Freitag, 12. August 2011

ΚΛΑΨΕ ΨΥΧΗ ΜΟΥ



 Αναδύομαι μέσα απο τον βυθό μιας λίμνης που την σκεπάζει ένα βαρύ πέπλο σιωπής και θλίψης.
Είναι η σιωπή των πόνου και η θλίψη των πικραμένων που κάνουν την επιφάνειά της τόσο λεία.
Γύρω μου, καθώς απελευθερώνομαι απο το κέλυφος της ύπαρξής μου, βλέπω ένα πόρφυρο χρώμα που μ΄αγκαλιάζει και με παρηγορεί. Με παίρνει μαζί του και ξανοίγομαι στον αιθέρα αφήνοντας τα γήινα και ταξιδεύοντας προς τα ουράνια.
Θεϊκό και μοναδικό το ταξίδι μου. Αφήνω τον εαυτό μου στη επιφάνεια της λίμνης και του λέω να με περιμένει, θα γυρίσω !
Αυτός με κοιτάζει, απορεί, φοβάται και θαυμάζει.

Ξενητεύομαι απο το ίδιο μου το σώμα !


Τα πάθη μου, οι κακίες μου, οι ευχές μου, οι θλίψεις μου και οι σκέψεις σκόρπια στον αγέρα.
Σαν την ουρά ενός κομήτη μ΄ακολουθούν λές και γνωρίζουν τον μόνιμο παραλήπτη τους, που είμαι εγώ και κανένας άλλος.

Βλέπω ένα μικρό παιδί που κλαίει.  
Το παιδί γίνεται έφηβος και το δάκρυ δεν έχει στεγνώσει ακόμη απο τα μάτια του. 
Τα δάκρυά του σμίγουν με τις αγάπες του που κάποιες απ΄αυτές δακρύσανε κοντά του, άλλες το περιγέλασαν και άλλες τον κρατούν ακόμη στην αγκαλιά τους.
Γνωρίζει πώς ότι και να συμβεί στη ζωή του στην πραγματικότητα θα παραμένει μόνος του.

Βλέπω στην ψυχή του καθενός ένα παιδί που κλαίει, ένα παιδί που ζητά ένα χέρι να πιαστεί, ένα παιδί που ζητιανεύει λίγη αγάπη. 
Πώς κατάντησε η ζωή... να ζητιανεύουν την αγάπη, να ζητιανεύουν αυτό που έπρεπε να υπάρχει παντού, στη κάθε ματιά του ανθρώπου στην κάθε καρδιά, σε κάθε βλέμμα σε κάθε άγγιγμα.


Κλάψε ψυχή μου ! Κλάψε για την κατάντια αυτού του κόσμου. Κλάψε και πλύνε με το δάκρυ την ντροπή και την γύμνια του ανθρώπου.

Η λίμνη έγινε μια μικρή κουκίδα που λάμπει και που τριγύρω της απλώνονται κοιλάδες, πόλεις, χωριά βουνά, ανθρώποι.

Το κλάμμα με λυτρώνει. Τα μινόρια μου γίνονται κρυφά περάσματα που με βγάζουν σε πανέμορφα λειβάδια που είναι ντυμένα με τα πιό όμορφα λουλούδια που αντίκρυσε η ματιά μου.
Το άρωμά τους με μεθά !
Μές στη ζάλη συνεχίζω το μοναδικό μου ταξίδι και βλέπω  πως η ζωή είναι απλά και μόνο ο χρόνος που κάποιος χρειάζεται για να περάσει το κατώφλι μιας πόρτας. Το "έξω" και το "μέσα" είναι το πρίν και το μετά.
Πόσο λίγος χρόνος !  Πόση σπατάλη ! 

Κουράστηκα να ταξιδεύω και θέλω να επιστρέψω. 

Ενα γλυκό άγγιγμα μου δημιουργεί ένα γλυκό ρίγος. Μα πώς ; Είναι δυνατό να νιώσει ένας άνθρωπος αυτό το συναίσθημα ;



Την ψυχή μου την κρατά απαλά στα χέρια της η Περσεφόνη. Δεν με κοιτάει. Στην ματιά της, την κουρασμένη απ΄το σκοτάδι, καθρεφτίζεται ένας κόσμος γεμάτος πόνο.
Είναι κι΄αυτή ντυμένη στην πορφύρα. Άχ πως θ΄άθελα να πέθαινα τώρα στη αγγαλιά της !

Σιωπηλή, μουντή και πικραμένη μ΄αφήνει μπρός στην αγέλαστο πέτρα και μου δείχνει τον εαυτό μου που με περιμένει....


Keine Kommentare:

Kommentar veröffentlichen