Ούβε με αγκάλιασε και μου ευχήθηκε τα καλύτερα για την χρονιά. Το τυπάκι ανασηκώθηκε λίγο απο το κάθισμά του και μου πετάει : 

"μιά στιγμούλα-μιά στιγμούλα !". 
Τον κοίταξα περίεργα και μέχρι να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου, 
για .. ποιό λόγο, σηκώθηκε, με πλησίασε και δίνοντάς μου μιά μεγάλη κόλλα χαρτί μου είπε : " Έχετε μιά ευγενική όψη. Ο Θεός μαζί σας ". 

Συγκινημένος άπλωσα το χέρι μου και πήρα το χάρισμά του μαζί κι΄ένα μάθημα ευαισθησίας απο κάποιον που, κρίνοντας απο την φυσιογνωμία του, τον θεωρείς ανίκανο για μιά τέτοια πράξη.

Έτσι άρχισε αυτή η χρονιά του 1995. Μ΄ένα μάθημα για τα μυστικά και τα ωραία που κρύβονται σ΄αυτήν την ζωή !




.

Samstag, 17. September 2011

ΤΡΙΛΟΓΙΑ 3 ( Ο ΜΑΤ ΚΑΙ Ο ΡΟΝΥ )

Ακούμπησα την ψυχή μου σ΄αυτούς τους δύο φίλους  μου και δεν μου πάει καθόλου να τους αφήσω επειδή κάποιες μέρες θα λείψω.
Με ξέρω,δεν θα μπορώ να κοιμηθώ, έτσι όπως έγινε και τις προάλλες με τον φίλο μου τον Άρη, και όπου και αν βρίσκομαι η σκέψη μου θα είναι κοντά τους (μην μπλέξετε φίλοι μου με "μινοράκηδες").
Οι ματιές τους θα με πληγώνουν και θα μου θυμίζουν το "χρέος" της ψυχής. 

Η ζωή είναι ένα μυστήριο πράγμα. Έρχεσαι, γίνεσαι (το τί γίνεσαι είναι άλλη ιστορία, πάντως γίνεσαι), ακολουθείς τους νόμους και τα παιχνίδια που σου μαθαίνουν, δημιουργείς και αναπτύσεις συναισθήματα που σου μαθαίνουν, γίνεσαι (χωρίς κάν κι΄ο ίδιος να το ξέρεις) μια μαριονέττα και παίζεις το παιχνίδι σου στο πατάρι της ζωής όσπου κάποια μέρα τελειώνει το μέρος σου και αποχωρείς.
Στον μονόδρομο αυτό η ματιά μας και η προσοχή μας είναι στραμένες στην προσωπική μας ζωή, αυτό που εμείς κάνουμε, επιδιώκουμε, κερδίζουμε και προσπαθούμε, και με το δίκιο μας φυσικά ! 
Σ΄αυτόν τον κόσμο υπάρχουν κάτι σπάνιοι ανθρώποι που στην πορεία της ζωής τους και με τον καιρό η ματιά τους στρέφεται προς τους συνανθρώπους τους και βλέπει τον πόνο, την κακουχία, την άδικη φτώχια, το παράπονο. Ακούνε τον αναστεναγμό του συνανθρώπου τους, το βάσανό τους και το κλάμμα τους. Η ψυχή τους τους αγκαλιάζει, τους παρηγορεί, και το χέρι τους τους χαϊδεύει.

           - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
   
- Ποιός είσαι εσύ που μου τριγυρνάς σαν χαβανέζικη φώκια ;

Ο Μάτ σταμάτησε απότομα τον περίπατο που έκανε στον διάδρομο και άρχισε να παρατηρεί τον Ρόνυ που φορούσε μιά πολύχρωμη πουκαμίσα και ένα πράσινο σορτσάκι.
Ο Ρόνυ, που ερχόταν απο την αντίθετη κατεύθυνση, σταμάτησε κι΄αυτός και κοιτούσε με χαμένο βλέμμα τον Μάτ.

-Άν εγώ είμαι μιά φώκια τότε εσύ είσαι ένας ξεχασμένος γύπας που στραβώθηκε.
- Χά χά χά ! Στραβώθηκε ! Τι ωραία που το πέτυχες ! Ναί στραβώθηκα, γιατί το να βλέπω κάτι φώκιες σαν και του λόγου σου θα μου χαλνούσε τις λίγες μέρες μου !
- Εσύ με ποιό αεροπλάνο ήρθες ;
- Με το χθεσινό !
-  .......... Σου αρέσει η πουκαμίσα μου; Μου την φέρανε με την πρωϊνή πτήση και πρέπει να την δώσω πρίν το απόγευμα πίσω γιατί φεύγει για την Χαβάη. Έλα να σου δείξω που είναι η Χαβάη.

Ο Ρόνυ πήρε τον Μάτ απο το χέρι και βγήκανε στον κήπο.
Αυτή ήταν η πρώτη τους συνάντηση και απο τότε δεν ξέρω κι΄εγώ γιατί, τους έβλεπες κάθε μέρα μαζί. Πολλές φορές κρατιόντουσαν χέρι χέρι, σαν δυό άνθρωποι που βρίσκονται σε κάποιο επικύνδυνο μονοπάτι και χρειάζεται ο ένας την βοήθεια του άλλου, και άλλοτε τους έβλεπες να κάθονται σε διαφορετικά παγκάκια και να αδιαφορούν ο ένας για τον άλλο, πράγμα που δεν κρατούσε όμως πολύ γιατί κάποια στιγμή ένας απ΄τους δυό πλησίαζε τον άλλον και ..... η συνάντηση γινόταν πιά γεγονός.

- Φώκια να το ξέρεις ! Όπου κι΄άν πάς, όπου κι΄αν βρεθείς να έχεις φώς στην ψυχή σου και να την φωτίζεις. Άν μπορείς να δείνεις και στους άλλους να βλέπουν.
- Ναί ναί θα δίνω και στους άλλους να βλέπουν γιατί αλλιώς δεν θα παρκάρουν σωστά και θα χαλάσουν και τον διάδρομο.
- Ακριβώς ! Και άμα χαλάσει ο διάδρομος τότε .....
- Τότε γύπα μου δεν θα μπορεί να προσγειωθεί κανείς μα κανείς...
- Καμία ψυχή φώκια.
- Καμία, καμία !  Δέέέ... μου λές εσύ πότε θα προσγειωθείς να πάμε να πιούμε καμιά μπύρα μαζί. Κερνάω !

Κάποιο Χειμώνα ο Μάτ αρώστησε και ήταν για μιά βδομάδα στο κρεβάτι. Ο Ρόνυ δεν έφυγε ούτε στιγμή απο κοντά του και κάθε μέρα τον τάϊζε και του έφερνε καφέδες, νερά, σοκολάτες και μια φορά πήγε να περάσει μέσα και ένα κασόνι μπύρες.

- Ρόνυ τι είναι αυτό ;
- Μπύρες χωρίς αλκοόλ.
- Να ανοίξουμε μία για να δούμε;
- Όχι γιατί θα χαλάσει η σειρά!
- Ποιά σειρά;
- Η σειρά του σχήματος και των χρωμάτων !!

Τις επόμενες ημέρες, ο Μάτ ήταν ακόμη αδύναμος για να περπατήσει, ο Ρόνυ τον κουβαλούσε σε ένα αναπηρικό και τον πήγαινε βόλτες σ΄όλο το ίδρυμα και στον κήπο.

Η Άνοιξη είχε μπεί για τα καλά και το πρωϊνό με βρήκε καθισμένο στον κήπο με το πλεχτό στο χέρι (Ναί πλέκω ! Παρεξηγήθηκε  κανείς;). 
Ο Μάτ ήταν καθισμένος σ΄ένα παγκάκι λίγο παρακάτω και φαινόταν ν΄άναι χαμένος σε απύθμενες σκέψεις, γι΄αυτό και δεν θέλησα να τον ενοχλήσω. 
Ο Ρόνυ παρουσιάσθηκε απο τ΄αριστερά μου, με κοίταξε για λίγο και μετά, αφού ανακάλυψε που βρίσκεται ο Μάτ, κατευθύνθηκε προς το μέρος του. Τον πλησίασε και χωρίς να τον ρωτήσει κάθισε δίπλα του.

- Γιατί δεν με ξύπνησες να πιούμε καφέ μαζί ;
- Γιατί ήθελα ν΄άμαι μόνος μου!
- Μόνος είναι όταν είμαστε μαζί ! Ολόκληρος γύπας δεν το πήρες ακόμη χαμπάρι;
- Μου χαλάς τα χρώματα !
- Θα σου τα ξαναφτιάξω ! Έλα πάμε .
- ΄Οχι, δεν θέλω να πάω πουθενά !
- Κι΄εγώ θέλω να πάμε μαζί για καφέ, κερνάω, και θέλω να μου μιλάς για τα χρώματα του πρωϊνού και του δειλινού.
- Γιατί ;
- Γιατί σήμερα έχω ένα βαθύ σκοτάδι στην ψυχή μου και θέλω να μου δώσεις λίγο φώς.

Ο Μάτ γύρισε αργά-αργα το κεφάλι του προς τον Ρόνυ, αγκάλιασε με τις παλάμες του το κεφάλι του και τον φίλησε στο μέτωπο.
Ο Ρόνυ ξέσπασε σε κλάμματα και έπεσε στη αγκαλιά του φίλου που τον χαϊδευε τρυφερά στο κεφάλι και μονολογούσε : "το δείλι κι΄η αυγή φίλε μου έχουν τα καλύτερα χρώματα. Είναι σαν την ζωή : άν τα πάς καλά, σαν παιδί και σαν ηλικιωμένος έχεις τα καλύτερα χρόνια".


ΤΕΛΟΣ  ΤΗΣ  ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ


ΤΡΙΛΟΓΙΑ 2 ( Ο ΡΟΝΥ )

΄Αγρια χαράματα, έξω κρύο τσουχτερό που παγώνει τ΄αυτιά, την μύτη, ξεραίνει τα χείλη, κι΄ενα ελαφρό αεράκι που μυρίζει χιόνι.
Ο Ρόνυ, ανεβασμένος σε μια μικρή μεταλική εξέδρα, ελέγχει με τα κυάλια τους διαδρόμους του αεροδρομίου Φρανκφούρτης.
Ψάχνει για αντικείμενα πάνω στο οδόστρομα, για πουλιά στον περίγυρο και για ανθρώπους που καμμιά φορά μπαίνουν παράνομα στον χώρο του αεροδρομίου και κλέβουν φώτα, σήματα, σημαδούρες και πάει λέγοντας (έχει κι΄εδώ απ΄αυτούς, οι πιό πολλοί όμως είναι "αλλοδαποί" χέ χέ).
Σε κάνα 10λεπτο θα πάρει το αμάξι και θα βγεί στην "πιάτσα" για να παρκάρει την πρώτη άφιξη, ώρα 4:35 απο Τορόντο.
Ο Ρόνυ είναι απ΄αυτούς που βρίσκονται στα κιτρινόμαυρα αμάξια στα αεροδρόμια και που πάνω στη σκεπή έχουν μια φωτεινή σηματοδότηση που γράφει "Follow me".
Μόλις προσγειωθούν τα αεροπλάνα ακολουθούν τον Ρόνυ ο οποίος μετά κατεβαίνει, και κρατώντας στα χέρια του δυό κόκκινες σημαδούρες τους "παρκάρει". Αφού το αεροπλάνο σταματήσει "αισίως" χαιρετάει τους πιλότους που τον ευχαριστούν μέσα απο τα τζάμια της καμπίνας, και πάει για την επόμενη άφιξη.
Τον Ρόνυ τον ξαίρουν σχεδόν όλοι οι πιλότοι που προσγειώνονται Φρανκφούρτη. 
Ινδοί, Πακιστανοί Κινέζοι, Άραβες. Έλληνες, Ισπανοί, Σουηδοί, Μεξικάνοι, μέχρι και τα υπεροπτικά αμερικανάκια, που η μύτη τους είναι δέκκα πόντους πάνω απ΄το κεφάλη τους, κάνουν μια ελαφριά υπόκληση μπροστά στον Ρόνυ που εδώ και 40 χρόνια έχει "παρκάρει" πάνω απο 1 εκ. αγιερόπλανα.
Ο Ρόνυ είναι σκούρος. Πολλές φορές μέσα στις γερμανικές μπυραρίες ο Ρόνυ πιάστηκε με δήθεν " καθαρόαιμους" γερμανούς στα χέρια γιατί τον περνούσαν για ξένο και τον πειράζανε.
Είναι λίγο φουσκωτός, απο την μπύρα, έχει στη όψη του κάτι απ΄τον Σωκράτη (τον φιλόσοφο) και γενικά είναι σιωπηλός άνθρωπος.  



Η πτήση ερχόταν απο το Χίθροου και ήταν απογεματάκι όταν ο Ρόνυ πήρε το αεροπλάνο για να το παρκάρει. 
Κατέβηκε απο τ΄αμάξι και με τις σημαδούρες άρχισε να κουνάει τα χέρια του και να διαγράφει στον αέρα κάτι παράξενες φιγούρες οι οποίες είναι κωδικός για τους πιλότους.
Να αυτή τη φιγούρα, νά και την άλλη, πάρε κι΄αυτή, θα σου δώσω ακόμη μία.... μπάάάάάάάάάάμμμμμμμ.
Το μπάμ ακούστηκε σαν έκρηξη αλλά δεν ήταν. Το φτερό του αεροπλάνου ακούμπησε στο φτερό του διπλανού αλλά αυτό ήταν αρκετό για να γίνουν σοβαρές ζημιές και στα δύο αεροπλάνα και φυσικά να αναβληθούν όλες οι πτήσεις τους.

Ποιός έφταιγε ; Ο Ρόνυ η ο πιλότος ; Ο Ρόνυ επέμενε πως ο πιλότος ήταν άπειρος και δεν ακολούθησε με ακρίβεια τις συμβουλές του. Κάποιες κακές γλώσες (άάάχχχ αυτές οι παναθεματισμένες οι γλώσσες. Δεν γίνεται να τις κόψουμε ;) είπαν ότι ο πιλότος του συγκεκριμένου αεροπλάνου είχε κλέψει την καρδιά της γυναίκας του Ρόνυ και ότι αυτό ήταν η εκδίκηση.
Όπως και ν΄άχε το πράμα, κι΄εδώ μέτρησε πάλι το μέσο, ο πιλότος παρέμεινε πιλότος και ο Ρόνυ πέρασε στην δεύτερη γραμμή, ήτοι, του δώσαν ένα λεωφορείο, απ΄αυτά που καμμιά φορά μπαίνεις και στοιβάζεσαι σαν σαρδέλα, κάνεις κάνα 10λεπτο να φτάσεις στο αεροπλάνο και όταν επι τέλους φτάσεις δεν ανοίγουν οι πόρτες, και του είπαν να πεί κι΄ευχαριστώ που δεν έφαγε σούτ.

Είναι αυτή η ρημάδα η αδικία που σου κάθεται στο λαιμό, που γίνεται κόμπος, σου σφίγγει το στομάχι, σε κυνηγάει στον ύπνο και στο ξύπνιο και που πολλές φορές σου καταστρέφει την ζωή !
Δεν φτάνει δηλαδή που σε αδικίσανε καμιά φορά πληρώνεις και με την ζωή σου ! Ρε τι κόσμος είναι αυτός ;

Ο Ρόνυ έγινε ακόμη πιό σιωπηλός στη καινούργια του δουλειά, έτσι κι΄αλλιώς δεν χρειαζόταν να μιλάει πολύ. Τον φωνάζανε με τον ασύρματο και του λέγανε να πάει στην τάδε έξοδο, να παραλάβει τόσους και να τους πάει στο αεροπλάνο τάδε που βρίσκεται  στο πάρκινγ νούμερο τόσο. Ντάάάάξει !

Ωρα 20:00 και κάτι ψηλά, στο αεροδρόμιο βρέχει, τα φώτα χαρίζουν άφθονη θλίψη σ΄αυτόν το χώρο που άλλοι φεύγουν και άλλοι μένουν, και ο Ρόνυ παίρνει την εντολή να πάει στην έξοδο 16 και να παραλάβει 148 άτομα. 
Το αεροπλάνο που τους περιμένει βρίσκεται στο πάρκινγ 62.

Όλα καλά, όλα εντάξει. τα άτομα 148, ούτε ένας λειψός, αϊντε βούρ για το πάρκινγ 62. 
Πήρε τις στροφές του ο Ρόνυ, όμορφα απαλά, σκεφτόταν τα γεροντάκια και τους όρθιους μέσα στο λεωφορείο, και ήρθε και πάρκαρε μαλάκα μπρος σ΄ενα τεράστιο μπόϊνγ 737, δεν ξαίρω κι΄εγώ πόσα μέτρα μάκρος και πόσα μέτρα ύψος. Και τι τον ενδιέφερε τον Ρόνυ; Αυτός την δουλειά του την έκανε.

Το αγιερόπλανο αφού παρέμεινε κάνα δεκκάλεπτο αραχτό άρχισε να κινήται προς τον διάδρομο απογειώσεως.

" Κυρίες και κύριοι σαν καλωσωρίζουμε στην πτήση 3152 για Τζακάρτα. Η πτήση μας θα διαρκέσει 10 περίπου ώρες και θα πετάξουμε ...μπλά μπλά μπλά..."

- Ρε σύ τί είπε αυτός ; Είπε Τζακάρτα η κατάλαβα λάθος; Εγώ έχω κόψει εισητήριο για Βανκούβερ τι θα πάω να κάνω στην Τζακάρτα;
- Κι΄εγώ κάτι τέτοιο άκουσα. Μάλλον θα τα μπέρδεψε ο πιλότος γιατί αυτοί, μιά ζωή στούς δρόμους, εέέμμμ στον αέρα, έχουν χάσει τον μπούσουλά τους. Για να ρωτήσουμε. 
- Τίίί.... Τζακάρτα ! Εδώ όλος ο κόσμος πηγαίνει για Βανκούβερ :
- Ρε παιδιάάάά είναι κανείς απο σάς που πάει Τζακάρτα ;

Δυστυχώς δεν βρέθηκε ούτε ένα επιβάτης που να ήθελε να αλάξει τον σκοπό του ταξιδιού του κι΄έτσι ο πιλότος αναγκάστηκε να βγεί απ΄τον διάδρομο, να ξαναπαρκάρει, να τους πετάξει όλους έξω και να αρχίσει τα βρισίδια γι΄αυτόν που τους κουβάλησε όλους αυτούς που πάνε στο Βανκούβερ και όχι στην Τζακάρτα. τον παλιομ....α ! 

Το πόσα χαστούκια αντέχει η ψυχή του ανθρώπου είναι ένα πράμα πάρα πολύ σχετικό. Άλλος μπορεί να τρώει μπουνιές μιά ζωή και να μην τρέχει τίποτα και του άλλου μπορεί με ένα χαστουκάκι να του καταστρέψεις την ζωή (εδώ ζητώ ειλικρινά συγνώμη απο παθώντες και θέλω να ξεκαθαρίσω πως δεν έχω καθόλου σκοπό,  ούτε να προσβάλω, αλλά ούτε και να ειρωνευτώ ή να περιπαίξω παρόμοιες καταστάσεις επειδή ακριβώς, τις ζώ με ανθρώπους γύρω μου  και ξαίρω τι τραγικές αλλαγές μπορούν να φέρουν στον ψυχικό μας κόσμο).
Για τον Ρόνυ ήταν ένα χαστούκι παραπάνω απ ότι άντεχε.
Μαζί με την απόλυση (πάλι τα μαμημένα τα μέσα, και κάποιες γλώσες που είπανε ότι ήτανε η εκδίκηση του πιλότου), ήρθαν και οι καταθλήψεις, ο χωρισμός με την γυναίκα του και το πιοτό, που η ποσότητα κατανάλωσής του αυξήθηκε κατακόρυφα.

Που τον έχανες, που τον έβρισκες τον Ρόνυ μετά απο τα νυχτερινά μεθύσια και τις κραιπάλες, φυσικά στο αεροδρόμιο !
Όρθιος, γαντζωμένος στα σύρματα του αεροδρομίου χάζευε τον χώρο αυτό που εδώ και 40 χρόνια είχε γίνει ο εαυτός του.
Άδεια όλα ! Νεκρά ! Αυτές τις ώρες ούτε νυχτερίδα! Άσε που αυτές θα κουφαθούν άν πλησιάσουν σε αεροδρόμιο γι΄αυτό και δεν πάνε προς τα εκεί. 
Ο Ρόνυ μονάχος και στα μάτια του δυό δάκρυα αιώνια.
Άν άντεχε και έμενε ξύπνιος μέχρι το πρωϊ, και μέχρι τότε που φτάναν οι πρώτες πτήσεις, τότε άρχισε να τους κάνει νοήματα με τα χέρια για το πώς και πού θα παρκάρουνε. Έβριζε, αναθεμάτιζε με τα λάθη των πιλότων και τελικά έπεφτε λιώμα στα χορτάρια και κοιμόταν μέχρι να τον ξυπνήσουνε οι μπάτσοι.
Τον βάζαν μέσα να ξεσουρώσει και κάθε φορά του κόβαν κι΄ένα 80άρι λογαριασμό.
Απτόητος ο Ρόνυ συνέχιζε να ζεί το όνειρό του που σιγά-σιγά τελείωνε. Συνέχιζε να βρίσκεται τα πρωϊνά  γαντζωμένος στα σύρματατα του αεροδρομίου, λιώμα απ΄το πιοτό, και συνέχιζε να δίνει εντολές για το παρκάρισμα.
Κάποιο βράδυ, αισθανόταν δυνατός, οργανώθηκε με κάτι κόφτες, πήρε και κάτι μπουκάλια βότκας και κόβωντας τα σύρματα βρέθηκε μές στο αεροδρόμιο.
Πήγε λοιπόν και την άραξε ακριβώς στην μέση του διαδρόμου και συνέχισε το πιοτό του και τους μονολόγους του.
Κανείς δεν τον άκουγε, μονολογούσε κι΄έβλεπε την ζωή του να απογειώνεται χωρίς αυτόν, έβλεπε την ζωή του να προσγειώνεται και να κατεβαίνουν όλοι αυτοί που γνώρισε αλλά ο εαυτός του παρέμενε απών.
Τον Ρόνυ τον ανακάλυψε με τα κυάλια ο αντικαταστάτης του και ο οποίος στην αρχή νόμισε πως βλέπει ένα πτώμα ξαπλωμένο στο διάδρομο. Αμέσως τηλεφώνησε στις πρώτες βοήθειες και στην αστυνομία.
Με παρέμβαση της Διεύθυνσης του αεροδρομίου και "κάποιων" κοινωνικών λειτουργών ο Ρόνυ κρίθηκε προς το παρών "ακατάληλος" για την κοινωνία και κατάληλος για το τρελάδικο.

Μιά ψυχή φέρνει γύρες μαζί με τα αεροπλάνα πάνω απο το αεροδρόμιο. Μια ψυχή τα αγγαλιάζει και τα συνοδεύει μέχρι να σταματήσουνε εντελώς. Μιά ψυχή σκορπισμένη σε 40 χρόνια λυγίζει αργά-αργά και γίνεται κρύο και ομίχλη πάνω σε μια πίστα προσγείωσης.

Είναι ο καλός μου ο Ρόνυ.

Freitag, 16. September 2011

INTERMEZZO


 " Δέν θα σ΄αφήσω να πεινάσεις αλλά πρώτα θα βγάλεις στο σφυρί 
(στην ελεύθερη αγορά) το παλτό σου, το πουκάμισο και το παντελόνι !)
Απο την "εφημερίδα του Μπάντεν"  (BadischeZeitung)



Εδώ στην Γερμανία τα ΜΜΕ καλλιεργούν την εντύπωση πως η Γερμανία και η Γαλλία κάνουν μεγάλο χατήρι στην Ελλάδα που της δείνουν την ευκαιρία να "ξελασπώσει".
Το τίμημα φυσικά αυτού του ξελασπώματος δεν το αναφέρουνε καθόλου, και το μόνο που περνάει σαν γνώμη είναι : "εμεις δανείζουμε στην Ελλάδα απο το έλλειμμά μας (άκουσον-άκουσον) και αυτοί οι αχάριστοι δεν ακούν τις συμβουλές μας, και έτσι όπως πάνε θα μας χαλάσουν και το παιχνίδι".
Το μύνημα που περνάει στην γελοιογραφία είναι διφορούμενο. Μπορεί μεν να κριτικάρει την γερμανική τακτική αλλά η συγκεκριμένη εφημερίδα (όπως και οι πιό πολλές ) σπανίως έχει γράψει κάτι θετικό για την χώρα μας.
Τώρα επειδή σε κάποιους κύκλους εμφανίστηκαν και γνώμες 
του στύλ : " για καθίστε ρε παιδιά, το λέτε βοήθεια εσείς αυτό, την στιγμή που θέλετε να τους πάρετε και το βρακί τους ;" σου λένε τα τυπάκια της φυλλάδας : άσε να περάσουμε και κάτι άλλο. Δεν ξαίρεις μπορεί και να πουλήσουμε.

Εκτός απο το αριστερό κόμμα της  Γερμανίας (προσοχή επαναλαμβάνω και πάλι : το αριστερό, και όχι οι πράσινοι !) κανείς άλλος δεν πήρε μέχρι τώρα μια αντικειμενική θέση πάνω στο θέμα αυτό.

Ας μην γελιώμαστε ! Εγώ νομίζω ότι η φυλλάδα κάνει την 
δουλειά της : Σήμερα έτσι, αύριο γιουβέτσι, και.... μεθαύριο κοκορέτσι. Τα ξαίρουμε αυτά τα κόλπα των ΜΜΕ.

Ρε άϊντε από δώ .....




Donnerstag, 15. September 2011

ΤΡΙΛΟΓΙΑ 1 ( Ο ΜΑΤ )


Σ΄αυτήν την τριλογία θα παρουσιάσω δυό διαφορετικούς χαρακτήρες ανθρώπων που  τους γνώρισα και τους έζησα για κάποιο διάστημα μαζί.
Αυτό που με εντυπωσίασε σ΄αυτούς τους δύο είναι πώς παρ΄ότι μέχρι της στιγμή της συνάντησής τους είχαν ζήσει δυό εντελώς διαφορετικές ζωές με διαφορετικές εντάσεις και περιεχόμενα, βρέθηκαν τόσα κοινά σημεία στον χαρακτήρα τους και στη συμπεριφορά τους που ήταν αρκετά για να τους φέρουν κοντά και να δημιουργηθεί μια σχέση δύο ανθρώπων που κάτω απο μια συγκεκριμένη "οπτική γωνία" συγκινεί.

 Ο  ΜΑΤ

Ο Μάτ (υποκοριστικό του Ματθαίος και όχι όπως λέμε "Σάχ - Μάτ") ήταν ένας αδύνατος εξηνταπεντάρης γύρω στο 1,80,  με πλούσια κατάλευκα μαλλιά, με γαλανά πράα μάτια, λεπτή γωνιώδη μύτη και μια μπάσα, πολύ μπάσα φωνή.
Ο Μάτ υπήρξε προφέσορας στη Ακαδημία καλών τεχνών της Χαϊδελμβέργης και απ΄ότι μου είπε θα μπορούσε να ήταν ακόμα εκεί, στο Πανεπιστήμιο, με τους φοιτητές του, τα πινέλα του τις μπογιές του, τα κάδρα του και τις τόσο ενδιαφέρουσες συζητήσεις που είχε με συναδέλφους και επισκέπτες, αν δεν του τυχαίναν αυτές οι "παλιοκαταστάσεις".
Το ποιές ήταν αυτές οι παλιοκαταστάσεις μ΄ούφαγε περίπου ένα χρόνο για να το μάθω. 


Ο Μάτ είχε το ατελιέ του στο εισόγειο της Ακαδημίας και απέναντι απο έναν φανταστικό κήπο γεμάτο με αρμένικες οξυές και μανόλιες. 
Το ατελιέ ήταν φτιαγμένο σε σχήμα ημικυκλίου που το κύλος μέρος του κοιτούσε προς την Ανατολή και ήταν φτιαγμένο όλο απο τζαμαρία για να μπαίνει μέσα άπλετο φώς, πράγμα που είναι απαραίτητο για αυτό το είδος της τέχνης, και όχι μόνο.

" Έλληνα" μ΄ούπε μια φορά που βγήκαμε μαζί μια μικρή βόλτα, "να ξαίρεις κάτι : το φώς είναι το κλειδί για την ζωγραφική. Μην διανοηθείς να φτιάξεις πίνακα το πρωϊ και να τον κοιτάξεις το απόγευμα, πάει έχασες! 
Είναι σαν να γράφεις μουσική και όταν πας να την ακούσεις ακούς ξεκούρντιστα όργανα, λάθος συγχορδίες, φάλτσα και καμιά φορά σου φαίνεται πως το έργο σου σου είναι εντελώς άγνωστο! Ναί, ναί φίλε μου, και φυσικά αυτό που βγάζει η ψυχή σου δεν πρέπει απαραίτητα να είναι και όμορφο. Μπορεί ορισμένες φορές να δεί έργο της (η ψυχή σου έτσι !) και να τρομάξεις απο την αλήθεια και τα μυστικά που κρύβονται μέσα σ΄αυτό." 

Το φώς λοιπόν ήταν κάτι σαν το πνευματικό οξυγόνο για τον Μάτ και γι΄αυτό είχε κανονίσει με την Διεύθηνση του Πανεπιστημίου κάθε δεύτερη μέρα να καθαρίζονται τα τζάμια του ατελιέ.
Για τον ίδιο λόγο, πρίν πάρει τον κάθε φοιτητή η φοιτήτρια στο ατελιέ να ζωγραφίσει, τους έβαζε σε μιά καμαρούλα που είχε στο πίσω μέρος και τους άφηνε μισή ώρα στο σκοτάδι και στην σιωπή και μετά τους καλούσε να μπούν στο ατελιέ και να ασχοληθούν με τα χρώματα, τους συνδυασμούς, τις γραμές και τις καμπύλες και με το φώς.


"Δύο πράγματα θα πρέπει να συμβούν πρίν κάθε πνευματική δημιουργία" έλεγε.
"Το πρώτο είναι να σβύσετε, όπως κάνουμε με μία λάμπα, τον εαυτό σας, αυτόν της καθημερινότητας, και το δεύτερο είναι να ανοίξετε την πόρτα σ΄αυτόν που έχετε μέσα σας κρυμένο, για να μην πώ θαμένο, και να τον αφήσετε να σας μιλήσει, τότε μόνο είστε έτοιμοι για να δημιουργήσετε !"


Πολοί συνάδελφοι του Μάτ βλέπαν αυτές τις παράξενες μεθόδους διδασκαλίας με περίεργο μάτι  και ακούστηκαν κουβέντες όπως : παλιομοδίτης, μεταφυσικές τρίχες, τζάμπα χαλάει τις μπογιές, δεν βγαίνει στη σύνταξη να κάνουμε το ατελιέ καφέ.
Ναί, ναί ακούστηκαν πολλά παράξενα αλλά ο Μάτ είχε μάτια μόνο για την τέχνη και δεν του καίγονταν καρφί για το τί έλεγε ο καθείς.

Κάποιο πρωϊνό λοιπόν μπαίνει ο Μάτ στο ατελιέ του και βλέπει ακριβώς μπροστά στην τζαμαρία του μια πελώρια σκουλπτούρα απο μέταλο που παρίστανε ..... να σας πώ την αλήθεια ακόμη δεν μπόρεσα να καταλάβω τι παρίστανε γιατί όταν μου μιλάει ο Μάτ γι΄αυτό ποτέ δεν το επονομάζει. Την μία το αποκαλεί " το κέρατο", την άλλη " το παραμύθι" την άλλη " το ξόανο" και τώρα τελευταία το αποκάλεσε " το "έκτρωμα".
Λοιπόν το μόνο που μπόρεσα να καταλάβω είναι ότι ήταν πελώριο, είχε μια μπερδεμένη κατασκευή και ότι μέσα σε δυό βδομάδες είχε σκουριάσει.
Ο Μάτ αυτό το διάστημα ερχόταν κάθε μέρα πρωΐ-πρωΐ, την άραζε μπρός στην μεγάλη τζαμαρία και..... χάζευε την σκουλπτούρα.
Μετά σηκωνότανε, άρχιζε να κάνει βόλτες και με τις ώρες, με ένα φωτόμετρο στο χέρι, μετρούσε την ένταση απο το φώς σε διαφορετικά μέρη του χώρου.
Τους πίνακές του δεν τους ξανάγγιξε και άρχισε σιγά σιγά να μυώνει και τον αριθμό των φοιτητών του. 
Μέρα με την μέρα ο Μάτ συννέφιαζε όλο και πιό πολύ όσπου κάποια μέρα στην συγκεκριμένη ώρα, δεν εμφανίστηκε στην παράδοση που είχε αλλά τον βρήκανε με μιά πελώρια σκάλα και μιά οξυγονοκόληση στα χέρια να διαλύει αυτό το "κατασκεύασμα" που είχαν βάλει μπροστά απο το χώρο της δουλειάς του.

" Με ρώτησαν που το έβαλαν εκεί; Όχι ! Ούτε κι΄εγώ θα τους ρωτήσω τώρα που θα το εξαφανίσω ! Δεν με ενδιαφέρει ποιός το έβαλε ! Εδώ, τέτοιου είδους αποφάσεις παίρνονται απο όλους μαζί και δεν μπορεί ο καθένας να βάζει ότι θέλει όπου θέλει ! Αυτό το απαίσιο πράμα που το έβαλαν εκεί χαλάει την ποιότητα του φωτός και τώρα εγώ πρέπει να αλλάξω ατελιέ ! Εμ όχι και πάλι όχι !".

Γίνανε άπειρες συνεδριάσεις και συμβούλια αλλά επειδή κάποιοι είχαν τα μέσα (έτσι γίνεται πάντα στους μοντέρνους καιρούς που ζούμε) Ο Μάτ "αναγκάστηκε" να μαζέψει τα μπογαλάκια του απο το πανεπιστήμιο, να παρατήσει το ατελιέ του και τις δημιουργίες του και να βγεί στην σύνταξη.

Δεν μπόρεσε να το καταπιεί ο Μάτ αυτό το άδικο. 
Παρ΄όλο που συνέχιζε να δουλεύει στο σπίτι του, να καλεί φοιτητές και φίλους για δουλειά και συζήτηση, τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά.
Τον βρήκανε πολλές φορές, μπροστα σε έργα δικά του η φίλων,  να τα χαϊδεύει και ύστερα, πνιγμένος μές στο κλάμμα να τα καταστρέφει και να τα πετάει στα σκουπίδια. 
Το πράμμα παράγινε όταν έβαψε όλες τις τζαμαρίες του σπιτιού του με μαύρο χρώμα για να δεί, όπως είπε, τι θα κάνει τώρα το φώς. Λίγες μέρες αργότερα τον βρήκανε να κάθεται σ΄ένα παγκάκι μπροστά απο μία λιμνούλα με μαγευτική θέα.




Κάποιοι περαστικοί είπαν πως ο κύριος αυτός αφού κρατούσε τα μάτια του κλειστά για δέκκα περίπου λεπτά, μετά τα άνοιγε και κάθε φορά φώναζε : " Νάτο ! Πάλι άλλαξε το τοπίο ! Θεέ μου  καθε δέκκα λεπτά δημιουργείς και ένα  φανταστικό έργο ! Άλλα χρώματα ! Άλλες σκιές ! 'Αλλο συναίσθημα ! Αναρωτιέμαι τι έκανα τόσον καιρό εγώ ο ηλίθιος !"

Ο Μάτ δεν θέλησε πιά να ξαναπάει σπίτι του. Μοίρασε τα περιουσιακά του στοιχεία στην γυναίκα του και τα παιδιά του και πήγε απο μόνος του στη ψυχιατρική κλινική.