Montag, 22. August 2011

ΤΟ... ΒΙΑΣΤΙΚΟ ΠΑΠΟΡΙ


- Ρε Σάκη θα κατέβω λιγάκι απο το καράβι και θα πεταχτώ στο σπίτι τού Παπαδιαμάντη.
- Τι θα κάνεις ρε Βάγγο στο σπίτι του Παπαδιαμάντη
- Θέλω να προσκηνήσω !
- Είσαι με τα καλάάά σου ρέ ! Το παπόρι θα φύγει σε λίγο και θα σε χάσουμε !
- Ρώτησα, θα αράξει για  μισή ώρα.
- Βάγγο...  άλλο η μισή ώρα της Γερμανίας και άλλο η μισή ώρα της Ελλάδας.
- Σάκη άσε με δεν μπορώ. Με φωνάζει καιρό  ο Αλέξανδρος και θέλω να περπατήσω για λίγο κοντά του.  Νά, πάρε τα κλειδιά απο τ΄αμάξι και τα λέμε σε λίγο.

Κατέβηκα απο το φέρρυ και αφού ξαναρώτησα, για να σιγουρευτώ, κάτι "στολισμένους" για το πόσο καιρό θα αράξει το καράβι στο νησί, απομακρύνθηκα με βιαστικό βήμα  απο τα τουριστικά καφέ και τα μάτια των περίεργων.

Τα βουητά απο τα αυτοκίνητα και ο θόρυβος της πιάτσας δεν μ΄αφήναν να συγκεντρωθώ και έτσι αποφάσισα να περπατήσω λίγο παράμερα για να μπορέσω να αφιερώσω λίγες στιγμές στην μνήμη αυτού του ταπεινού ανθρώπου που η σκέψη του και το έργο του ήταν αφιερωμένα στα βάσανα και στον πόνο των συνανθρώπων του.

Τι να σου κάνει η μισή ώρα σκέφτηκα, εδώ θα έπρεπε να περάσεις την βραδυά σου ολόκληρη, να νοιώσεις τον χώρο και την ανάσα του νησιού για να πείς ότι προσκύνησες.
Με πικραμένο τον νού και την καρδιά πήρα το δρόμο της επιστροφής. Με το κεφάλι σκυφτό και την σκέψη ακουμπησμένη στη ψυχή του ταλαιπωρημένου και κουρασμένου δημιουργού περπατούσα προ την αποβάθρα χωρίς να ακούω και να βλέπω τίποτα εκτός απο το πλακόστρωτο που για μένα είχε γίνει εκείνη την στιγμή το κοινό στοιχείο που με συνέδεε με τον Παπαδιαμάντη.
Έτσι έφτασα στη αποβάθρα και απο το πλακόστρωτο πέρασε η ματιά μου στην τσιμεντένια αποβάθρα και μετά στο βαθύ γαλάζιο της θάλασσας. Απότομη αλλαγή γιατί υποσυνείδητα περίμενα να εμφανιστεί κάτι άλλο.
Κάτι έλειπε !
Το φέρρυ ! Που είναι το φέρρυ ;

Στα δέκκα μέτρα μπροστά μου βλέπω μια μπουκόπορτα που κλείνει και το παπόρι που ταράζει τα νερά.

Κανονικά είχα δέκκα λεπτά ακόμη στη διάθεση μου. Κανονικά ! Αλλά ποιός δείνει την εγγύηση για το " κανονικά" ;

Ένας βαθύς αναστεναγμός βγαίνει απο τα στήθη μου και η φωνή του εαυτού μου που μου φωνάζει 
" βρέ καντέμη πάλι την έκανες την μα......  σου" ακούγεται δυνατά στα αυτιά μου.


Είμαι μ΄ένα σορτσάκι, ένα μπλουζάκι, τα πέδηλά μου και ένα ευρώ που έχω στην τσέπη μου για τα καροτσάκια των σούπερ-μάρκετ.


Ένας ζήτουλας με πλησιάζει και με αυθάδεια με ρωτάει : "ρε φιλαράκι.. δώς μου δυό ευρουλάκια να πιώ κάτι τίς" 


Πρίν χαλάσω τις σκέψεις μου τον παρατάω και επιστρέφω στα σοκάκια του νησιού.


Η νύχτα και η Σκιάθος είναι δικές μου !



Kommentare:

  1. ΩΡΑΙΟΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ........!!!!!!!!!!!

    AntwortenLöschen
  2. Αλλη η μισή ώρα Γερμανίας, άλλη η της Ελλάδας!!!
    σου το είπαν!!!
    Αλλά αφού η Σκιάθος περίμενε... χαλάλιν!

    Και μετά ρωτάς που είναι το κάστρο μου!

    Zouzouna η παινεμένη, δεν λογγάρει με τίποτα ν' αφήσω σχόλιο!

    AntwortenLöschen