Sonntag, 24. Juli 2011

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ



Άνοιξε τα μάτια του κουρασμένα, διστακτικά, σαν να φοβότανε γι αυτό που θα έβλεπε. Στη αρχή δεν έβλεπε τίποτα παρά μόνο μία σκιά καθισμένη μπροστά του, μια σκιά που καθόταν στο αναπηρικό.
Η  σκιά είχε κάτασπρα μαλλιά, δυό φωτεινά μάτια αμύγδαλο που λάμπαν ακόμα, και τις παλάμες πλεγμένες και αφημένες στην αγκαλιά της. Τον κοίτούσε μέχρι εκείνη την στιγμή στα κλειστά του μάτια και τα δάκρυα της τρέχαν σιωπηλά.
Μια σκιά που κλαίει !
Περάσαν κάποια δευτερόλεπτα και άφησε το αγουροξυπνημένο βλέμμα του να συνέλθει και να ξεκουραστεί επάνω της. Έπειτα, σήκωσε αργά-αργά  το αριστερό του χέρι, που άρχισε να τρεμοπαίζει απο την Πάρκινσον που τον είχε πιάσει εδώ και δυό χρόνια, και ακούμπησε το αναπηρικό καρότσι απο το χερούλι. Το έσειρε με προσπάθεια κοντά του και έφερε την παλάμη του ανάμεσα στις δικές της κλειστές παλάμες.
Της πήρε το χέρι και άρχισε να το χαϊδεύει τρυφερά με τον αντίχειρά του.

- Για έλα να σε δώ απο κοντά γιατί μου φαίνεται πως κλαίς. Δέν ακούω καλά πιά μα κάτι βλέπω ακόμα, και σε βλέπω δακρυσμένη. Γιατί, γιατί χαρά μου ; Ήρθε πάλι το παρελθόν να σκοτεινιάσει τα όμορφά σου μάτια η με είδες να κοιμάμαι, ένα γέρικο κορμί λίγο πρίν το τέλος, και λυπήθηκες για την ζωή που πέρασε και πια δεν γυρίζει ;
Άάάχ καρδούλα μου εμείς πάλι καλά περάσαμε κι΄ας λιώσαμε στα καπνοχώραφα και στις φάμπρικες, άς λάβωσαν την ψυχή μας τα Μακρόνησα κι΄οι Αί-Στράτηδες, άς χωρήσαμε απ΄τα παιδιά μας, άλλοι να δείς που έχασαν τ΄αγγελούδια τους, τις μάνες τους τ΄αδέρφια τους !

Αφού ζείς ακόμη ! Βλέπεις ! Γελάς ! Χαίρεσαι ! Γιατί κλαίς ;
Ξέρεις..... σ΄έβλεπα στον ύπνο μου και μου γελούσες και τώρα ξυπνάω και σε βλέπω να κλαίς, τι παράξενα πράγματα ρε παιδί μου !

Ο γέροντας κοιτούσε την κυρά του στα μάτια και περίμενε ν΄ακούσει μια κουβέντα της και να χαρεί η ψυχή του.
Αυτή,  χωρίς να σταματήσει το κλάμμα, του πήρε σφιχτά με τα δυό της χέρια το δικό του και τ΄όφερε στα χείλη της. Το φίλησε τρυφερά και έπειτα το ακούμπησε στο αριστερό της μάγουλο και το κράτησε εκεί.

- Ξαίρεις με πιάνει πού και πού το παράπονο σαν σε βλέπω εσένα, γέρο κι΄ανήμπορο, και εμένα στο αναπηρικό, γριά κι΄ανήμπορη, κι΄έρχεται και το παρελθόν, οι πίκρες, οι χωρισμοί, τα βάσανα, τα παιδιά μας, η ξενητιά, η φτώχια κι΄ενώ θ΄άπρεπε να σκεφτώ πως πάνε όλα αυτά, περάσαν, εμένα με πιάνει το παράπονο που δεν χαρήκαμε κι΄εμείς σαν άνθρωποι την ζωή μας και τώρα νά, πάει, τελείωσε το παραμύθι. Μόνο ο επίλογος ακούγεται ακόμη κι΄αυτός νομίζω σβύνει σιγά-σιγά.  Με πνίγει η πίκρα καταλαβαίνεις !

Ο γέροντας ακούμπησε τον δεξί του αγκώνα στο κρεβάτι και καταβάλωντας όλη την προσπάθεια που του επέτρεπε η ηλικία του σήκωσε το κορμί του και κάθησε στο κρεβάτι.
Τώρα της πήρε αυτός τα δυό της χέρια στα δικά του. Τρέμοντας, τα έφερε στα δυό του χείλη τα φίλησε με ιερότητα και τα κράτησε εκεί. Απο τα θολά του μάτια κύλησαν δάκρυά που τύλιξαν τα δάχτυλά της. Έγίναν βέρες της πίκρας και του πόνου, έγιναν χάδι απαλό, ένα γλυκό φώς, το τελευταίο ίσως της ζωής τους.



Freitag, 22. Juli 2011

Η ΚΥΡΑ - ΤΑΣΙΑ


- Γειά σου αγόρι μου. Πώς σε λένε ; Έλα, πάμε να
 σου δείξω τον θάλαμό σου και το κρεβάτι που θα
 κοιμάσαι. Ντουλάπα έχεις ; Δέν έχεις ; Πρέπει να πάρεις μία για να βάλεις τα πράματά σου γιατί αλλιώς θα σου τα κλέψουνε. Έλα πάμε !

Κοίταξα την βαλίτσα μου που στεκόταν στη άκρη και το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι εγώ βασικά γεννήθηκα με μια βαλίτσα στο χέρι και πως η ζωή με είχε τιμωρήσει, δεν ξέρω κι΄εγώ γιατί,  να την κουβαλάω απ΄εδώ κι΄απο κεί. Μια σκέψη που θα ερχόταν πολύ συχνά στην ζωή μου.


Την σήκωσα και με βαρύ βήμα, πιό πολύ απο το ψυχικό βάρος που ένοιωθα, ακολούθησα την  κυρά-Τασία που μαζί με τον άνδρα της ήταν  υπεύθηνη για την καθαριότητα και την τάξη σε όλο το οικοτροφείο και σε όλους τους χώρους, θαλάμους, προαύλιο, διαδρόμους τουαλέτες και χώρους διδασκαλίας.
Φτάνοντας στον πρώτο όροφο η κυρά-Τασία έβγαλε απο την φαρδιά τσέπη της ποδιάς της μια μεγάλη αρμάθα απο κλειδιά και με ένα μεγάλο κλειδι άνοιξε την πελώρια τζαμένια πόρτα του ορόφου.Τότε θυμήθηκα τον θείο μου τον Κώστα π΄ούλεγε : "Άνθρωπο που κουβαλάει πολλά κλειδιά να τον λυπάσαι γιατί ανοίγει πόρτες πολλές κι΄έχει πολλές σκοτούρες στο κεφάλι του", εκείνη την στιγμή δεν λυπόμουν την κυρά-Τασία, λοιπόμουν τον εαυτό μου που βρισκόμουν πάλι ξένος ανάμεσα σε ξένους, άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους. 
Βρεθήκαμε στη αρχή ενός ευρύχωρου και για τα μάτια μου, μακρινού διαδρόμου. 
Στα αριστερά ο διάδρομος είχε τζαμαρία και μπορούσες να δείς το προαύλιο, το μαγειρείο, το χώρο που μέναν τα κορίτσια και ένα μικρό συγκρότημα απο μικρά καλοφτιαγμένα μπαγκαλόους που ήταν χτισμένα μές στο πράσινο. Ήταν οι χώροι που έμενε ο Λάμπης, ο επιστάτης, και το ζευγάρι στο οποίο ανήκε το οικοτροφείο.
Στα δεξιά είχε μια σειρά απο τζάμια και μπορούσα να δώ μέσα στους θαλάμους σειρές απο κρεβάτια που τα έβλεπα πρώτη φορά : κρεβάτι κάτω, κρεβάτι πάνω. Σκέφτηκα ότι τα είχανε φτιάξει για τα υποβρύχια και ότι τα μεταφέρανε εδώ για οικονομία χώρου. Η δεύτερη σκέψη ήταν σωστή.
Κάθε οκτώ μέτρα περίπου υπήρχε μια γκρίζα πόρτα απο την οποία έμπαινες στους θαλάμους και η οποία άνοιγε και έκλεινε προς τις δύο μεριές. Άν δεν πρόσεχες δηλαδή υπήρχε περίπτωση να τρακάρεις με κάποιον που εκείνη την στιγμή είχε την αντίθετη πορεία απο σένα, πράμα που συνέβη πολλές φορές και σπάσαν μύτες άπειρες.


- Κοίτα να δείς αγόρι μου θα σε πάω εκεί που θα είναι τα παιδιά απο την τάξη σου. Δεν έχει έρθει κανείς ακόμη αλλά κατά το μεσημεράκι θα έρθουν σχεδόν όλοι γιατί αύριο αρχίζουν τα μαθήματα. Τρίτη δεν θα πάς ; Έ τότε θα είσαι μαζί με τον γιό μου.

Προχωρήσαμε μέχρι τον τελευταίο θάλαμο και μπήκαμε μέσα. Αυτό που είδα μου φάνηκε αστείο. Ένας πελώριος θάλαμος γύρω στα 20Χ8 μέτρα  και καμιά καμιά 15αριά ψηλά δίκλινα στη σειρά, όμορφα περιποιημένα και σκεπασμένα όλα με μια κουβέρτα. Η κυρά -Τασία προχώρησε και στάθηκε μπροστά σ΄ ένα "δίκλινο" που βρισκόταν κοντά στο παράθυρο, μου έδειξε το"κάτω" κρεβάτι και μου είπε πώς αυτό θα είναι το κρεβάτι μου γι΄αυτήν την χρονιά, την επόμενη θα αλάζαν τα πράματα. Μου συνέστησε να βάλω την βαλίτσα μου κάτω απ΄το κρεβάτι και να ξεκουραστώ λιγάκι.
Όλη την ώρα που μου τ΄άλεγε αυτά με κοιτούσε στα μάτια και κουνούσε ελαφριά το κορμί της δεξιά και αριστερά, μύριζε σπιτίσια γλυκάδα και τα αμυγδαλωτά της μάτια μου χαϊδεύαν την ψυχή.
Εγώ το μόνο που σκεφτόμουν ήταν, πόσο γλυκειά και ζεστή  νά είναι η αγκαλιά αυτής της άγνωστης μα τόσο ζεστής γυναίκας ; 
Πόσες φορές δεν την θυμήθηκα την κυρά -Τασία σ΄αυτήν την πρώτη μας συνάντηση και πόσες φορές δεν έκλαψα γιατί δεν μπόρεσα να χαθώ στη αγκαλιά της, να ξεσπάσω και να ξαποστάσω για λίγο την ψυχή μου.

Ο Ήλιος έριξε άπλετο φώς στον χώρο με τα άπειρα και πανύψηλα κρεβάτια και οι σκιές των άδειων κρεβατιών άρχισαν να με αγκαλιάζουν και να πλέκουν δύχτια παράξενα γύρω απο την ψυχή μου.
Η πόρτα έτριξε και μου είπε πώς και η κυρά-Τασία έφυγε γιατί έχει δουλειές.

Καλώς την μοναξιά .....





Donnerstag, 21. Juli 2011

ΤΑ "ΚΑΚΑ" ΤΟΥ ΜΙΝΟΡΑΚΙΑ


Στίς 21 Ιουνίου στα "δικά" μου γεωγραφικά πλάτη και μήκη νύχτωσε κατα τις 11:30 το βράδυ, κι΄όταν λέμε νύχτωσε μην φανταστήτε τίποτα σκοτάδια και τέτοια, απλά έγινε κάτι περισσότερο απο σούρουπο.
Αυτή η μέρα, και κάνα δυό άλλες, είναι ιερές για την Αννούλα, ναίαίαί.... αυτήν την Άννα που χάθηκε και αυτή με .... τους άντρες. 
Δυστυχώς δεν μου έχει πεί ακόμη το γιατί τις έχει σαν ιερές ημέρες και ούτε γιατί χάθηκε και πώς. Όταν την ρωτάω μου λέει πως αυτά τα πράγματα δεν λέγονται έτσι απλά, θέλουνε προσοχή, χρόνο και πως θα έπρεπε πρώτα να με μυήσει !
Άκουσον άκουσον !
Να με μυήσει αυτή που εγώ για μήνες ξεσκάτωνα (συγνώμη για τα βρωμόλογα αλλά είναι κι΄αυτά στο παιχνίδι) !
Καλώς λοιπόν, αφού έχουν τόση αξία αυτές οι μέρες για να δούμε τι έγινε εκείνο το "βράδυ" !


Η Αννούλα μπήκε κατα τις 7 το απόγευμα φουριόζα στο σπίτι μου με τρείς τσάντες γεμάτες τρόφιμα, ποτά, κάτι παράξενα κεριά και κάτι αγαλματάκια που μου θύμιζαν τους Ίνκα και τους Μάγια (θα πρέπει να πώ πως η Άννα είναι εθνοβοτανολόγος και πάει για προφεσοριλίκι (Έχει... έχει σημασία και θα το δείτε παρακάτω).
Έβγαλε απο τις σακούλες όλα τα καλαμπαλίκια τα χώρισε σε είδος και άρχισε να μοιράζει διαταγές : πάρε αυτό και βάλτο εκεί, πάρε τον μάραθο και καθάρισέ τον, καθάρισε τις πατάτες, βάλε αυτό το αγαλματάκι εκεί, πλείνε το καλαμπόκι, καθάρισε τις καυτερές πιπεριές και πρόσεχε μην ακουμπήσεις ευαίσθητα σημεία του σώματός σου, άναψε αυτό το κερί και τοποθέτησε το εκεί, καθάρισε το τραπέζι, φέρε αυτή τη ρακί που σου την έστειλε ο Σήφακας (επιτέλους, σκέφτηκα, κάτι φυσιολογικό !) φέρε και δυό ποτήρια (το πράμα στρώνει, σκέφτηκα πάλι !) .
Τελικά να μην σας τα πολυλογώ έγινα για δύο ώρες το Τζίνι της Αννούλας και όταν επιτέλους μου είπε :
"Έλα τώρα Σουρτούκη κάτσε να απολαύσουμε !" εγώ ήμουν έτοιμος για το κρεβάτι αλλά η επόμενη ατάκα της με συνέφερε εντελώς !

- Ξαίρεις κάτι ρε Σουρτούκη, σήμερα θα σου μιλήσω για τα κακά σου εεεε....θέλω να πώ για τις άσχημες πλευρές σου ρε παιδί μου, γι΄αυτά που έμενα με ενοχλούνε... λιγάκι !
- Έτσι μπράβο Άννα ! Φτιάξε με λιγάκι ! Πές μου
  κι΄άλλα ! Δεν... μου λές, θα.... μου τα πείς όλα η θα αφήσεις και κάποια για να μου τα πείς αφού με  μυήσεις ;
- Όχι, όχι θα σου τα πώ όλα!
- Έτσι σε θέλω ! Μ΄αρέσουν οι ανθρώποι που τα
   κακά μου τα λέν μπροστά και τα καλά απο 
   πίσω ! Αυτούς θέλω κοντά μου ! Αβάντι λοιπόν
   Αννούλα ! Άντε γειά μας λοιπόν και ξεκίνα !
   Μην φοβάσαι τίποτα εγώ είμαι εδώ !
- Ζείς στην αφάνεια !
- ΄Οχι Αννούλα, ζώ εδώ, στο Μέλανα Δρυμό κι΄έχω
   τα πουλάκια, τα δενδράκια και τα ποταμάκια για
   συντροφιά !
- Ζείς στη αφάνεια Σουρτούκη και η τέχνη θέλει
  κοινό, θέλει το αντίκρυσμα για τους κόπους και τις
  προσπάθειες και μη μου πείς ότι αρκεί που
  υπάρχουν πέντε φίλοι που μπορούν και
  απολαμβάνουν τις δημιουργίες σου ! Δεν αρκεί
  αυτό !  Άν συνεχίσεις έτσι θα μιζεριάσεις, δεν
 θ΄άχεις πλέον ερεθίσματα για την τέχνη σου και
 σιγά-σιγά θα σε πιάσουν καταθλίψεις.
- Ξαίρεις Αννούλα η "αφάνεια", έχει κι΄αυτή τις
 ομορφιές της και τα καλά της. Πρώτα απ΄όλα δεν εκτίθεσαι στις βλακείες και τις κουταμάρες των άλλων και οι οποίες θα σου έτρωγαν το χρόνο της ζωής σου τζάμπα, μετά, έχεις την ησυχία σου για να σκεφτείς και να μελετήσεις αυτό που σε απασχολεί, πάνω στην τέχνη αλλά και γενικώτερα πάνω στη ζωή σου και τέλος ξέρεις πολύ καλά πως δεν ήταν τα πράγματα πάντα έτσι και πως κάποτε θα φύγω αναγκαστικά απο αυτό που εσύ ονομάζεις αφάνεια, όπως τ΄οχω κάνει αρκετές φορές, και θα βγώ στη "επιφάνεια" αλλά άσε πρώτα να την φχαριστηθώ (την αφάνεια), να με βαρεθεί και να την βαρεθώ. 
Μου μιλάς για αφάνεια εσύ που απο τότε που ξεχάστηκες στα δάση του Μεξικού έχεις γίνει καλόγρια κι έχεις χαθεί μές στα βιβλία και στα γραπτά, είσαι με τα καλά σου ρε Αννούλα ! 
 Μάλλον αυτό πρέπει να το καταλογίσω στα δικά σου "κακά' ! Άστο λοιπόν και προχώρα στα επόμενα γιατί δεν θα μας φτάσει η ώρα .
- Δεν το αφήνω αλλά σου δίνω λίγο χρόνο να το
 δουλέψεις και το ξανασυζητάμε.
- Χουβαρντού μου εσύ ! Λοιπόν !
- Είσαι ανοικοκοίρευτος και ακατάστατος !
- Ωπα, δύο μαζί Αννούλα ! Βλέπω φορτσάρεις !
- Άσε τις πλακίτσες και πάρτο σοβαρά Σουρτούκη γιατί δεν μπορώ να καταλάβω πώς μέσα σ΄αυτήν την ακαταστασία δημιουργείς !  Δεν σε ενοχλεί αυτό το πράμα ;
- Να σου πώ Αννούλα, γιατί είναι πολύ απλό. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να έχει τάξη παντού, δηλαδή, στο νοικοκοιριό, στα βιβλία, στο γραφείο, στη καθαριότητα, στην τέχνη, αν ασχολείται με τέτοια πράγματα, στα συναισθηματικά και πάει λέγοντας. Ο καθένας επιλέγει, δεν ξέρω ποια είναι τα κριτίρια, τους χώρους στην ζωή του που θέλει να υπάρχει τάξη και ξεκινάει. Άλλος βάζει τάξη στα ποτήρια, στις κατσαρόλες, στις κουβέρτες, στα χαλιά, στα πιατικά και βλέπεις το σπίτι του να λάμπει. Άλλος βάζει τάξη στην δουλειά του, στα βιβλία στο γραφείο και προκόβει, άλλος βάζει τάξη στην μουσική η στη ζωγραφική, γιατί μην νομίζεις ότι εκεί δεν θέλει τάξη, θέλει και παραθέλει και τύφλα ν΄άχει η τάξη των κουζινικών και του σπιτιού σε σύγκριση μ΄αυτήν την τάξη που είναι απαραίτητη γι΄αυτά τα πράγματα, άλλος βάζει τάξη στην οικογένειά του στην γυναίκα του και τα παιδιά του και άλλος βάζει τάξη στην ψυχή του Αννούλα, με κατάλαβες; Δεν μπορείς να έχεις τάξη παντου ! Δεν σου φτάνει ο χρόνος ! Εδώ υπάρχουν άνθρωποι που  μια ζωή το αντικείμενο ενασχόλησης τους είναι ο ίδιος τους ο εαυτός τι μου λές τώρα ! Λοιπόν έλα βίβα μας και... προχώρα παρακάτω γιατί τώρα φορτσάρω εγώ !
-Σουρτούκη συμφωνώ μαζί σου και στα λόγια σου βλέπω και τον ίδιο μου τον εαυτό αλλά δεν σου κρύβω ότι λίγη τάξη στον χώρο σου ίσως να σε βοηθούσε στο να δουλεύεις καλύτερα τις ιδέες που σ΄ούρχονται η ίσως και να παίζεις γιατί νομίζω ότι η οπτική ενός χώρου επιρεάζει τις αισθήσεις μας και φυσικά την σκέψη και τις ιδέες μας.
- Αννούλα όπως σου είπα και προηγουμένως δεν υπάρχει ο χρόνος, αντικειμενικά, για να βάλω τάξη εκεί που εσύ και ο καθένας θα ήθελε να την έχει ! Εμενα ο χώρος μου είναι η μουσική, τα βιβλία, η Βιολογία και ο εαυτός μου. Μονο γι΄αυτά που σου ανέφερα θα χρειαζόμουν τρείς ζωές για να τα τακτοποιήσω. Τι λές θα μου δώσεις καμία ;
- Μακάρι να μπορούσα ρε Σουρτούκη μακάρι !
- Δέέέν μου λές έχεις να μου πείς άλλα 
  η τελειώσανε ;
- Θα σου πω και το τελευταίο. Είσαι άντρας !
- Ωχ ! Ωχ ωχ ωχ ! Αννούλα μου ξέρεις.... κανένας δεν είναι τέλειος !
- Ναί Σουρτούκη και μην με κοροϊδεύεις !  Ξέρεις πολύ καλά για ποιό πράγμα μιλάω ! Δεν
 μιλάω για τον άνδρα ερωμένο, μιλάω για τον
 άνδρα όν! Θα έπρεπε να ήσουν γυναίκα !  
 Αδικήθηκες που γεννήθηκες άντρας ! Το ξέρω θα μου αρχίσεις τις ιστορίες με τα σπερματοζωάρια  την "θέληση" της φύσης και τα βιολογικά σου αλλά εγώ θα επιμένω ! Η γυναίκα είναι αυτή που κάτω απο φυσιολογικές συνθήκες, που την σήμερον σπανίζουν, περιέχει το Θείο μέσα της, η γυναίκα είναι αυτή που γεννιέται για να αγαπάει και να δίνει το χάδι και την τρυφεράδα απλόχερα, και φυσικά εγώ πιστεύω ότι η γυναίκα είναι αυτή η οποία μπορεί να αναπτύξει έναν πλουσιότερο συναισθηματικό κόσμο, πράμα που θα σου άρμοζε περισσότερο γιατί τώρα, υπό την
 σκέπη του ανδρικού ψυχισμού σου, είσαι αναγκασμένος συνεχώς να επαναστατείς.
- Άννα αν μας ακούσουν θα μας, μάλλον θα σε,
 περάσουν για τρελή ! Άσε τα πράματα όπως είναι και πές μου γιατί όλα αυτά σήμερα; Κάτι ήξερες όταν τις προάλες μ΄ούλεγες να καπαρώσω το σημερινό βράδυ έτσι ;
- Ναί Σουρτούκη μου. Η αλήθεια είναι ότι αποθύμησα τους Πούτσι-κ-άου, πρόσεχε το "κ" δεν είναι σαν το δικό μας αλλά είναι σαν ένας ήχος "κλίκ" που βγαίνει κάτω, στην βάση του φάρυγγα, και οι οποίοι είναι μια φυλή χαμένη στα δάση του Αμαζόνα και αυτή την ημέρα την έχουνε για να συναντιούνται και να λένε ο ένας τα παράπονά του για τον άλλον. Όλα αυτά φυσικά σε απολύτως ειρηνικό και φιλικό κλίμα. Αφού λοιπόν τελειώσουν με τα παράπονα, το ρίχνουν στο ποτό. Όχι αλκοόλ. Ορισμένοι απο αυτούς έχουν μαζέψει τον χυμό απο ένα δένδρο που μεγαλώνει στις περιοχές αυτές και ο οποίος σε.... στέλνει και μετά το ξενυχτάνε με χορό και τραγούδι.
Αυτός ήταν ο λόγος αλλά και λιγάκι η επιθυμία να σου τη "πέσω λιγάκι" γιατί μας το παίζεις απόρθητος.
- Ανναάκι ξαίρεις πολύ καλά πως δεν το παίζω αλλά είμαι, και επειδή τώρα είναι η σειρά μου πάω να φέρω τα μαχαίρια απ΄την κουζίνα να σου γυαλίσω το σκάλπ άσχετα αν δεν είμαι Πουτσιγκάου
- Πούτσι-κ-άου Σουρτούκη, Πούτσι-κ-άου !!!!
 Που πάς ;
- Μην τρομάζεις ρε χαμένο ! Το κρασί πάω να φέρω που το έχω βάλει να παγώσει..

Πουτσιγκάου......



Montag, 11. Juli 2011

Η ΣΚΕΨΗ ΦΤΕΡΟΥΓΙΖΕΙ


   
   Ο Δρυμός, ο.... Μέλας μ΄αγκαλιάζει με τα γλαρωμένα καταπράσινα μάτια του, που ακόμα το φώς της μέρας δεν τ΄αχει δεί, και η πρωϊνή  παρθένα ευωδιά του γλυστράει πάνω απο τις γλυκιές πλαγιές και με καλημερίζει τούτη την παράξενη ώρα, τούτη την ώρα που οι ψυχές αρμενίζουν στα πελάγη των ονείρων.
Η δική μου η ψυχή ξαγρυπνά ! Ξαγρυπνά μές στην μοναχικότητα που κουβαλάει αυτή η ώρα και που άλλες στιγμές είναι φορτωμένη με ψυχές.
Η σκέψη φτερουγίζει και μηνεί, πως τις μοναχικές ώρες μόνο οι μοναχικοί βρίσκονται στους δρόμους, γιατί μόνο αυτούς αντέχουν για συντροφιά.
Είναι όπως στα μοναχικά μονοπάτια, σαν κι΄αυτά που περπατάει το "δρομάκι", εκεί που ο άνθρωπος δεν ακούει τίποτες άλλο εκτός απο την φωνή της ψυχής του, εκεί που ακούει τα όνειρά του και βλέπει τον εαυτό του ταξιδιώτη σ΄ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή, με σταθμούς, σκοντάματα, δάκρυ, γέλιο, ευτυχισμένες στιγμές, τραγούδι, χορό και πένθος.
Αυτά τα δρομάκια αν τα περπατήσουν πολοί τότες θα χάσουν την ομορφιά τους, την αξία τους, τον σκοπό τους και την αξιοπρέπειά τους ! 
Αυτές τις ώρες άν τις ζήσουν πολοί τότες θα πάψουν να υπάρχουν, θα χαθούν μέσα στο χρόνο.
Άδικα ! Άσκοπα !
Είναι λοιπόν για τους μοναχικούς !
Γι΄αυτούς που ο λόγος κι΄η αλήθεια γίνοται οράματα και τους καθοδηγούν, γι΄αυτούς που η ζωή του χάρισε δάκρυα απο μέλι, γι΄αυτούς που  κουβαλούν τον θάνατο μές στην τσέπη τους και τον έχουν κάνει αδερφό και σύντροφο.

Το φώς γύρω μου άλαξε χρώμα και δυνάμωσε. Με αγγίζει με τα χτένια του ανάμεσα απο τις φυλωσιές και με χαϊδεύει, μου μιλάει για την μέρα 
π΄ούρχεται :

Μην κλαίς πρωϊνέ διαβάτη ! Άσε το χαμόγελο να αυγίσει στο πρόσωπό σου. Πάρε την χαρά που σου δείνω και χάρισέ την στον πονεμένο !
Άγγιξε, νιώσε και χαϊδεψε μια καρδιά ! Δώσε ένα χάδι παρηγοριάς ! Άσε να σε κοιτάξουν βαθειά, δυό μάτια με ειλικρίνια και ευγνωμοσύνη ! 
Πάρε μια ανάσα απο την πνοή μου και κράτησέ την για την ημέρα σου !
Νιώσε την θεία μουσική μου και τραγούδα γι΄αυτόν που ζεί γονατιστός απ΄το βάρος και την πίκρα της ζωής !
Αγκάλισε τον ταπεινό και δές, με την ματιά που σου χαρίζω, το φώς και την λαμπρότητα της ψυχής του !

Πάρε το φώς μου να ντυθείς
πάρ΄το για να το δώσεις
απ΄το κακό μην πικραθείς
και την χαρά ν΄απλώσεις !

Η σκέψη φτερουγίζει ......



Freitag, 8. Juli 2011

ΤΡΕΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Η γλώσσα, όχι η θαλασσινή αλλά ούτε και αυτή που λειτουργεί σαν όργανο της γεύσης, είναι ένας πολύπλοκος κώδικας που αποτελείται απο πολλούς παραμέτρους όπως, ακουστική σύληψη και σύνδεση ηχομορίων, εκπαίδευση μυών, γλώσσας (εδώ το...γευστικό όργανο), χειλών και δοντιών και φυσικά την ανάλογη εγκεφαλική εξέλιξη ούτως ώστε να είναι δυνατό αυτές οι διαδικασίες να εκτελούνται όσο γίνεται "ανόδυνα" και γρήγορα.
Για να γίνουν όλα αυτά όμως χρειάζεται να περάσει ο ανάλογος χρόνος για να δημιουργηθούν οι νευρικές συνδέσεις στον εγκέφαλο γι΄αυτό και δεν ήμαστε "Δημοσθένηδες" απο τα γεννοφάσκια μας αλλά αν ζορισθούμε λιγάκι ίσως κάποτε να τα καταφέρουμε (μιλάω γι΄αυτούς που έχουν παρόμοιους σκοπούς και όχι για μένα !).
Ξεκινάμε λοιπόν σαν παιδιά (νάάάάτα τα παιδάκια, γιατί εκεί ήθελα να καταλήξω ντέέέ...) και αρχίζουμε να παρλάρουμε το ηχητικό ρεπερτόριο με το οποίο μας έχει επανδρώσει η φύση και το οποίο δεν χρειάζεται να το μάθουμε, αυτό είναι συλαβές όπως (γκά-γκά, μπά-μπά, ντά-ντά, νά-νά, πά-πά, μά-μά) για να φτάσουμε ίσως κάποια μέρα στα ίχνη κάποιου Τσόμσκι, Ντεριντά, η ίσως και Χάξλεϊ (λέέέμε ρε παιδιά, τα πάντα είναι δυνατά σ΄αυτη την οικουμένη !)
Μέχρι τότε όμως θα περάσουμε απο πολλά στάδια στα οποία θα πρέπει να μάθουμε να συλαβίζουμε, να αρθρώνουμε και να δημιουργούμε σωστές σκέψεις και προτάσεις, πρώτον για να μας καταλαβαίνουνε οι άλλοι και ίσως, λέω ίσως, για να καταλαβαίνουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας.


Εδώ έχω τρία παραδείγματα παιδιών που βρίσκονται σε κάποια ενδιάμεση φάση που δεν έχει ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, η οποία κατα τους ειδικούς ολοκληρώνεται γύρω στα έξι χρόνια, και που χρησιμοποιούν την υλικό της γλώσσας που έχουν ήδη μάθει αλλά "απέχουν" απο γραμματική και συντακτικό και δουλεύουν πιο πολύ με την παιδική τους φαντασία. 
Ακούστε λοιπόν !

Μετά απο κάποιο περίπατο με μιά φίλη, εγώ με τον γιό μου (στα 4) και αυτή με την κόρη της (στα 3), επιστρέψαμε σπίτι και ετοιμάσαμε στα γρήγορα κάτι για να φάμε. Ο δικός μου λοιπόν, θέλωντας ίσως να εντυπωσιάσει η ίσως και ακόμη να δείξει ότι επι τέλους ήρθε η ώρα για φαγητό, λέει : " πώ πώ, πεινάω σαν λύκος !" 
Η μικρή τον κόβει με το βλέμμα κάπως θυμωμένα και σαν να της έκλεψαν την παράσταση προσθέτει : ( ...... ναίαίαί αλλά εγώ σαν δύο λύκος !!!)

Το άλλο : 

Η μικρή (στα 4) έχει πάρει καινούργια παπούτσια με τα οποία την καταβρίσκει και τα δείχνει σε όλους δεν αφήνει όμως κανέναν να τα ακουμπήσει γιατί περιμένει εμένα που θέλει να της τα φορέσω και να της δέσω τα κορδόνια.
Φτάνω λοιπόν στο φιλικό σπίτι και η μικρή μού την "πέφτει" κατ΄ευθείαν:  " Γκέλι, Γκέλι έλααα ζέσει πούτσα μου".


Και το τελευταίο :


Ο μπόμπιρας έχει βγεί έξω με την μάννα του για βόλτα και αφού επιστρέψανε τον ρωτάει ο πατέρας του για το τί είδε στη βόλτα. Ο μικρός παίρνει ανάσα και αραδιάζει : ίζαμε ζελάδα (αγελάδα), ίζαμε κοκοκό (ντάξει αυτό δεν χρειάζεται να σας πώ), και ίζαμε και ένα γέρο και μια γέρα ...!




Έτσι...... άντε να μην μας πέρνει συνέχεια το κλάμμα...





Dienstag, 5. Juli 2011

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΡΗΣ


.... δεν μ΄άφησε ψές να κοιμηθώ. Ήρθε απαλά η μορφή του και μ΄αγκάλιασε, μ΄ούδωσε αγγέλου χάδι, και η φωτεινή ματιά του μου χάρισε δάκρυα απο σμαράγδια και μου θύμισε όλες εκείνες τις ατέλειωτες βραδυές που δεν σταμάταγε να πίνει και να κλαίει... ο φίλος μου ο Άρης.

Πρωτάρης λοιπόν εγώ στην μεγαλούπολη με πήραν οι παλιοί για να με πάνε στου Άρη που ήταν λέει πολύ μουσικόφιλος, τζάμι άνθρωπος και όλος ο κόσμος τον αγαπούσε, δεν υπήρχε θέμα ! Θα πηγαίναμε στου Άρη !
Το μαγαζί είχε μια μεγάλη πορτοκαλί ταμπέλα που έγραφε με μεγάλα γράμματα  "Ο Άρης". Δεξιά και δίπλα απο την επιγραφή υπήρχε ένας μεγάλος κόκκινος κύκλος που έμοιζε σαν τον πλανήτη και τίποτες άλλο, ούτε αρχαία, ούτε Παρθενώνες ούτε κολωνάκια ούτε και κανένας Ολύμπιος θεός.

- Τι είναι αυτό ρε παιδιά ;
- Ο Άρης Βάγγο μου, ο Άρης
- Ποιός Άρης ρε σείς, εγώ νόμιζα ότι το παληκάρι
  το λένε Άρη
- Παίζει κι αυτό, παίζει, και μην βιάζεσαι..... έλα
  πάμε μέσα !

Άρη λοιπόν το λέγαν το αφεντικό και δεν ξέρω πως τ΄ούρθε, έφτιαξε τον πλανήτη Άρη σαν διαφημιστικό στην ταμπέλα του μαγαζιού του.

- Καλησπέρα !
- Βρέέέ καλώς τα παιδιά ! Τι βλέπω έχουμε και
  καινούργιους ; Να χαρώ ! Κερνάω λοιπόν,
  καθίστε κι΄έρχομαι!

Έτσι έκανε πάντα ο φίλος μου ο Άρης, κέρναγε του καινούργιους, τους παλιούς, τους πικραμένους, τους πονεμένους, τους παρατημένους - ήταν οι εποχές που οι άνθρωποι μετρούσαν διαφορετικά το χρήμα και τα συναισθήματα- και το μαγαζί του πάντα τίγκα μιλάμε απο γερμανούς, έλληνες, τούρκους, κούρδους, ιταλούς μέχρι και κινέζοι σκάγαν μύτη και κοιτούσαν περίεργα το γίγνεσθαι του μαγαζιού, γιατί γινόταν ο χαμός μιλάμε έτσι ! Σε μιά γωνιά παίζαμε χαμηλά και όμορφα εμείς τα ρεμπέτικά μας, στην δίπλα χόρευε σεμνά και όμορφα πάλι, η κοντινή μας παρέα, στο παραδίπλα τραπέζι  καθότανε ο Χρήστος, που ήτανε στην Ακαδημία καλών τεχνών, και ζωγράφιζε, έέ τι άλλο θές ; Τα είχες όλα ! Συμπυκνωμένη κουλτούρα !
Ο Άρης δεν μας άφησε να πληρώσουμε ποτές, και δεν το έκανε αυτό απο υστεροβουλία, όχι ! Τον ζούσαμε κάθε μέρα που σέρβιρε παρέες χωρίς να τους πάρει δεκκάρα τσακιστή και πολές φορές, όταν φεύγανε, τους έδινε και χρήματα για να την βγάλουνε τις επόμενες μέρες.
Θυμάμαι και μιά φορά που έιχε ερθει ένα ζευγάρι μ΄ενα κοριτσάκι γύρω στα 4 που ήταν κυριολεκτικά σαν αγγελούδι. Είχε τρελάνει όλο το μαγαζί με την ομορφιά της, την χάρη της και την αγγελική της αύρα. Σε κάποια φάση λοιπόν την είχε ο Άρης αγγαλιά και την τριγυρνούσε απο τραπέζι σε τραπέζι λέγοντας διάφορα χαζά που αρέσανε στη μικρή. Κάποια στιγμή φτάσανε και στο δικό μας τραπέζι που ήταν δίπλα απο το μπάρ του μαγαζιού. Πρωτού να προλάβουμε να πούμε κουβέντα ακούγεται το γκλίν-γκλίν του ταμείου και η μικρη τρελένεται με τον ήχο. Δείχνει με το χεράκι της που θα ήθελε να πάει και ο φίλος μας. με την μικρή αγκαλιά, εξαφανίζονται πίσω απο το μπάρ και αρχίζουν να ανοιγοκλείνουν το ταμείο που κάνει συνέχεια τα γκλίν- γκλίν του και ξετρελένει την μικρή.
Να χαρές, να γέλια, να ξεφαντώματα ώσπου η μικρή χορταίνει απο τον ήχο της μηχανής και την προσοχή της την τραβάει το περιεχόμενο. Κάνει λοιπόν μια βούτα, σκύβει απο την αγκαλιά του φίλου μας, βουτάει το χέρι της μέσα στο ταμείο και μαγκώνει καμμια 7-8 εικοσσάρικα, τα σηκώνει στον αέρα, τα κοιτάει και μας τα δείχνει.
Οι γονείς της μικρής σηκωθήκανε αμέσως και αρχίσαν να της φωνάζουν : "Άστα κάτω, αυτά είναι λεφτά και ανήκουν στον κύριο Άρη, τι πράματα είναι αυτά...."
Η αντίδραση του φίλου μας μας άφησε άναυδους :

- Καμάρι μου, γλυκό μου πλασματάκι πάρτα,
 πάρτα όλα, αυτά είναι μόνο χαρτιά για να παίζουν
 οι μεγάλοι, πάρτα να παίξεις κι΄εσύ χαρά μου, 
 πάρτα !

Δεν άφησε κανέναν να πειράξει την μικρή και τα χαρτονομίσματα που κρατούσε στο χέρι κι΄όταν η παρέα έφευγε τους είπε να τα βάλουν στο λογαριασμό της και να της κάνουν ένα δωράκι.

Το δάκρυ κύλησε απο τα μάγουλα όλων μας και η εκτίμησι που είχαμε για τον φίλο μας πλέχτηκε  με ένα έντονο συναίσθημα αγάπης και αφοσίωσης για το άτομό του.

Δεν ήταν μόνο αυτά όμως ο Άρης. Η φύση τον είχε προικίσει με ένα τέλοιο πρόσωπο. Μαλλιά δαχτυλίδια που οι κατάμαυρες μπούκλες τους σκάγανε στο ψηλό του μέτωπο, το φρύδι γαϊτανάτο και πλούσιο, τύλιγε δυό γαλαζοπράσινα μάτια που έμοιαζαν με παραμυθένιες λίμνες. Η μύτη του αλεξανδρινή έδενε τόσο αρμονικά με τις δυό γραμούλες που είχε στο επάνω χείλι του που νόμιζες ότι είχες μια ζωγραφιά απέναντί σου και όχι ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Τύφλα ν΄άχει ο Αντίνοος φίλοι μου ! Αυτός ήταν και ο λόγος που άπειρες βραδυές ξέμεναν στο μαγαζί άνδρες και γυναίκες για να κεράσουν τον φίλο μας τον Άρη που το πρόσωπό του σου έδινε έρωτα αμόλυντο και αληθινό γιατί ο φίλος μας ποτέ δεν έδειξε κάποιο άρωστο ναρκισσισμό και ποτέ δεν πρόσβαλε, όσο τον ήξερα εγώ, γυναίκα η άνδρα στο μαγαζί του και στην ζωή του. Θα μπορούσε να είχε πάει με όποια γυναίκα ήθελε, θα μπορούσε να είχε καταστρέψει σπίτια και οικογένειες για να ικανοποιήσει κάποια του ένστικτα. Ποτέ, μα ποτέ δεν είδα τον φίλο μου τον Άρη να κοιτάξει γυναίκα λαίμαργα η να απλώσει χέρι, ο Άρης ήταν ευτυχισμένος με την Σάντρα, την γυναίκα του, και την μικρή του κόρη που υπεραγαπούσε και που έλιωνε για χατήρι της.

Έλα όμως που η ζωή μας φυλάει πολές φορές τα πιο παράξενα και βίαια παιχνίδια σε στιγμές που ούτε κάν το περιμένουμε, και για τον Άρη φύλαγε τα πιο απαίσια που έχω δεί φίλοι μου !

Το κακό άρχισε με την αρώστια της μάνας του και ο φίλος μας αναγκάστηκε να κατέβει για κάποιες βδομάδες στη πατρίδα για να δεί τι θα κάνει.
Έφυγε ο Άρης, πάει νέκρωσε η παρέα. Ούτε γλέντια θέλαμε, ούτε να βγούμε θέλαμε μόνο λέγαμε πότε θα γυρίσει ο φίλος για να τον ξαναβρούμε και να ανοίξει η ψυχούλα μας.

Περάσανε λοιπόν οι μέρες και κάποιο μεσημεράκι φτάνει και ο Άρης κατακουρασμένος απο το μακρύ ταξίδι και πάει καρφί για το σπίτι. Βάζει το κλειδί στην πόρτα, δεν μπαίνει, ξαναδοκιμάζει, τίποτα, κοιτάζει : η κλειδαριά αλαγμένη. Ο Νούς του δεν πήγε στο κακό, σκέφτηκε ότι θα μπήκαν κλέφτες, σπάζωντας την κλειδαρια, και θα χρειάστηκε να την αλάξουν.
Κατεβαίνει κάτω στο μαγαζί και δίχως να προσέξει ότι η ταμπέλα έχει αλάξει μπαίνει μέσα, άγνωστες φάτσες, άγνωστη διακόσμηση όλα αλαγμένα.

 - Ρε παιδιά τι έγινε ; Αυτό το μαγαζί είναι δικό

  μου !
- Αυτό το μαγαζί δεν είναι δικό σου γιατί εμείς 
  το αγοράσαμε πρίν δυό βδομάδες απο την Σάντρα
  και μάλιστα πολύ ακριβά !
- Και η Σάντρα, η κόρη μου, που είναι ;
- Έφυγαν με το αμερικανάκι για Αμερική !
- Ποιό αμερικανάκι ρε σείς, θα με τρελάνετε !
-Το αμερικανάκι ντέέέ που της έμπαινε τον
  τελευταίο καιρό και της έλεγε για τον πύργο 
  που έχει στην Αμερική και για τα άλογα που
  εκτρέφει !

Γύρισε ο κόσμος ανάποδα για τον Άρη. Απο εδώ και πέρα ζεί στην κόλαση που λέγεται ζωή. Δεν κοιμάται, δεν τρώει, μόνο πίνει και όπου κι΄αν βρεθεί κουνάει συνεχώς το κεφάλι του πέρα δώθε και μονολογεί : " το κοριτσάκι μου γιατί, τον άγγελό μου γιατί, την ζωούλα μου γιατί, την καρδιά μου γιατί ; "
Μαζί του σπαράχθηκε και η δική μας καρδιά. Ήρθανε βραδυές που όλη η παρέα μας έκλαιγε σιωπηλά και όσοι ξεσπάγαν σε αναφυλητά, πηγαίναν απο ντροπή στην τουαλέτα να ξεσπάσουν τον πόνο τους μακρυά απο τους άλλους.

Πένθος....

Κάποια μέρα πήρε ένα μήνυμα απο την πεθερά του ότι ήρθανε και ότι η μικρή του κόρη θέλει να τον δεί.
Που το έμαθε, και πώς πήγε εκεί με τα χάλια που είχε κανένας μας δεν το έμαθε ποτέ. Αντί να πάει στην κόρη του έψαξε και βρήκε που βρισκόταν η Σάντρα, της είπε ότι θέλει να της μιλήσει και η πρώτη του κουβέντα ήταν "γιατί;"
Το μαχαίρι ξεθύμανε στο πρόσωπό της, κάθε χαρακιά έγινε μια απάντηση και το αίμμα η συγνώμη.
Αυτην την βρήκανε χαρακωμένη και αιμόφυρτη, αυτόν δίπλα της να κλαίει και να ρωτάει τα γιατί που του πνίγαν την ψυχή.

Ένα χρόνο ψυχιατρείο.

Ο Άρης είναι πάλι κοντά μας αλλα δεν γελάει πιά, το φώς των ματιών του έσβυσε, τα χέρια του τρέμουν, έρχεται στα μαγαζιά και θέλει να τραγουδήσει, παρατάει τα μικρόφωνα γιατί τον πνίγει το κλάμμα, κάθεται στην γωνιά μανάχος, πίνει και κλαίει, πίνει και κλαίει.

Τον φίλο μου τον Άρη τον βγάλαν κομμάτι-κομμάτι απο το αμάξι του που το είχε λιώσει μιά νταλίκα στο δρόμο-γκιλοτίνα Ζάγκρεμπ-Βελιγράδι.

Ο φίλος μου ο Άρης..........





ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ......


Απόψε νοιώθω όπως κάποια βράδυα στο Βερολίνο, πρίν ακόμα γκρεμιστεί το τείχος, όταν στο "Στέκι" χορεύανε 100 άτομα στην "πίστα" αμίλητα, σαν σε ιεροτελεστία, και ο παλμός του χορού άγγιζε τα μάγουλά μου και χαϊδευε τα κλειστά μου μάτια. 
Συχνά, όταν τα άνοιγα για λίγο (να πάρω μια πνευματική ανάσα), έβλεπα πρόσωπα δακρυσμένα, πρόσωπα σε έκσταση, πρόσωπα ερωτευμένα, πρόσωπα χαραγμένα απ΄τον πόνο κι΄όταν τα ξανάκλεινα είχα πάλι "υλικό" για να συνεχίσω τα ταξίμια μου δηλαδή να τούς δώσω πίσω αυτό που οι ίδιοι μου δώσαν χωρίς να το ξέρουν :Στα πρόσωπά τους, στα μάτια τους, στα βλέμματά τους ήταν χαραγμένος ο πόνος και ο πόθος της ζωής.
Ο Άλι ο Ιρακινός είχε να πάει 30 χρόνια στην πατρίδα του, ο Χρήστος μόλις είχε γυρίσει απο το παιδί του που το είχε η πρώην γυναίκα του και δεν τον άφηνε να το δεί, η Κλαούντια ήταν τρελά ερωτευμένη με τον Δημήτρη που ήταν στην Λέσβο, Η Μάρεν μ΄ούλεγε ότι η μουσική μου είναι σαν το Αιγαίο Πέλαγος και ότι νιώθει την αλμύρα στα χείλη της όταν παίζω και όταν χορεύει, νομίζει ότι ταξιδεύει πάνω στα κύμματα, Ο Σαββίκος χόρευε με την Νούλα και τα δάκρυά τους γεμίζαν το μαγαζί !
Απο έρωτα !!!!!!!
Μόνο τον Άρη θυμάμαι να κάθεται σε μια γωνιά να πίνει και να κλάιει συνέχεια, να πίνει και να κλαίει....
Μεγάλη ιστορία φίλοι μου ο Άρης, ίσως μ΄ούρθει κάποια φορά και την περιγράψω. 
Ναί.... φίλοι μου έτσι νοιώθω  αυτή τη στιγμή απέναντί σας ! 
Άθελά μου ίσως και να δημιούργησα προβλήματα γιατί δεν είναι ο καθένας μας οποιδήποτε στιγμή έτοιμος να δεχτεί αγγίματα στη ψυχή του σε μέρη απόκρυφα και πληγωμένα και ίσως και μια πρόωρη κίνησι να βλάψει περισσότερο παρά να κάνει καλό και να βοηθήσει !


Θα ήθελα λοιπόν πρώτα απ΄όλα να ευχαριστήσω την γιαγιά που θεώρησε το κείμενο της προηγούμενης ανάρτησης μου άξιο δημοσίευσης, μεταξύ μας, εγώ δέέννν θα το έκανα γιατί ναί μέν έχει κάποιο καλό πυρήνα αλλά του λείπουν τα "γύρω" και γενικά αυτό ο πυρήνας δεν είναι αρκετα στολισμένος. 
Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω όλους τους φίλους και τις φίλες που εξέφρασαν γνώμη και στούς οποίους θα απαντήσω και προσωπικά, και τέλος θα ήθελα να πώ ότι η ιστορία είναι αληθηνή και ότι ήταν η αρχή  μιάς δραματικής περιόδου της ζωής μου η οποία όμως σε τελική ανάλυση με "αρμάτωσε" και με δυνάμωσε ψυχικά. 
Πώς λένε ; "Δεν υπάρχει πόλεμος χωρίς απώλειες" !


Τέλος, κάπου διάβασα ότι το στύλ θυμίζει λίγο "γιαγιά" και είναι σωστό αυτό, μόνο που το στύλ δεν είναι της γιαγιάς απλώς το χρησιμοποιεί και η γιαγιά μας. Εμένα προσωπικά δεν θα με πείραζε καθόλου να έμπαινα η να έπαιρνα στο/το στύλ της "γιαγιάς μας".

Sonntag, 3. Juli 2011

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ



 " .......αγόρι μου στο ψυγείο έχει τυρί, σαλάμι, ντομάτες, γιαούρτια και αυγά. Μόλις τελειώσουν αυτά θα πάς και θα πάρεις απο τον Κυρ - Γιάννη ότι χρειαστείς και θα του πείς να το γράψει..., ξέρει αυτός και τ΄άχουμε κανονίσει εμείς. Νά και ένα πεντακοσσάρικο γι΄αυτές τις τρείς βδομάδες για να πάρεις κάτι αν χρειαστείς.
Άντε τώρα πέσε να κοιμηθής γιατί είναι αργά και εμείς με την μάνα σου θα φύγουμε αύριο πολύ νωρίς. Καληνύχτα !"

Ο πατέρας μου πήρε τη λάμπα που κρεμόταν μ΄ένα καρφί απ΄τον τοίχο, έκανε μεταβολή έκλεισε την πόρτα του δωματίου, που τα βράδυα γινόταν κρεβατοκάμαρα, και μ΄αφησε μόνο μου στο σκοτάδι.
Που να με πιάσει ο ύπνος ! Μόνος μου ; Απο αύριο θα είμαι μόνος μου ; Τι είναι αυτό το πράμα, πως είναι όταν είσαι μόνος σου, γιατί άμα έχεις συνηθήσει να υπάρχει πάντα κάποιος κοντά σου, δίπλα σου τότε δεν σκέφτεσαι ποτέ το τί θα πεί να είσαι μόνος. Για μένα, μέχρι εκείνο το βράδυ, μόνος σήμαινε να μην είναι κανένας στο δωμάτιο η στο σπίτι, να είναι όλοι στις δουλειές τους και το απόγευμα να γυρίσουνε πίσω και να είμαι εγώ και να τους κοιτάζω πως αλάζουνε, πως πλένονται, πως βάζουνε καθαρά ρούχα, πως ψήνει ο πατέρας τον καφέ και η μάνα ετοιμάζει την κατσαρόλα για να φτιάξει φαγητό. Αυτό ήταν να είσαι μόνος !
Τι δηλαδή υπάρχει κι΄άλλο "μόνος" ;
Δύσκολος ο ύπνος φίλοι μου αν σε απασχολούν τέτοια θέματα και δεν είναι και Κυρική σήμερα να ακούσω "το θέατρο της Κυριακής" και να ξεχαστώ λιγάκι !

Το άλλο πρωϊ όντως το σπίτι ήταν παράξενο. Αυτή η ησυχία, που ήξερα ότι δεν είναι προσωρινή, μ΄ούδινε ένα παράξενο μα πολύ παράξενο συναίσθημα και δεν ήξερα και πως να το δουλέψω. Δεν έβρισκα λόγο να σηκωθώ απ΄το κρεβάτι, η μάνα μου δεν φώναζε και ο μικρός μου αδερφός δεν ερχόταν να με πειράξει και να θέλει παιχνίδια ποιός ο λόγος λοιπόν να σηκωθώ ;
Το ραδιόφωνο στ΄αυτί λοιπόν και ν΄ασου, τραγουδάκια, "Μείνε κοντά μου αγαπημένη", πάλι τραγουδάκια, μετά ερχόταν κι΄ο "Λαμπήρης", ρε σείς, δεν είναι κι΄άσχημα να είσαι μόνος !!

Αυτές τις τρείς βδομάδες το γλέντησα : ξυπνούσα ότι ώρα ήθελα, έτρωγα ότι ήθελα, απο αυτά που υπήρχαν, έβγαινα ότι ώρα ήθελα και γύριζα ότι ώρα ήθελα, τρελάάάάά πράματα μιλάμε !!!

Ο θείος μου ο Κώστας ήταν σαφής και σύντομος :
" Βαγγέλη αύριο στις 6 η ώρα το βράδυ θα έρθουμε με την γιαγιά ( όχι την Αντιγόνη ρε παιδιά... αμάάάνν) να σε πάρουμε. Να έχεις έτοιμα τα ρούχα σου, τα παπούτσια σου και ότι άλλο χρειάζεσαι για να φύγουμε αμέσως εντάξει ;"

Ούτε που το κατάλαβα πότε ήρθανε γιατί όλη την ημέρα έπαιζα με τα φιλαράκια και ούτε είχα καιρό να σκεφτώ ταξίδια και άγρια άλογα. Η γιαγιά μου τσεκάρισε την βαλίτσα, αν η κόρη της είχε πλήνει και μαζέψει το σπίτι καλά, και αφού έμεινε ικανοποιημένη έδωσε το οκ. για να ξεκινήσουμε.
Πολύ παράξενο βρε παιδί μου να ταξιδεύεις νύχτα χωρίς παρέα. Ντάξει.. τι παρέα να κάνει ένας 14χρονος με τον θείο του που είναι συγκεντρωμένος στο οδήγημα και με την γιαγιά του που η κοιμάται η όταν είναι ξύπνια είναι απασχολημένη να μας τροφοδοτεί με τροφές και πιοτά.
Στο δρόμο μας έπιασε βροχή, πράμα που έκανε το ταξίδι ακόμη πιο κουραστικό για τον θείο και ο οποίος κάπου κοντά στη Κατερίνη σταμάτησε για να ξεκουραστεί.

Η πρωϊνή ψιχάλα μας ανακοίνωνε την τελική λήξη του Καλοκαιριού, τον ερχομό κάποιων πιο κρύων ημερών και για μένα ότι τελείωσαν τα ψέμματα δεν είμαι πια εκεί που ήμουνα και πάω εκεί που δεν ξέρω.

Η Θεσσαλονίκη για μένα έχει χρώμα πορτοκαλί και είναι τυλιγμένη στην ομίχλη. Αυτά ήταν τα δύο πράματα που είδα όταν αρχίσαμε να μπαίνουμε στην πόλη.*
Απο εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιώ ότι τα παραμύθια και τα ωραία τελείωσαν και ότι απο εδώ και μπρός άρχίζει κάτι άλλο, κάτι άγνωστο που δεν πρόκειται απαραίτητα να είναι και καλύτερο απο τα πρίν.
Ο θείος μου κρατούσε την διεύθυνση στο χέρι και κάθε τόσο σταματούσε και ρωτούσε. 
Έχοντας το "αεροδρόμιο" σαν σημείο αναφοράς φτασαμε σχετικά σύντομα στον σκοπό μας.
Ο θείος μου έσβυσε την μηχανή του Όπελ, η ματιά του καρφώθηκε στο κτίριο μπροστά μας και αποσβωλομένος, σταύρωσε τα χέρια και χάθηκε σε βαθειές σκέψεις των οποίων η αχνάδα εμφανίζεται ακόμη και σήμερα όταν συναντιώμαστε.
 Η γιαγιά μου, παρ΄όλο που σ΄όλο το ταξίδι σχολίαζε και επέκρινε τις αποδόσεις μου στην ζωή και γενικώτερα στο κύκλο των συγγενών, άρχισε εκείνη την στιγμή να μου μιλάει, στα ποντιακά, με τα πιο τρυφερά λόγια που έχω ακούσει απο γυναικείο στόμα. Βγήκε απο το αμάξι και χωρίς να περιμένει τον γιό της, έβγαλε την βαλίτσα μου απο το αμάξι, με αγκάλιασε κι ένιωσα το κορμί της να ταράζεται απο τα αναφυλητά.
Ο θείος, σκυθρωπός, πάντα σύντομος, έβγαλε απο το πορτοφόλι του ένα πεντακοσσάρικο, με φίλησε στα μάγουλα και μου χαϊδεψε τα μαλλιά.
Τους θυμάμαι ακόμη και τους δύο να με κοιτάνε με λύπη και παράπονο, και απο τότε κάθε φορά που βλεπόμασταν διάβαζα στα μάτια τους γραμμένη μια συγνώμη.
Όταν χάθηκε το Όπελ στο δρόμο που έβγαζε στη παραλία της Περαίας τότε άρχισα κι΄εγώ να νιώθω ότι αυτός ο χώρος θα γίνει σταθμός στην ζωή μου κι΄απο τότε μισώ τους σταθμούς γιατί πνίγομαι στο δάκρυ, έχω πάντα μια βαλίτσα δίπλα μου που με περιμένει, και γιατί ένα πυκνό πέπλο ομίχλης πέφτει επάνω στα αγαπημένα μου πρόσωπα και μοναχεύει την ψυχή μου.


Η άχαρη ταμπέλα έγραφε 

" Οικοτροφείο οι Τρείς Ιεράρχαι "


* Επειδή μου "ξέφυγε" η περιγραφή σ΄αυτό το σημείο και επειδή δεν θέλω να διορθώσω το κείμενο εξηγούμαι : όταν μπαίνει κάποιος στην Σαλονίκη απο την εθνική Κατερινη-Θεσ/νίκη, υπαρχουν, λίγο έξω απο την πόλη κάποια χιλιόμετρα τα οποία είναι φωτισμένα με πορτοκαλί λάμπες για την ομίχλη. Το φώς αυτό, όταν έχει πραγματικά ομίχλη, διασπάται και έχει κανείς την εντύπωση ότι βρίσκεται σ΄ένα χώρο όπου όλα είναι πορτοκαλί και καλημένα με ομίχλη.

......ΚΙ΄ ΑΛΛΟ ΨΩΝΙΟ



- Παιδί μου πάρτο χαμπάρι..., ο άνθρωπος από κάποια ηλικία και μετά πρέπει να εφαρμόζει, με αυστηρό τρόπο, αυτοκριτική γιατί αλλιώς θα καταλήξει σαν κι΄εσένα !  Ναί ναί ναί...... σαν κι΄ εσένα, που μας το παίζεις "αθάνατη" , καλά δεν το έχεις ακούσει το άσμα που λέει : " Αυτός που μένει αθάνατος είναι μονάχα ο θάνατος" ; Μάλλον όχι, και να το έχεις ακούσει δεν θα το πήρες στα σοβαρά, πράγμα που κάνεις με τα πιο πολλά πράγματα στη ζωή σου.
Σαν κι΄εσένα λοιπόν που τις αισθήσεις σου τις έχεις μόνο και μόνο να αυτοβιώνεσαι, λές και δεν υπάρχει κανείς άλλος και τίποτα άλλο σ΄αυτόν τον κόσμο που θα άξιζε να στρέψει κάποιος την προσοχή του, και ν΄άσουνα πιτσιρίκα θα έλεγα πάει στο διάλο, η νεανίς βρίσκεται εν οδώ, αλλά εσύ παιδί μου κοντεύεις τα πενήντα  και παιδιαρίζεις !
Την μιά μας το παίζεις τεκνό, με τα μίνι σου και τις μπότες των 300  Γιεύρω παρακαλώ, την άλλη ρίχνεις μπογιές με οκάδες στην μάπα σου και γίνεσαι αγνώριστη, δεν μπορώ να καταλάβω απ΄το Πράκτικερ τις πέρνεις τέτοιες ποσότητες που καταναλώνεις ; κάποιες άλλες φορές, για να εντυπωσιάσεις, μιλάς για Ραχμάνινοφ, Μπέλα Μπάρτοκ και Μπρέχτ αλλά στο αμάξι σου προχτές  άκουγες ότι χυδαίο, αηδιαστικό και αντιαισθητικό έχουν να προσφέρουν οι φθορείς των συνειδήσεων !
Είδα και στο σπίτι σου, κουλτουριάρα του κώλου, στα ράφια σου δεν είχες ούτε ένα βιβλίο, ούτε ένα αληθινό λουλούδι, μόνο εκείνα τα πλαστικά  κουκλάκια, κι΄εγώ ξέρεις έχω αλλεργία στα σπίτια που είναι χωρίς βιβλία, χωρίς λουλούδια και που είναι "στολισμένα" με πλαστικά, νοιώθω άβολα και κάτι με πνίγει, νοιώθω κρύο και η ψυχή μου τρέμει, θέλω να φύγω !!
Είσαι λοιπόν άπαιχτη, κι΄εγώ βασικά θα σου τραβούσα τα αυτάκια σου, τα στολισμένα με τα πανάκριβα σκουλαρίκια, και θα σου έβαζα και τιμωρία για το σπίτι για να μάθεις να σέβεσαι πρώτα τον εαυτό σου και να εκτιμάς του άλλους, τους απλούς, τους ταπεινούς, τους υλικά φτωχούς αλλα τους εν τη ψυχή θησαυρούς φέρωντες !
Αλλα εσύ δεν παίρνεις χαμπάρι απ΄αυτά ! Ο νούς σου είναι στο χρήμα και στην αυτοπροβολή : η Πόρσε σου, η πισίνα σου, η πελατεία του οδοντιατρείου σου, τα διαμερίσματά σου, τα χρυσάφια πάνω σου, δεν ξέρεις ακόμα ότι το χρυσάφι οι ανθρώποι το κουβαλάνε μέσα τους και το δίνουνε απλόχερα και με αγάπη σ΄όποιον το ζητήσει ; όχι βέβαια ! 
Τα μάτια σου βλέπουν μόνο εσένα, παρατηρούν μόνο εσένα, είσαι το μοναδικό αντικείμενο απασχόλησης για το "πνεύμα" σου και αυτό όλο θα είναι και η καταστροφή σου η ψυχική γιατί όταν θα χτυπήσουν την πόρτα σου επισκέπτες απροσκάλεστοι τότε θα τρομάξεις γιατί ποτέ σου δεν μπόρεσες να διανοηθείς την ύπαρξή τους, την δύναμή τους και την βία που μπορούν να ασκήσουν στις ζωές μας όταν τις βρούν απροετοίμαστες.
Στο λέω : παραπατάς και φαλτσάρεις, και τα στέκια σου δεν μ΄αρέσουν καθόλου...... και μου τά΄πρηξες !

Άσε με λοιπόν γιατί  ερωτοτροπούσα με την Σί-μινόρε στις χαμηλές συχνότητες και μ΄ούκανε καλό, εσύ δέέέέννν μου κάνεις καλό και δεν είμαι εγώ αυτός που θα σου μάθει. 
Στρώσου και μάθε μόνη σου, δεν είσαι μικρό παιδί....  άϊντε.....! 

...και πού΄σαι.... λίγα σου΄σειρα.



Freitag, 1. Juli 2011

Ο ΣΤΑΘΜΟΣ


Αφιερωμένο στους άγνωστους γνωστούς μου φίλους/ες  και συνμπλογκίστες/ίστριες !


Ο  ΣΤΑΘΜΟΣ



Ο σταθμός,
ο σταθμός παρατημένος
είναι ένοχος θλιμένος,
ο σταθμός.



Το γλαστρί,
το γλαστρί στο παραθύρι
λίγο θέλει και θα γύρει,
το γλαστρί.



Στο σταθμό,
στο σταθμό τον ξεχασμένο
χρόνια τώρα περιμένω,
στο σταθμό.


Η ζωή,
η ζωή μου να περάσει
μα κι΄αυτή μ΄έχει ξεχάσει,
η ζωή.



Στο σταθμό,
στο σταθμό τραίνα περνάνε
και ελπίδες μου ζητάνε,
στο σταθμό.


Την αυγή,
την αυγή θέλω να φύγω
μα πεθαίνω λίγο-λίγο,
την αυγή.