Sonntag, 28. August 2011

Ο ΓΟΥΛΑΣ


- Εσύ, ο καινούργιος, απο που είσαι ρέ ;
- Απο την Δράμα.
- Και σε ποιά τάξη θα πάς ρέ ;
- Στην Τρίτη.
- Α ! Για άνοιξε την ντουλάπα σου να δώ τι έχεις μέσα. Έχεις τίποτα νά φάμε ;
- Όχι.
- Καλά. Κοίτα, όποιος σε πειράξει ν΄άρθεις να μου το πείς ντάξει.
- Ντάξει !

Ένας γίγαντας, για τα παιδικά μου μάτια, με ωραίο πρόσωπο και μιά περπατησιά γορίλλα. Το γέλιο του όμως χάριζε εμπιστοσύνη και συντροφιά, πράγματα που τα χρειαζόταν η τρομαγμένη μου ψυχή.

- Γιατί σε λένε Γούλα ;
- Τι λές ρε σκατιάρικο ! Αυτό είναι το πατρικό μου και δεν υπάρχει άλλος εδώ μ΄αυτό το όνομα το κατάλαβες ;
- Ναί.
- Άντε τώρα τράβα στην τραπεζαρία γιατί χτύπησε το κουδούνι για το απογευματινό και αν δεν προλάβεις θα μείνεις νηστικό. Άντε τράβα!

Ο Γούλας έμπαινε όπου ήθελε, ότι ώρα ήθελε και πήγαινε όπου ήθελε δίχως να ρωτήσει κανέναν. Ούτε τον διευθηντή αλλά ούτε και τον επιστάτη, τον Λάμπη. Τους είχε γραμμένους όλους.
Τα βράδυα, όταν γυρνούσε αργά απο τις βόλτες του στην παραλία η στην Σαλονίκη, ερχόταν πεινασμένος και ζητούσε να του ανοίξουμε όλοι τις ντουλάπες για να δεί αν υπάρχει μέσα κάτι φαγώσιμο. Άν δεν έβρισκε τίποτα πήγαινε στα μαγειρεία, χτυπούσε την πόρτα του αρχιμάγειρα και του ζητούσε να του βάλει κάτι για να φάει, πράγμα που γινότανε χωρίς καμία ερώτηση και κανένα σχόλιο για το ποιός, που και γιατί. Τις πιό πολλές φορές έπαιρνε και για μας μια φρατζόλα ψωμί και την μοίραζε στους θαλάμους.

Κάθε Κυριακή μας μαζεύανε για να μας πάνε στη εκκλησία. Μαζευόμασταν όλοι, αγόρια κορίτσια, μικροί μεγάλοι στο προαύλιο και κατά τριάδες ανεβαίναμε την μικρή ανηφορίτσα που μας έβγαζε στην πόλη της Περέας όπου ήτανε η εκκλησία. Εκεί είμασταν αναγκασμένοι να μυρίζουμε τα κακής ποιότητος λιβάνια, να ακούμε πράγματα ακατανόητα για εμάς και να μας κουφαίνουν, ψάλτες και παπαδαριό, με αγριοφωνάρες και φάλτσα περιοπής. Μετά την "λειτουργία" δηλαδή ήμασταν όλοι πτώματα.
Μιά Κυριακή λοιπόν, είμαστε  μαζεμένοι όλοι στο προαύλιο και ετοιμαζόμαστε να ξεκινήσουμε. Ξαφνικά βλέπουμε τον Γούλα ημίγυμνο με μια πετσέτα στο χέρι να σκουπίζεται και να μας χαζεύει πίσω απ΄την τζαμαρία του πρώτου ορόφου.
Ο διευθηντής μας, ο Τζοανόπουλος ( ο Τζό), φρικαρισμένος άρχισε τις εντολές: " Τι κάνεις εκεί παλιοτόμαρο; Ετοιμάσου και κατέβα κάτω να΄ρθείς στην εκκλησία και γρήγορα".
Ο Γούλας, ατάραχος, συνέχιζε να σκουπίζεται και με νοήματα μας έδωσε να καταλάβουμε ότι είναι κουρασμένος, ότι δεν έχει απολύτως καμία όρεξη για εκκλησιασμούς και τέτοια και ότι θα πάει να συνεχίσει τον ύπνο του.
Ο "Τζό" κουφάθηκε, δεν είχε ξαναγίνει στα χρονικά να του αντιμιλήσει και να φερθεί παρόμοια μαθητής στο οικοτροφείο του. Νευριασμένος, πετάει το τσιγάρο και βρίζοντας πολιτισμένα αρχίζει να ανεβαίνει επάνω με σκοπό να κατεβάσει τον Γούλα και φυσικά να δείξει σε όλους μας το ποιός κάνει κουμάντο σ΄αυτό το "μαγαζί".
Αφού παρακολουθήσαμε μια λεκτική διαμάχη, έτσι φάνηκε τουλάχιστον απο το σημείο που βρισκόμασταν, είδαμε ότι ο Τζό έφερε στον Γούλα ένα πουκάμισο, τον έπιασε απ΄το χέρι και άρχισε να τον τραβάει προς την σκάλα που κατέβαζε πρός τα κάτω.
Ο Γούλας επέμενε πως είναι κουρασμένος και πως δεν "γουστάρει". Όσο λογομαχούσανε τόσο ο Τζό αγρίευε με το λεξιλόγιο του Γούλα και τον τρόπο που αυτός τον αντιμετώπιζε. Ποιόν ; Τον διευθηντή ! Σε μια στιγμή λοιπόν και αφού ολοφάνερα ήταν προ του καρδιακού επεισοδίου, σηκώνει το χέρι του και δίνει ένα ηχηρό σκαμπίλι στο Γούλα.
Ο Γούλας για μια στιγμή κοκάλωσε, για μιά στιγμή όμως γιατί την επόμενη είχε περάσει ήδη στην αντεπίθεση που εκδηλώθηκε με φανταστικό τρόπο.
Πέρνοντας με το κεφάλι του μια ελαφριά φόρα χάρισε στον Τζό μια φανταστική κουτουλιά που του άνοιξε τις μύτες, τον έριξε κάτω και για μια στιγμή τον έκανε να φαίνεται σαν ένα γελοίο ανθρωπάκι.
Αίμματα, κόκκινη μάπα και ο Τζό να τρέχει καρφί για το μπαγκαλόου του για να επισκευάσει τις ζημιές.
Γύρω στα πεντακόσσια άτομα απολαύσαμε μια άκρως διασκεδαστική και διαδακτική παράσταση.

Ο Γούλας ανέβηκε χαλαρά - χαλαρά, τις σκάλες έφτιαξε μια μικρή βαλιτσούλα με τα πράματα του και την έκανε για το χωριό του να του φύγουν οι τσαντίλες.
Ο Τζό χάθηκε για έναν μήνα και κάποιοι είπανε πως η μύτη του, που την είχε σηκωμένη πολύ ψηλά, κατέβηκε λιγάκι.

Μετά απο μια βδομάδα ο Γούλας εμφανίστηκε πάλι χωρίς να του πεί κανείς τίποτα και χωρίς να υπάρξει καμμία τιμωρία.

Εμείς, οι πιτσιρικάδες είχαμε πάρει ένα σοβαρό μάθημα.



Keine Kommentare:

Kommentar veröffentlichen