Mittwoch, 31. August 2011

....ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ


Απο ένα σκέρτσο της φύσης πέρασα απ΄το σκοτάδι στο φώς. 
Με τα χέρια ακουμπισμένα πάνω στο κορμί μου και τα παιδικά μου μάτια ανοιχτά άφησα τους καιρούς να χαράξουν τις πληγές τους πάνω στην ψυχή μου.
Μάταια ζητούσα απ΄τους ανθρώπους να μου μάθουν. Στα πρόσωπά τους έβλεπα την απουσία τους.
Έτσι έφτιαξα σιγά-σιγά τον παιδικό μου κόσμο όπως τον ήθελα εγώ.
Ξεχνιώμουν μέσα του και απολάμβανα την γλυκιά του ηρεμία μέχρι που ερχόταν η επόμενη αλλαγή. Τις αλλαγές τις φέρναν οι μεγάλοι και δεν υπήρχαν περιθώρια να αναρωτηθούν οι ίδιοι αν τα παιδιά θέλουν η άν αντέχουν.
Ποτέ μου δεν αγάπησα τις αλλαγές και πολύ περισσότερο τις απότομες.
Ξεχάστηκα για λίγο στο φιλί της νιότης και στην αγάπη που μου ψιθύριζε πως ίσως οι αλλαγές, πού και πού, να έχουν κάτι το καλό.
Με τις ιδέες έφτιαξα τον κόσμο μου και προσπάθησα να φέρω την γαλήνη μέσα μου, αυτή τη γαλήνη που μου έλειψε απο μικρό παιδί.

Άγγιξα τον ναό της Σαμοθράκης και αφήσα ενέχειρο το κορμί και την ψυχή μου. 
Χωρίς κορμί, χωρίς ψυχή, ένας αόρατος διαβάτης της ζωής που με τον νού συνέχιζε να αναζητά και να πονά.
Οδοιπορόντας, γνώρισα φίλους, έκλαψα μαζί τους, άγγιξα το χέρι τους, αδερφικά, και σκούπισα τα δακρυσμένα μάτια τους.
Σήκωσα την λαβωμένη τους καρδιά και την έβαλα στην θέση της δικής μου. Έτσι έγινα πάλι ένα ανθρώπινο όν.

Στους Δελφούς άφησα τα δάκρυα που είχα μαζέψει και που μου είχαν χαρίσει. Ανάλαφρος πιά, έψαξα τον γέροντα που τρεφόταν με λάδι, μέλι και ψωμί να τον ρωτήσω για την πορφύρα και την πύλη της ζωής. 
Τον βρήκα να κάθεται ακίνητος στην ρίζα της οξυάς, να κρατάει την παλάμη του αριστερού του χεριού απαλά πάνω στην μακριά του γενειάδα και να κοιτάζει αόριστα εμπρός του.
Στ΄όνειρό μου η μορφή του παρέμεινε η ίδια μόνο που ξαφνικά σηκώθηκε και μου είπε,  

            "δεν σε φώναξα ακόμη !".

Όταν ξύπνησα ο γέροντας είχε φύγει !

Τώρα, γονατιστός μές στον ναό της Ελευσίνας,  βλέπω ξεκάθαρα στο μέλλον το ίδιο σκέρτσο της φύσης που θα με περάσει απο το φώς στο σκοτάδι.


Sonntag, 28. August 2011

Ο ΓΟΥΛΑΣ


- Εσύ, ο καινούργιος, απο που είσαι ρέ ;
- Απο την Δράμα.
- Και σε ποιά τάξη θα πάς ρέ ;
- Στην Τρίτη.
- Α ! Για άνοιξε την ντουλάπα σου να δώ τι έχεις μέσα. Έχεις τίποτα νά φάμε ;
- Όχι.
- Καλά. Κοίτα, όποιος σε πειράξει ν΄άρθεις να μου το πείς ντάξει.
- Ντάξει !

Ένας γίγαντας, για τα παιδικά μου μάτια, με ωραίο πρόσωπο και μιά περπατησιά γορίλλα. Το γέλιο του όμως χάριζε εμπιστοσύνη και συντροφιά, πράγματα που τα χρειαζόταν η τρομαγμένη μου ψυχή.

- Γιατί σε λένε Γούλα ;
- Τι λές ρε σκατιάρικο ! Αυτό είναι το πατρικό μου και δεν υπάρχει άλλος εδώ μ΄αυτό το όνομα το κατάλαβες ;
- Ναί.
- Άντε τώρα τράβα στην τραπεζαρία γιατί χτύπησε το κουδούνι για το απογευματινό και αν δεν προλάβεις θα μείνεις νηστικό. Άντε τράβα!

Ο Γούλας έμπαινε όπου ήθελε, ότι ώρα ήθελε και πήγαινε όπου ήθελε δίχως να ρωτήσει κανέναν. Ούτε τον διευθηντή αλλά ούτε και τον επιστάτη, τον Λάμπη. Τους είχε γραμμένους όλους.
Τα βράδυα, όταν γυρνούσε αργά απο τις βόλτες του στην παραλία η στην Σαλονίκη, ερχόταν πεινασμένος και ζητούσε να του ανοίξουμε όλοι τις ντουλάπες για να δεί αν υπάρχει μέσα κάτι φαγώσιμο. Άν δεν έβρισκε τίποτα πήγαινε στα μαγειρεία, χτυπούσε την πόρτα του αρχιμάγειρα και του ζητούσε να του βάλει κάτι για να φάει, πράγμα που γινότανε χωρίς καμία ερώτηση και κανένα σχόλιο για το ποιός, που και γιατί. Τις πιό πολλές φορές έπαιρνε και για μας μια φρατζόλα ψωμί και την μοίραζε στους θαλάμους.

Κάθε Κυριακή μας μαζεύανε για να μας πάνε στη εκκλησία. Μαζευόμασταν όλοι, αγόρια κορίτσια, μικροί μεγάλοι στο προαύλιο και κατά τριάδες ανεβαίναμε την μικρή ανηφορίτσα που μας έβγαζε στην πόλη της Περέας όπου ήτανε η εκκλησία. Εκεί είμασταν αναγκασμένοι να μυρίζουμε τα κακής ποιότητος λιβάνια, να ακούμε πράγματα ακατανόητα για εμάς και να μας κουφαίνουν, ψάλτες και παπαδαριό, με αγριοφωνάρες και φάλτσα περιοπής. Μετά την "λειτουργία" δηλαδή ήμασταν όλοι πτώματα.
Μιά Κυριακή λοιπόν, είμαστε  μαζεμένοι όλοι στο προαύλιο και ετοιμαζόμαστε να ξεκινήσουμε. Ξαφνικά βλέπουμε τον Γούλα ημίγυμνο με μια πετσέτα στο χέρι να σκουπίζεται και να μας χαζεύει πίσω απ΄την τζαμαρία του πρώτου ορόφου.
Ο διευθηντής μας, ο Τζοανόπουλος ( ο Τζό), φρικαρισμένος άρχισε τις εντολές: " Τι κάνεις εκεί παλιοτόμαρο; Ετοιμάσου και κατέβα κάτω να΄ρθείς στην εκκλησία και γρήγορα".
Ο Γούλας, ατάραχος, συνέχιζε να σκουπίζεται και με νοήματα μας έδωσε να καταλάβουμε ότι είναι κουρασμένος, ότι δεν έχει απολύτως καμία όρεξη για εκκλησιασμούς και τέτοια και ότι θα πάει να συνεχίσει τον ύπνο του.
Ο "Τζό" κουφάθηκε, δεν είχε ξαναγίνει στα χρονικά να του αντιμιλήσει και να φερθεί παρόμοια μαθητής στο οικοτροφείο του. Νευριασμένος, πετάει το τσιγάρο και βρίζοντας πολιτισμένα αρχίζει να ανεβαίνει επάνω με σκοπό να κατεβάσει τον Γούλα και φυσικά να δείξει σε όλους μας το ποιός κάνει κουμάντο σ΄αυτό το "μαγαζί".
Αφού παρακολουθήσαμε μια λεκτική διαμάχη, έτσι φάνηκε τουλάχιστον απο το σημείο που βρισκόμασταν, είδαμε ότι ο Τζό έφερε στον Γούλα ένα πουκάμισο, τον έπιασε απ΄το χέρι και άρχισε να τον τραβάει προς την σκάλα που κατέβαζε πρός τα κάτω.
Ο Γούλας επέμενε πως είναι κουρασμένος και πως δεν "γουστάρει". Όσο λογομαχούσανε τόσο ο Τζό αγρίευε με το λεξιλόγιο του Γούλα και τον τρόπο που αυτός τον αντιμετώπιζε. Ποιόν ; Τον διευθηντή ! Σε μια στιγμή λοιπόν και αφού ολοφάνερα ήταν προ του καρδιακού επεισοδίου, σηκώνει το χέρι του και δίνει ένα ηχηρό σκαμπίλι στο Γούλα.
Ο Γούλας για μια στιγμή κοκάλωσε, για μιά στιγμή όμως γιατί την επόμενη είχε περάσει ήδη στην αντεπίθεση που εκδηλώθηκε με φανταστικό τρόπο.
Πέρνοντας με το κεφάλι του μια ελαφριά φόρα χάρισε στον Τζό μια φανταστική κουτουλιά που του άνοιξε τις μύτες, τον έριξε κάτω και για μια στιγμή τον έκανε να φαίνεται σαν ένα γελοίο ανθρωπάκι.
Αίμματα, κόκκινη μάπα και ο Τζό να τρέχει καρφί για το μπαγκαλόου του για να επισκευάσει τις ζημιές.
Γύρω στα πεντακόσσια άτομα απολαύσαμε μια άκρως διασκεδαστική και διαδακτική παράσταση.

Ο Γούλας ανέβηκε χαλαρά - χαλαρά, τις σκάλες έφτιαξε μια μικρή βαλιτσούλα με τα πράματα του και την έκανε για το χωριό του να του φύγουν οι τσαντίλες.
Ο Τζό χάθηκε για έναν μήνα και κάποιοι είπανε πως η μύτη του, που την είχε σηκωμένη πολύ ψηλά, κατέβηκε λιγάκι.

Μετά απο μια βδομάδα ο Γούλας εμφανίστηκε πάλι χωρίς να του πεί κανείς τίποτα και χωρίς να υπάρξει καμμία τιμωρία.

Εμείς, οι πιτσιρικάδες είχαμε πάρει ένα σοβαρό μάθημα.



Samstag, 27. August 2011

ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΖΕΦΥΡΙ


 (Με αφορμή την ανάρτηση του αγαπητού Μαχαίρη  "Γύφτοι")


Παλιά, πολύ παλιά, υπήρχε ένα λοφάκι απο το οποίο μπορούσε κάποιος να δεί το κάστρο της Χασιάς, το σημερινό Μενίδι (Αχαρναί) και την Ακρόπολη.
Απο το κάστρο της Χασιάς βλέπανε το τι γίνεται στην Σαλαμίνα και απο τις άκρες του Μενιδίου μπορούσες να δείς αν ερχόνταν όχλος και εχθροί απο το πέρασμα του Κρυονερίου (ανάμεσα Πεντέλη και Πάρνηθα). Αυτά τα δύο "ακριτικά" φυλάκια στέλνανε "φωτομυνήματα" στο Ζεφύρι και το Ζεφύρι με την σειρά του στην σημερινή Ακρόπολη.
Απο τότε φυσούσανε εκεί πάνω αέρηδες μυρωδάτοι, γεμάτοι δροσιά κι΄αλμύρα, μύριζε ο τόπος θυμάρι και χαμομήλι. Τους ανέμους αυτούς τους ονομάζαν : οι Ζέφυροι, και απο εκεί πήρε και την ονομασία του ο τόπος αυτός που σήμερα είναι τόσο κακοφημισμένος που αν ρωτήσεις ταξιτζή στο αεροδρόμιο, αν πηγαίνει Ζεφύρι τότε αυτός κατεβάζει αμέσως τα παράθυρα, βάζει ασφάλειες και περιμένει να βρείς κάποιον άλλο να σε πάρει και μετά, αφού φύγεις να τα ξανανανοίξει.
Οι Ζέφυροι λοιπόν ήταν οι αγέρηδες που φέρναν την δροσιά και τα αρώματα στον χώρο αυτό.
Σήμερα οι Ζέφυροι κουβαλούν στο Ζεφύρι την βρώμα απο τα σκουπίδια του λεκανοπεδίου Αττικής, τα οποία αδειάζουν ασυνήδητα οι υπηρεσίες λίγο παρά πέρα,  και την καρκινογόνο σκόνη απο τα λατομεία του "Ηρακλή".


Την 10ετία του ΄60 -΄70 το Ζεφύρι είχε 50 σπίτια απο τα οποία τα 15 ανήκανε στους Ρόμα (σ΄αυτούς που λανθασμένα αποκαλούν σήμερα γύφτους.το κρατάω όμως για να μην μπερδευτούμε ακόμη περισσότερο). Στο σχολείο, απο τα 40 παιδιά της τάξης, τα δέκκα ήταν γυφτάκια που ποτέ δεν αργούσανε στο σχολείο, ούτε μυρίζανε, παίζανε μαζί μας μπάλα, τους φέρναμε στα σπίτια μας και δεν μας κλέβανε και ήμασταν και φιλαράκια.
Όταν κάποτε, στη έκθεση Θεσσαλονίκης συνάντησα τον Γιώργο τον Δημόπουλο, παλιό σημαθητή μου (γύφτο) έπεσε στην αγκαλιά μου και με δάκρυα στα μάτια με ρωτούσε τι κάνω και πού βρίσκομαι. Αναπολήσαμε την εποχή στο Ζεφύρι και τις ξέγνοιαστες ημέρες που ζούσαμε σαν παιδιά (βλέπεις δεν μας είχανε περάσει ακόμη μέσα μας το μικρόβιο που λέγεται "γύφτος") και όλη την ημέρα, και το βράδυ, με είχε αγκαζέ και δεν μ΄άφησε να πληρώσω πουθενά.
Δεν υπήρχε τότες το θέμα "γύφτοι". Γιατί ; Γιατί οι ανθρώποι δεν πειράζανε, ήτανε μεροκαματιάρηδες, χαιρόντουσαν που τα παιδιά τους πηγαίναν σχολείο και κάποτε, ίσως αργότερα, θα τους βοηθούσαν στον γραφειοκρατικό χαμό της κάθε λογής υπηρεσίας, ήτανε καθαροί και στο σχολείο, λόγω σωματικής ευρωστίας, ήταν οι δουλευταράδες και τα παιδιά για την κάθε δουλειά.

Πάνε αυτοί οι καιροί !


Οι προύχοντες, τα κομματόσκυλα και οι αρχές ψάχνανε για αποδιοπομπαίους τράγους, για ψηφοφόρους του κατοστάρικου, για διακηνητές ναρκωτικών και για υλικό για να γεμίζουν οι εφημερίδες και τα περιοδικά με φριχτές ιστορίες που μιλούσαν για την μοντέρνα Τρούμπα των βορείων προαστείων, το Ζεφύρι !

Ποιός είναι αυτός που δεν γνωρίζει οτι το αστυνομικό τμήμα βρίσκεται στα εκκατό μέτρα απο τα "γύφτικα" !
Ποιός είναι αυτός που δεν γνωρίζει το ποιός δουλεύει και υποστηρίζει την διακίνηση ναρκωτικών στο Ζεφύρι!
Ποιός είναι αυτός που δεν γνωρίζει πώς οι ριπές των Καλάσνικοφ που ακούγονται τα βράδυα προέρχοναι από όπλα που έγιναν δώρο στα "βαποράκια".
Ποιός είναι αυτός που γνωρίζει γιατί η αστυνομία δεν ακούει και δεν βλέπει τίποτα !
Ποιός δεν γνωρίζει οτι ο γύφτος - βαποράκι πέταξε έξω απο το σπίτι του ναρκωμανή με την δικαιολογία " τράβα έξω γιατί πρέπει να πληρώσω τον αστυνόμο τώρα !"
Ποιός δεν γνωρίζει ότι η κάθε κολωφυλάδα έχει γεμίσει σελίδες με ανακρίβειες και κατηγορίες ενάντια σε μια "κάστα" ανθρώπων με αποτέλεσμα να δημιουργηθή η χειρότερη γνώμη για την περιοχή και τους ανθρώπους αυτούς !


- Τι ποιος φταίει ρέέ, τι ποιός φταίει .....


Freitag, 26. August 2011

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ


Πολυαγαπημένε μου,

γονατιστή καλώ τα μάτια σου να φέξουν στην ψυχή μου και να μου δώσουν δύναμη για να μπορέσω να σ΄απαρνηθώ. 
Να απαρνηθώ εσένα που υπήρξες και είσαι ό,τι πιό ιερό και άγιο έχω στην ζωή.
Δεν ξαίρω για πόσο καιρο ακόμα θα μπορέσω να αντέξω δίχως το φώς σου, δίχως την ελπίδα που μου δίνει ο λόγος σου αλλα τώρα είμαι ακόμη πιό σίγουρη πως πρέπει να διαβώ αυτό το μονοπάτι κι΄ας σκέφτομαι ορισμένες φορές πως είναι μονόδρομος και πως δεν θα με βγάλει πουθενά. 
Στην χειρότερη περίπτωση θα βρεθώ πάλι εκεί που με βρήκες, στο χείλος του γκρεμού. Ενός γκρεμού που το βάθος του είναι σκοτεινό κι΄ανήλιο.

"Μια βαρκούλα αφημένη στον Ωκεανό"
  
αυτή ήταν η εικόνα σου για μένα όταν με πρωτοείδες και δεν είχες πέσει καθόλου έξω.
Έτσι ακριβώς αισθανόμουν, απο παιδί ακόμα, μια βαρκούλα αφημένη στον ωκεανό δίχως σκοπό, να βολοδέρνω μες στο κύμα και να μην έχω τόπο να σταθώ.
Κουράστηκα καλέ μου, κουράστηκα ! Η ψυχή μου είναι γεμάτη απο ουλές που άφησαν οι ελήψεις, οι χαμοί κοντινών ανθρώπων και το παιδί, μέσα μου, που δεν το άγγιξε ποτέ χέρι πατρικό, δεν τ΄αγκάλιασε μια μάνα τρυφερά, δεν χάθηκε σε μιά ζεστή αγκαλιά και δεν βρήκε ποτέ του δυό μάτια να ξεκουράσει τα δικά του.
Νομίζεις πως είναι εύκολο να ξεπεραστεί αυτός ο γολγοθάς;
Ξαίρεις πόσα Χριστούγεννα πέρασα μονάχη μου όταν στα άλλα σπίτια έλαμπε η χαρά και το γέλιο; Ξαίρεις τι χρώμα είχαν τα δικά μου δάκρυα όταν στα χείλη των άλλων άνθιζε το γέλιο; Δεν τους μισούσα, όχι, τους ζήλευα, και είχα ένα κόμπο στο λαιμό που δεν κατέβαινε με τίποτα.
Ξαίρεις πόσες φορές πασχαλιάτικα μετά την Ανάσταση βρέθηκα σταυρωμένη και μόνη σ΄ένα άδειο σπίτι;

Το ξαίρω πως το ξαίρεις και ξαίρω ακόμη πως αυτήν την στιγμή τα δικά σου μάτια, αυτά τα μάτια που για μένα γίνανε το κράτημα στην ζωή, αυτά τα μάτια που μέσα τους βρήκα την παιδική και την ανθρώπινη χαρά μου, είναι υγρά.

Και τα δικά μου μάτια υγρά είναι !
Όσο κι΄αν με πονάει το οτι είμαι μακριά σου όσο και να αναζητά η ψυχή μου την ζεστή σου ανάσα και το φώς των ματιών σου άλλο τόσο ξαίρω πως μόνη μου πρέπει να ανοίξω και τις υπόλοιπες πόρτες της περασμένης μου ζωής μου και να βρώ τα κομμάτια του εαυτού μου, να τα μαζέψω και να τα συναρμολογήσω. Πίστεψέ με η ίδια μου η αγάπη για σένα με πληγώνει. Με πληγώνει γιατί δεν μπορώ να την ζήσω όπως θα ήθελα, με πληγώνει γιατί δεν σ΄αφήνει να την ζήσεις όπως την νιώθεις. 
Δεν φταίς εσύ ! 
Εγώ είμαι η αιτία η μάλλον, αυτό που έχω μέσα μου και που πρέπει να το φτιάξω αλλιώς !
Είμαι κοντά σου, είμαι πάντα κοντά σου ! Έχω μάθει πλέον στην ζωή μου αυτό που αγαπάω να το πλέκω στον εαυτό μου επάνω, να το κάνω κομάτι απο το εγώ μου και να ζώ μαζί του.
Φώς μου μοναδικό ! Ότι και άν συμβεί να ξαίρεις ότι προσπάθησα με όλες μου τις δυνάμεις να μείνω κοντά σου, να μπώ στην ψυχή σου και να σ΄αγκαλιάσω με την δική μου την πληγωμένη ψυχή.


Η ψυχή μου σου ανήκει!


Dienstag, 23. August 2011

O ΡΟΥΦΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΠΗ


 Ένας άνθρωπος  μπορεί να διδάξει με τον λόγο του, οι πράξεις του όμως είναι αυτές που μας μιλάνε για το ποιόν του και για το τι πραγματικά σκέφτεται.

Τις προάλλες "έχασα" το μπλόκ μου και δίνοντας την ηλεκτρονική διεύθηνση στον Γκούγκλι  βρήκα αυτό :   ρουφιανος Ατόφιο το κείμενό μου και στολισμένο με μιά φώτο που ούτε την ενέκρινα αλλά ούτε και έχει καμμία σχέση με το περιεχόμενο.
Ο ρουφιάνος έκανε την δουλειά του. Πήρε ένα ξένο κείμενο και το αναδημοσίευσε χωρίς καν να αναφερθεί στη πραγματική πηγή του.
Μην το παρεξηγήσουμε κι΄όλας. Ένας ρουφιάνος είναι ένας ρουφιάνος και δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο ! 
Ο συγκεκριμένος είχε λιγάκι τσίπα και ανέφερε απο που ανέβασε το κείμενο (σίκ). Σαν περίεργος που είμαι συνέχισα την αναζήτηση και βρέθηκα στης κας. Πόπης Σουφλή (σουφλή - σουβλί ...... παράξενος συνοιρμός !) και η οποία στο συγκεκριμένο μπλόγκ αναφέρεται σαν δημοσιογράφος και όχι σαν δημοσιοκλέφτης :  Πόπη
Λοιπόν, επειδή το "πολύ το Κύριε ελέησον το ...... " αναφέρω ότι ο ρουφιάνος έχει και αυτό   το ταξίδι
το οποίο μας λέι ότι το πήρε απο εδώ http://attikanea.blogspot.com/2011/07/blog-post_7339.html


Κύριοι, (αφήστε να υπερβάλω λιγάκι) κλέφτε ! Κλέφτε και κάντε ότι θέλετε ! Δεν πρόκειται να βάλω μπάτσους και φύλακες, δικηγόρους και νομικούς να φυλάνε τα κείμενά μου γιατί τότε αναγκαστικά θα πρέπει να ασχολούμαι μια ζωή με την διαφύλαξη των αναρτήσεών μου. 
Αυτό που με ενοχλεί είναι ότι πρώτον, δεν με ρωτήσατε, όπως έκανε η καλή μου η γιαγιά Αντιγόνη, και δεύτερον, ανεβάσατε την ανάρτησή μου μαζί με μιά φώτο που εγώ δεν ενέκρινα, με άλλα λόγια μανιπουλάρατε τα κείμενά μου !

Μπράβο ! Μεγάλο το κατόρθωμά σας και θα σας έχουμε στα υπ΄όψι για την ειλικρίνιά σας, το κύρος σας, τις αλήθειες που διακυρήσετε και που μας φωτίζουν !

Φίλοι μου αν χάσετε καμία ανάρτηση η δεν ξαίρετε που να βρήτε τις παλιές σας αναρτήσεις τώρα γνωρίζετε που θα βρίσκονται!


Montag, 22. August 2011

ΤΟ... ΒΙΑΣΤΙΚΟ ΠΑΠΟΡΙ


- Ρε Σάκη θα κατέβω λιγάκι απο το καράβι και θα πεταχτώ στο σπίτι τού Παπαδιαμάντη.
- Τι θα κάνεις ρε Βάγγο στο σπίτι του Παπαδιαμάντη
- Θέλω να προσκηνήσω !
- Είσαι με τα καλάάά σου ρέ ! Το παπόρι θα φύγει σε λίγο και θα σε χάσουμε !
- Ρώτησα, θα αράξει για  μισή ώρα.
- Βάγγο...  άλλο η μισή ώρα της Γερμανίας και άλλο η μισή ώρα της Ελλάδας.
- Σάκη άσε με δεν μπορώ. Με φωνάζει καιρό  ο Αλέξανδρος και θέλω να περπατήσω για λίγο κοντά του.  Νά, πάρε τα κλειδιά απο τ΄αμάξι και τα λέμε σε λίγο.

Κατέβηκα απο το φέρρυ και αφού ξαναρώτησα, για να σιγουρευτώ, κάτι "στολισμένους" για το πόσο καιρό θα αράξει το καράβι στο νησί, απομακρύνθηκα με βιαστικό βήμα  απο τα τουριστικά καφέ και τα μάτια των περίεργων.

Τα βουητά απο τα αυτοκίνητα και ο θόρυβος της πιάτσας δεν μ΄αφήναν να συγκεντρωθώ και έτσι αποφάσισα να περπατήσω λίγο παράμερα για να μπορέσω να αφιερώσω λίγες στιγμές στην μνήμη αυτού του ταπεινού ανθρώπου που η σκέψη του και το έργο του ήταν αφιερωμένα στα βάσανα και στον πόνο των συνανθρώπων του.

Τι να σου κάνει η μισή ώρα σκέφτηκα, εδώ θα έπρεπε να περάσεις την βραδυά σου ολόκληρη, να νοιώσεις τον χώρο και την ανάσα του νησιού για να πείς ότι προσκύνησες.
Με πικραμένο τον νού και την καρδιά πήρα το δρόμο της επιστροφής. Με το κεφάλι σκυφτό και την σκέψη ακουμπησμένη στη ψυχή του ταλαιπωρημένου και κουρασμένου δημιουργού περπατούσα προ την αποβάθρα χωρίς να ακούω και να βλέπω τίποτα εκτός απο το πλακόστρωτο που για μένα είχε γίνει εκείνη την στιγμή το κοινό στοιχείο που με συνέδεε με τον Παπαδιαμάντη.
Έτσι έφτασα στη αποβάθρα και απο το πλακόστρωτο πέρασε η ματιά μου στην τσιμεντένια αποβάθρα και μετά στο βαθύ γαλάζιο της θάλασσας. Απότομη αλλαγή γιατί υποσυνείδητα περίμενα να εμφανιστεί κάτι άλλο.
Κάτι έλειπε !
Το φέρρυ ! Που είναι το φέρρυ ;

Στα δέκκα μέτρα μπροστά μου βλέπω μια μπουκόπορτα που κλείνει και το παπόρι που ταράζει τα νερά.

Κανονικά είχα δέκκα λεπτά ακόμη στη διάθεση μου. Κανονικά ! Αλλά ποιός δείνει την εγγύηση για το " κανονικά" ;

Ένας βαθύς αναστεναγμός βγαίνει απο τα στήθη μου και η φωνή του εαυτού μου που μου φωνάζει 
" βρέ καντέμη πάλι την έκανες την μα......  σου" ακούγεται δυνατά στα αυτιά μου.


Είμαι μ΄ένα σορτσάκι, ένα μπλουζάκι, τα πέδηλά μου και ένα ευρώ που έχω στην τσέπη μου για τα καροτσάκια των σούπερ-μάρκετ.


Ένας ζήτουλας με πλησιάζει και με αυθάδεια με ρωτάει : "ρε φιλαράκι.. δώς μου δυό ευρουλάκια να πιώ κάτι τίς" 


Πρίν χαλάσω τις σκέψεις μου τον παρατάω και επιστρέφω στα σοκάκια του νησιού.


Η νύχτα και η Σκιάθος είναι δικές μου !



ΜΙΝΟΡΑΚΙΑΣ Ο ΒΑΚΤΗΡΙΟΦΑΓΟΣ


...χμ... πολύ θα τ΄όθελα, πάρα πολύ, γιατί το να είσαι βακτηριοφάγος σημαίνει ότι επί τέλους δεν θα σε νοιάζει πλέον ούτε για τροφή, ούτε για νερό ούτε για σπίτι, και το καλλύτερο, δεν θα σκοτίζεσαι πλέον ούτε για τους γύρω σου αλλά ούτε και για τον εαυτό σου.
Απ΄την άλλη όμως σκέφτομαι, τι να το κάνω αν είμαι ένα πράγμα, ναί ναί ναί...... ο βακτηριοφάγος είναι ένα πράγμα γιατί οι επιστήμονες δεν κατάφεραν ακόμη να τον κατατάξουν και να πούν : κύριοι αυτό είναι ένας οργανισμός η είναι αυτό κι΄αυτό, τι να το κάνω λοιπόν αν είμαι ένα πράμα χωρίς συνείδηση και δεν μπορώ ούτε τα πιάνα μου να παίξω, να κουρντίσω τις κιθάρες μου και να γλυκοπαίξω στα μπουζούκια μου. 
Μπάάάά.... δεν μ΄αρέσει η ιδέα αλλά παρ΄όλα αυτά θα ήθελα να σας παρουσιάσω το "πράμα" αυτό γιατί υπάρχει λόγος.


Ο βακτηριοφάγος λοιπόν, η αλλιώς φάγος, είναι ένας ιός, ένα πραματάκι δηλαδή που αποτελείται απο μια μεμβράνη που μέσα της περιέχει το γενετικό υλικό του. Όπως μας λέει και το όνομά του ο φάγος είναι ειδικός στο να "τρώει" βακτήρια.
Φανταστήτε λοιπόν έναν κόκκο ριζιού, που μέσα του περιέχει  RNA  η  DNA (νουκλεϊκά οξέα τα οποία περιέχουν σε συμπυκνωμένη μορφή,  πληροφορίες για την διαδικασία αναπαραγωγής ενός οργανισμού), ο οποίος προσβάλει "ένα καρπούζι", εδώ το βακτήριο, πάνω κάτω η αναλογία είναι αυτή και για να είμαστε πιό συγκεκριμένοι : το μεγαλύτερο βακτήριο είναι περίπου 0,002 χιλλιοστά, φαντασθήτε λοιπόν το μέγεθος του ιού !.
Με απλά λόγια ο... κύριος φάγος την πέφτει στο καρπούζι, ανοίγει μια τρύπα στη επιφάνειά του και στέλνει το γενετικό του υλικό στο εσωτερικό του καρπουζιού. Απο κεί και μετά τα πράγματα πέρνουν το δρόμο τους. Το καρπούζι παύει να είναι καρπούζι, φαίνεται μόνο σαν καρπούζι, και γίνεται σκλάβος στην υπηρεσία του κύρ- φάγου ο οποίος παρεμβαίνει στο γενετικό υλικό του καρπουζιού και το χρησιμοποιεί για δικό του λογαριασμό, δηλαδή για την αναπαραγωγή του γιατί είπαμε ότι το πράμα αυτό ούτε τρώει ούτε και πίνει.
Μας φαίνεται πως οι φάγοι δεν έχουν κανένα λόγο ύπαρξης γιατί ούτε μεταβολισμό έχουν, ούτε "σέξ" και ούτε και κάνα όφελος βλέπουμε αλλά τα πράματα είναι εντελώς διαφορετικά.
Με το να παρεμβαίνουν οι φάγοι στο γενετικό υλικό των βακτηρίων και γενικώτερα των κυτάρων των άλλων οργανισμών, παίξαν και παίζουν έναν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της βιολογικής εξέληξης στον πλανήτη μας.

Και έρχομαι τώρα στο θέμα μου.

Εκμεταλευόμενοι την ιδιότητα αυτή των φάγων, να μπορούν δηλαδή να μεταλάσουν το γενετικό υλικό άλλων οργανισμών, θα μπορούσε κάποιος να παρασκευάσει μια σειρά απο αντιβιοτικά και  φάρμακα κατά της σκλήρηνσης κατα πλάκας, καρκίνο, Άλτσχαϊμερ και ...βάλε.

Οι φαρμακευτικές εταιρίες ξοδεύουν εκκατομύρια για την έρευνα και την δημιουργία καινούργιων φαρμάκων που θα τα πουλήσουν πανάκριβα και θα βγάλουν δισεκκατομύρια. Εδώ και δυό δεκκαετίες, όσο παρακολουθώ δηλαδή το γίγνεσθαι στο χώρο αυτό, υπήρξαν ανθρώποι που θέλησαν να μεταθέσουν το βάρος των ερευνών και να χρησιμοποιήσουν φάγους για την δημιουργία καινούργιων φαρμάκων. Επειδή όμως αυτή η διαδικασία, σε σχέση με τον κλασικό τρόπο παραγωγής φαρμάκων, είναι πάμφθηνη δεν χρηματοδοτήθηκε σε καμία απολύτως περίπτωση και όχι μόνον αυτό αλλά και σαμποταρήσθηκε αισχρώς (μην ξεχνάμε ότι οι φαρμακευτικές εταιρίες μαζί με τις μεγαλύτερες βιομηχανίες, Μερσέντες, Μπεμβέ, Σιεμενς, Βος και άλλες, χρηματοδοτούν τέτοιες έρευνες, γιατί το κράτος δεν είναι σε θέση, και φυσικά για απόλυτο λογαριασμό τους).


Πάλι μας την φέραν αι κουφάλαι ......


Θυμόσαστε την περίπτωση που πρίν δύο περίπου χρόνια εμφανίστηκε κάποιος ιός και ήτανε στο τσάφ να ψηφίσουνε νόμο που θα μας υποχρέωνε να εμβολιασθούμε ;

Η Γερμανία αγόρασε τότε γύρω στα 200 εκ. € φάρμακα. Το 1/4 απο αυτά δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ και σε λίγο καιρό λίγουνε και θα τα πετάξουνε !

Πάνε στο διάολο 50 εκ. ευρουδάκια και τα καϋμένα τα παιδάκια δεν έχουν να φάνε, δεν υπάρχουν σχολεία, νοσοκομεία.....

Άάάάάάχ ρε κόσμε άδικε...



Πάω πάλι στα μινόρια μου.




Samstag, 13. August 2011

Η ΤΑΞΙΔΙΑΡΑ ....



.....υφαίνω, κάνω βόλτες, κάνω κύκλους και απ΄το παράθυρο παίρνω μάτι τον Μινοράκια. Πολύ παράξενη μουτσούνα ρε παιδί μου και να σας πώ την αλήθεια, άν ήταν στο χέρι μου δεν θα βρισκόμουν τώρα εδώ να τον χαζεύω γιατί στην ζωή, ακόμη και την δική μας, υπάρχουν πιό ωραία πράματα.
Ολα άρχισαν όταν η Μαρία έκοψε το μεγάλο τσαμπί με τις μπανάνες, το οποίο ήταν και άγουρο, και μας έβαλε, εμένα και τ΄αδέρφια μου, σ΄ένα πανέρι. Δεν πέρασε πολύ ώρα και βρεθήκαμε απλωμένοι και ξαπλωμένοι σ΄ένα πελώριο πάγκο πάνω στον οποίο η Μαρία είχε απλώσει τις μπανάνες, καλαμπόκι, πατάτες και αγριοφράουλες.
Κάτω απ΄αυτές τις συνθήκες έμπαινε άμμεσα το θέμα για το άν θα μείνουμε η θα φύγουμε. Εγώ τους είπα πως θα μείνω εδώ γιατί κάνει υπερβολική ζέστη και πέραν τούτου κυκλοφορούν κάτι λαίμαργα πετούμενα που μπορει και να μου καταστρέψουν την ζωή. Τ΄αδέρφια μου σπάρθήκανε στους τέσσερις ορίζοντες και απο τότε δεν τα ξανάδα και ούτε πρόκειται να τα ξαναδώ. 
Άραξα λοιπόν στον ίσκιο ανάμεσα στις μπανάνες και έκοβα κίνηση μέχρι που ο κύριος αυτός εμφανίστηκε μπροστά μας, σε μένα και την Μαρία και άρχισε τα μπούρ-μπούρ με το Μαράκι. 
Το πήρα χαμπάρι αμέσως του καλάρεζε το Μαράκι αλλά κι΄αυτή δεν πήγαινε πίσω, όλο τον κοίταζε γλυκά και έφτιαχνε τα μαλλιά της που πάει να πεί..... 
Να μην σας τα πολυλογώ αφού είπαν ότι ήταν να πούν αρπάζει η Μαρία το τσαμπί με τις μπανάνες και τις βάζει σε μιά χαρτοσακούλα. Κόντεψα να σκάσω ρε παιδί μου. Είχαμε την ζέστη ήρθαν και τα σκοτάδια και άρχισα να ψιλιάζομαι ότι αυτή η ιστορία δεν θα έχει καλό τέλος.
Ξέρεις τι είναι να είσαι κλεισμένη με τις ώρες σε μια χαρτοσακούλα με μπανάνες, να μην "βλέπεις" τίποτα, να μην μπορείς να υφάνεις, καλά απο μάσα δεν το συζητάμε, νάδα, ριέν νάθινγ, νίχτς, τίποτα.
Ευτυχώς που ο τύπος που και που άνοιγε την σακούλα έπαιρνε μια μπανάνα κι΄εγώ έπαιρνα τον αέρα μου κι΄έβλεπα λίγο φώς αλλιώς... θ΄άβλεπα τώρα τα ραδίκια απο κάτω.
Άχ... να μην σας πολυκουράζω τελικά βρεθήκαμε σε κάτι αεροδρόμια, κόσμος, φασαρία φωνές τρελάθηκα σας λέω μέχρι και κοντρόλ μου κάνανε. Ναί καλέ, ανοίξανε την χαρτοσακούλα και κοιτάξανε μέσα, σήκωσαν τις μπανάνες και τέτοια πράματα. Πάλι καλά που δεν μου ζήτησαν και διαβατήριο.
Καλά εμένα που να με βρούνε, είχα γίνει ένα με τις υπόλοιπες μπανάνες, καλέ είχα γίνει η 
ίδια μπανάνα ! 
Ούτε εγώ θα με αναγνώριζα !
Εέέέ μετά άρχισε αυτό το ανηπόφορο βουητό που μου έφερνε ναυτία αλλά ευτυχώς είχα μέρες να φάω και δεν υπήρχε τίποτα για να βγάλω (με συγχωρήτε πάρα πολύ αλλά έτσι έγιναν τα πράματα). Κάποτε σταμάτησε το βουητό, βγήκαμε στον καθαρό αέρα και τότε άρχισε το κρύο. Ναί το κρύο, γιατί για μένα που έχω συνηθήσει στους 35 και 40 βαθμούς με υγρασία 80%  οι 15 βαθμοί είναι Σιβηρία πως να το κάνουμε δηλαδή δεν είμαστε όλοι το ίδιο !

Επιτέλους ησυχία ! Μ΄έβγαλε απο την σακούλα, βασικά βγήκα μόνη μου γιατί κόντευα να σκάσω. και έμεινε άναυδος. Τον γοήτεψα μου φαίνεται και στεκόταν εκεί μπροστά μου, χωρίς υπερβολές κ΄άνα μισάωρο. Πήγε κουβάλησε κάτι βιβλία, τ΄άνοιγε, τα ξανάκλεινε, έκανε ατέλειωτες βόλτες στο δωμάτιο και στο τέλος φώναξε μια ξανθειά.
Η ξανθειά γούρλωσε τα μάτια της όταν με είδε και σήκωσε το δάχτυλό της για να με χαϊδέψει. Μήήήήή μωρή θα με λιώσεις, τρελή είσαι ! 
Στο παρα τρίχα την γλύτωσα που λέτε, κι΄υστερα σου λένε ξανθιές.....
Τώρα του έχω συνηθήσει και τους δύο. Συναντιούνται συχνά, τρώνε πίνουνε και μπουρμπουρίζουνε με τις ώρες για να καταλήξουνε να κλαίνε αγκαλιασμένοι.


Ξαίρω γώ ρε παιδάκι μου τι παράξενα χούγια έχετε εσείς οι ανθρώποι. Εγώ πάντως την βρίσκω γιατί μετακόμισα προς τα έξω. 
Έχω τις δροσιές μου, τον καθαρό αέρα κι΄έχω πλέξει μια δυχτάρα καλλιτεχνική, άσε που τα ζουζούνια εδώ είναι ηλίθια και γεμίζουν το δίχτυ μου καθε τόσο.
Δεν μπορώ καλέ να τα φάω όλα και τα πιο πολλά τα ξεπλέκω και τα αφήνω να πετάξουν πάλι.

Παράξενα χόμπυ έχω αποκτήσει. Άν με βλέπαν τ΄αδέρφια μου θα με περνούσαν για τρελή. Λέω να πάω να τους βρώ γιατί ο Μινοράκιας με ... την Μπουμπού κάτι λέγαν τις προάλλες για Μέχικο και πολύ μ΄αρέσει.

Καλέ έχω γίνει ταξιδιάρα. Ωχούούού γλέντια που θα γίνουν σαν γυρίσω στη πατρίδα......



Freitag, 12. August 2011

ΚΛΑΨΕ ΨΥΧΗ ΜΟΥ



 Αναδύομαι μέσα απο τον βυθό μιας λίμνης που την σκεπάζει ένα βαρύ πέπλο σιωπής και θλίψης.
Είναι η σιωπή των πόνου και η θλίψη των πικραμένων που κάνουν την επιφάνειά της τόσο λεία.
Γύρω μου, καθώς απελευθερώνομαι απο το κέλυφος της ύπαρξής μου, βλέπω ένα πόρφυρο χρώμα που μ΄αγκαλιάζει και με παρηγορεί. Με παίρνει μαζί του και ξανοίγομαι στον αιθέρα αφήνοντας τα γήινα και ταξιδεύοντας προς τα ουράνια.
Θεϊκό και μοναδικό το ταξίδι μου. Αφήνω τον εαυτό μου στη επιφάνεια της λίμνης και του λέω να με περιμένει, θα γυρίσω !
Αυτός με κοιτάζει, απορεί, φοβάται και θαυμάζει.

Ξενητεύομαι απο το ίδιο μου το σώμα !


Τα πάθη μου, οι κακίες μου, οι ευχές μου, οι θλίψεις μου και οι σκέψεις σκόρπια στον αγέρα.
Σαν την ουρά ενός κομήτη μ΄ακολουθούν λές και γνωρίζουν τον μόνιμο παραλήπτη τους, που είμαι εγώ και κανένας άλλος.

Βλέπω ένα μικρό παιδί που κλαίει.  
Το παιδί γίνεται έφηβος και το δάκρυ δεν έχει στεγνώσει ακόμη απο τα μάτια του. 
Τα δάκρυά του σμίγουν με τις αγάπες του που κάποιες απ΄αυτές δακρύσανε κοντά του, άλλες το περιγέλασαν και άλλες τον κρατούν ακόμη στην αγκαλιά τους.
Γνωρίζει πώς ότι και να συμβεί στη ζωή του στην πραγματικότητα θα παραμένει μόνος του.

Βλέπω στην ψυχή του καθενός ένα παιδί που κλαίει, ένα παιδί που ζητά ένα χέρι να πιαστεί, ένα παιδί που ζητιανεύει λίγη αγάπη. 
Πώς κατάντησε η ζωή... να ζητιανεύουν την αγάπη, να ζητιανεύουν αυτό που έπρεπε να υπάρχει παντού, στη κάθε ματιά του ανθρώπου στην κάθε καρδιά, σε κάθε βλέμμα σε κάθε άγγιγμα.


Κλάψε ψυχή μου ! Κλάψε για την κατάντια αυτού του κόσμου. Κλάψε και πλύνε με το δάκρυ την ντροπή και την γύμνια του ανθρώπου.

Η λίμνη έγινε μια μικρή κουκίδα που λάμπει και που τριγύρω της απλώνονται κοιλάδες, πόλεις, χωριά βουνά, ανθρώποι.

Το κλάμμα με λυτρώνει. Τα μινόρια μου γίνονται κρυφά περάσματα που με βγάζουν σε πανέμορφα λειβάδια που είναι ντυμένα με τα πιό όμορφα λουλούδια που αντίκρυσε η ματιά μου.
Το άρωμά τους με μεθά !
Μές στη ζάλη συνεχίζω το μοναδικό μου ταξίδι και βλέπω  πως η ζωή είναι απλά και μόνο ο χρόνος που κάποιος χρειάζεται για να περάσει το κατώφλι μιας πόρτας. Το "έξω" και το "μέσα" είναι το πρίν και το μετά.
Πόσο λίγος χρόνος !  Πόση σπατάλη ! 

Κουράστηκα να ταξιδεύω και θέλω να επιστρέψω. 

Ενα γλυκό άγγιγμα μου δημιουργεί ένα γλυκό ρίγος. Μα πώς ; Είναι δυνατό να νιώσει ένας άνθρωπος αυτό το συναίσθημα ;



Την ψυχή μου την κρατά απαλά στα χέρια της η Περσεφόνη. Δεν με κοιτάει. Στην ματιά της, την κουρασμένη απ΄το σκοτάδι, καθρεφτίζεται ένας κόσμος γεμάτος πόνο.
Είναι κι΄αυτή ντυμένη στην πορφύρα. Άχ πως θ΄άθελα να πέθαινα τώρα στη αγγαλιά της !

Σιωπηλή, μουντή και πικραμένη μ΄αφήνει μπρός στην αγέλαστο πέτρα και μου δείχνει τον εαυτό μου που με περιμένει....


ΒΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ Η "ΕΙΔΗ ΥΓΙΕΙΝΗΣ" ;



  Ένα απο τα προβλήματα που έχω όταν γνωρίζω καινούργιους ανθρώπους, στην Ελλάδα η στο εξωτερικό η όπου στο διάολο βρεθώ, είναι ότι κάποτε θα έρθει η στιγμή να σε ρωτήσει ο άλλος τι δουλειά κάνεις;.
Εεε... λοιπόν αυτήν η στιγμή δεν μ΄αρέσει καθόλου, πρώτον γιατί έχω δυό δουλειές και δεν ξαίρω ποιά να πρωτοαναφέρω και δεύτερον γιατί και οι δύο είναι δουλειές παράξενες και με το παραμικρό "σηκώνουν" κουβέντα η οποία κουβέντα μπορεί να καταλήξει σε διαμάχη, πράμα που συμβαίνει τακτικά.
Διαλέγω λοιπόν την ποιό "ανόδυνη" και τους λέω πώς η δουλειά μου είναι σε μια επιχείρηση που εισάγει, αγοράζει χοντρικά, και διανέμει προϊόντα βιολογικής παραγωγής.

Η συνήθης αντίδραση των "ευρωπαίων" είναι ένα "άάάάά... πολύ ενδιαφέρον, τι ωραία, έχετε απο κείνο, απο τ΄άλλο, κρασιά έχετε, και για πές μας είναι όντως βιολογικά ......".
Ντάξει,  μπορείς να πείς δυό κουβέντες και να το κλεισεις το θέμα εκτός και αν πέσεις σε κανένα μανιακό που ψάχνει να βρεί τα κουσούρια αυτού του χώρου και να σου αποδείξει το αντίθετο η στα χέρια κάποιου που θέλει να σου κάνει επίδειξη γνώσεων (και οι δύο περιπτώσεις προς αποφυγήν).


Με τα Ελληνάρια είναι λίγο αλλιώς τα πράματα. Θα μπορούσα να γράψω βιβλίο για το τι αηδίες, τι σαχλαμάρες και τι φαντασιώσεις έχω ακούσει και έχω "αναγκαστεί" να αντικρούσω και αυτός είναι και ο λόγος αυτής της ανάρτησης. 
Δεν αντέχω πιά και θέλω να το ξεκαθαρήσω επί τέλους μια για πάντα και να μην με ξαναενοχλήσει κανείς με τις βλακείες του. Αμάν πιά !
(Φυσικά και δεν μιλάω για όλους ρε παιδιά, αλλά....  για τους πιό πολλούς ! )

Λοιπόν η πρώτη αντίδραση μόλις ακούσουν τις μαγικές λέξεις " βιολογικής παραγωγής" είναι να απομακρυνθούν ένα βήμα απο κοντά μου (λές και ξαφνικά είδαν την λέπρα επάνω μου), να με κοιτάξουν λοξά και να με ρωτήσουν με ειρωνία : δηλαδή ;
Αναγκάζομαι λοιπόν, όσο γίνεται περιληπτικά, να τους εξηγήσω τι σημαίνει αυτό, δηλαδή ποιές προδιαγραφές πρέπει να έχει η διαδικασία παραγωγής και κάτω απο ποιές συνθήκες θα πρέπει να παραχθεί ένα προϊόν για να ορισθή σαν "βιολογικής παραγωγής".

Αφού καταναλώσω κ΄άνα πεντάλεπτο για να εξηγήσω τα βασικά το βλέμμα τους αλάζει και γίνεται : " δικέ μου κάπου χάνεις και μάλλον τ΄άχεις παίξει".
Δεκτά και τα δύο αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί με ρωτάνε τότε έφ΄όσον είναι προκατηλημένοι ;

Ο πιό πρόσφατος απ΄αυτούς αφού με ρώτησε, και είχε και την καλωσήνη να με αφήσει να τελειώσω χωρίς να με διακόψει, μου λέει στο τέλος : "όλα αυτά δικέ μου είναι σαχλαμάρες και εγώ δεν τα μασάω αυτά !" 

Μαγκιάάάά σου ρε μεγάλε, μην τα μασάς αλλά κάνε τον κόπο να ψάξεις λιγάκι και να δείς τι μπορεί να είναι αλήθεια και τί ψέμμα ! Μην μας το παίζεις  ο Σωκράτης εν τη αγορά.
Οι πιό "ξύπνιοι" φυσικά βάζουν κατ΄ευθείαν ερωτήματα του στύλ : " και που ξαίρω γώ ρε σύ αν ο σπόρος είναι βιολογικός και αν δεν του ρίχνεις χημεία, κι΄αν τούτο κι΄άν τ΄άλλο....".
Και με το δίκιο τους γιατί εδώ δεν μπορείς να ελέγχεις την ντομάτα, το κολοκύθι, την μελιτζάνα, τα αυγά και... και .... και...... Θα χρειζόσουνα ολόκληρο χημικό εργαστήριο στο σπίτι σου πράμα που δεν γίνεται φυσικά.
Εδώ λοιπόν παρεμβαίνει το κράτος το οποίο στη προκειμένη περίπτωση πραγματικά πρέπει να φροντήσει για το πόπολο γιατί αλλιώς θα το κλείσει το μαγαζί, και σου λέει, Κύριε, βιολογικό σημαίνει αυτό κι΄αυτό κι΄αυτό και τίποτα παραπάνω. 
Σε πιάσαμε να μας κοροϊδεύεις, σου παίρνουμε την άδεια, πληρώνεις αποζημίωση σε μάς και στον κοσμάκη και κάτσε κι΄ένα χρόνο μέσα για να μάθεις να μας περνάς για κοροϊδα.

Να λοιπόν τα κύρια χαρακτηριστικά των βιολογικών προϊόντων και ... να τα χαίρεστε !

- Το γεννητικό υλικό των οργανισμών δεν είναι μεταλαγμένο ( και επί τούτου γίνεται κατα τακτικά διαστήματα έλεγχος).
- Ο χώρος ανάπτυξης των οργανισμών βρίσκεται τουλάχιστον κατα τόσα χιλιόμετρα (δεν θυμάμαι ακριβώς) απο βιομηχανικές μονάδες, εργοστάσια και εθνικές οδούς. 
- Απαγορεύεται αυστηρώς η οποιδήποτε χρήση χημικών λιπασμάτων και εντομοκτόνων.
- Μόνο ειδικευμένο προσωπικό έχει το δικαίωμα να συντηρεί μονάδες παραγωγής βιολογικών προϊόντων.

Αν τα κηπουρικά σας εκπληρούν αυτές τις προϋποθέσεις, δεν χρειάζεται να έχετε πάει στο πανεπιστήμιο, τότε τρέφεσθε με " βιολογικά"
Κάπου αλλού θα είμαι πιό αναλυτικός για να καταλάβουμε τους σοβαρούς λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να προτιμούνται τα "βιολογικής παραγωγής".

Δεν είναι τυχαίο που γνωστή αοιδός ανέφερε πώς τρέφεται με ... "είδη υγιεινής"






Mittwoch, 10. August 2011

ΠΕΡΙ ΔΙΔΥΜΩΝ Ο ΛΟΓΟΣ


- Ούρι ιτούτους ου Γιάννς θα μι τριλάν ! 
  Ιγού τ΄μλαω για δίδμα κι εικείνους μι λέι για
  τέσσιρα. Ουρί θα τον πνίξου που μι κουρουιδεύ
  ου σκύλους !
- Άάάά..  μαρί Κίτσα, μην τ΄ δείνς σημασία γιατί
  ιτούτους έχει πλύ δλειά κι διν ξαίρ τι τι γίντ !

- Αί μαρί που διν ξαίρ. Ξιέρ κι παραξαίρ. Εγώ 
  τ΄λέω για τα δυού δίδμα τσι Λύκαινας κι΄αυτούς
  μη λέει  ούτι "άμαν είνι δυού δίδμα, τούτι είνει  
  τέσσιρα γιατί δυού κι δυού καν τέσσιρα".
  Ακούς του βρουμόσκλου που θα μει πεί ιμένα ούτι
  τα δίδμα είνι τέσσιρα σάμπους διν ξαίρου γώ να 
  μιτράου ! Ακούς ! Κι μι ρουτάει μιτά ου  
  παλιάνθρωπους αν μοιάζνε. Βρέ σκλί τσι μάνας,
 αφού είνει δίδυμα δεν θα μοιάζν ; Ούχι μι λέει γιατί
 πάρχνε διζγουτικά κι μνοζιγουτκά δίδμα, η διν
 ξαίρουγώ πούσ τα λέν, και αμαν είν απ΄τούνα δεν
 μοιάζν κι΄αμα ειν απ΄τ΄άλλου μοιάζνε. Άάάά μουρί
 μ΄ηρθη να τουν πιάσ απ την κουτσίδα κι να τουν
 σούρνω σαν του σκλί τσι δρόμοι που θα μει πεί
 ιμένα μνουζιγωτικά του μνί που τουν πίταγε τουν
 παλιοπούστ !!!  

 Δεν θα τουν πτύχου καμοιά μέρα μουνάχουτ ; Θα τουν κάνου δζγωτικο του παλιοτόμαρου ..... 

     

Samstag, 6. August 2011

ΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΥΒΟΝ



   Λοιπόν, να μην γελάσετε μ΄αυτά που θα διαβάσετε γιατί μπορεί να φαίνεται ότι είναι για γέλια αλλά, κατά την δική μου γνώμη έχει κάτι το πολύ τραγικό αυτή η ιστορία.
Εδώ και μια βδομάδα η βαυαρική, και όχι μόνο, ειδησεογραφία, ασχολείται με την Υβόν. 
Ποιά είναι η Υβόν ; 
Είναι μια αγελάδίτσα η οποία έζησε και μεγάλωσε στα βουνά της Αυστρίας. Στη πορεία της ζωής της έφερε και κ΄άνα δυό μοσχαράκια στον κόσμο, τα "ανάθρεψε" , πήραν τα μητρικά ένστικτα μέσα της μορφή και ζούσε αυτή καλά και εμείς καλλύτερα. Όταν πέρασε ο καιρός της οι ιδιοκτήτες της αποφάσισαν να την πουλήσουν σε κάποιους Βαυαρούς για να την κάνουν κοψίδια και σαλάμια (Φρίκη θεούλη μου ! Θα γίνω χορτοφάγος !).
Το πήραν λοιπόν το ζώο απο τα πάτρια εδάφη (άγρια ξενητειά μιλάμε έτσι..) και το κουβάλησαν, μαζί με την αδερφή της, σε κάποιο βαυαρό χασάπη του οποίου η δουλειά ήτανε να την παχαίνει και όταν η Υβόν έρθει στα"κιλά" της να την στήλει στα σφαγεία.  Έλα όμως που η Υβόν κάτι πήρε χαμπάρι και μια δροσερή νύχτα του Μάη παράτησε τους σταύλους, που έτσι κι΄αλλιώς της ήταν ξένοι και μόνο καταθλίψεις της φέρναν, και την κοπάνησε μές στα δάση. Από τότε λοιπόν ψάχνανε την Υβόν και την οποία φυσικά, με τα μέσα που διαθέτουνε, εντοπίσανε. Όπως φαίνεται όμως και η Υβόν τους εντόπισε και κάθε τόσο άλλαζε τα μέρη της βοσκής της έτσι ώστε αλλού την χάνανε αλλού την βρήσκανε.
Τα τυπάκια λοιπόν πήγαν να το παίξουν πονηρά και κουβάλησαν την αδερφή της Υβόν μαζί με ένα μοσχαράκι για να την παγιδέψουν. Πράγματι η Υβόν "τσίμπησε" και πήγε και βρήκε την αδερφή της και το μοσχαράκι για το οποίο και ανέπτυξε μητρικά συναισθήματα ( το φιλούσε, το έγλυφε, το έξυνε και άλλα τέτοια παρόμοια που δείχνουν μια κάποια πιό βαθειά σχέση ανάμεσα στα ζώα).
Πάνω λοιπόν που οι σφάχτες ήταν έτοιμοι να την πιάσουν μπράάάφ ξάφανη η Υβόν. Την κατάπιαν τα δάση και άντε βρές την.
Άντε πάλι μία απο τα ίδια : που είναι η Υβόν, νάτη η Υβόν, την χάσαμε πάλι, την ξαναβρήκαμε.
Τις προάλλες λοιπόν η Υβόν την είδε "εγώ είμαι και καμία άλλη" και πήγε και έπεσε σε ένα αστυνομικό αυτοκίνητο επάνω (κάτι πρέπει να ήθελε ). Άλλο που δεν θέλανε λοιπόν οι παίχτες, την πήρανε στο κυνήγι και δώθηκε διαταγή να την σκοτώσουνε γιατί αποτελούσε δημόσιο κίνδυνο πλέον. 
Έφεραν λοιπόν κάμερες που εντοπίζουν θερμικές ακτινοβολίες, οπλίσθηκαν με κάτι καραμπίνες που σκοτώνουν ελέφαντα και βγήκαν τα καλόπαιδα να καθαρήσουν την Υβόν.
Εδώ παρενέβησαν οι πρώην ιδιοκτήτες της Υβόν οι οποίοι την ξαναγόρασαν και δήλωσαν ότι μετά απο τόσες περιπέτειες η Υβόν έχει το δικαίωμα να ζήσει.


Νάτη λοιπόν η φίλη μας και μην γελάτε !!! Βλέπετε τι μεγάλα αυτιά που έχει. Μουσικός έπρεπε να γίνει. Ολέ !