Freitag, 3. Juni 2011

ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


Δεν ξαίρω το πώς βρέθηκα εδώ ! Ξαφνικά και απροσδόκητα, χωρίς να γνωρίζω την αρχή μα ούτε και το τέλος !
Περπατάω σ΄ένα μονοπάτι που είναι πολυπερπατημένο στις άκρες του και στην μέση υπάρχει μιά πράσινη λωρίδα απο φρέσκο γρασίδι. Στα αριστερά μου με συντροφεύει η μουρμούρα του ποταμού. Με προσπερνάει κι΄αυτός, σαν την ζωή μου, απομακρύνεται, και ούτε που μου ρίχνει μιά ματιά, έτσι να μ΄αποχαιρετίσει. Λογαριασμό δε μου δίνει !
Σήμερα είναι στις καλές του, ούτε βροχές ούτε χιόνια του ταράξαν την ροή.
Στα δεξιά μου με συντροφεύουν οι λεύκες που απο μέσα απ΄τα φυλλώματά τους ξεχύνονται οι ακτίνες του πρωϊνού ήλιου και απλώνονται στην επιφάνεια του νερού. Νομίζω ότι αρχίσαν το κουτσομπολιό γι΄αυτόν τον πρωϊνό επισκέπτη τους 
Ζώ στο "τώρα"  και είμαι μαγεμένος απο την λαμπράδα και την χαρά αυτού του πρωϊνού. Το δρομάκι είναι υπέροχο, δεν το έχω ξαναδεί, δεν το έχω περπατήσει ποτέ. Μάλλον είμαι σε όνειρο. Η σκέψη μου ψάχνει το γιατί, γιατί άραγε όλα αυτά, γιατί να περπατάω εδώ και όχι κάπου αλλού,  γιατί μόνος και όχι μ΄ένα φίλο, με την αγαπημένη ; Λυπάμαι που δεν μπορώ να μοιράσω την χαρά μου αλλά το καταπίνω και συνεχίζω αποφασισμένος να δώ που θα με βγάλει αυτό το παραμυθένιο μονοπάτι.
Αργοπορώ, ακούω την βουή του νερού που κυλάει, άλλοτε μελαγχολικά, άλλοτε με δύναμι και άλλοτε, εκεί που πάει να σβύσει, ξεθυμαίνει πάνω σ΄ένα βραχάκι που του έκοψε το δρόμο και δίνει πάλι το παρών .
Αργοπορώ, ακούω τα κοτσύφια στο πρωϊνό ερωτικό τους άσμα, στα μελαγχολικά τους ταξίμια, στις τρίλιες και στα ανεβοκατεβάσματα. Αυτά με ακολουθούν, δέν θέλουν να χάσουν τον μοναδικό ανθρώπινο ακροατή τους και ίσως θέλουν κάτι να μου πούν !
 
Στην άκρη μιάς στροφής, και μόλις που την διακρίνω, βλέπω την σκιά ενός ανθρώπου που βρίσκεται επάνω σε μια σχεδία. Όσο πλησιάζω τόσο πιό πολύ μπορώ να διακρίνω την σχεδία, που είναι φτιαγμένη απο κορμούς δένδρων, και τον τύπο επάνω της ο οποίος είναι ντυμένος στα κουρέλια, στέκεται σχεδόν στην άκρη, κι΄εγώ φοβάμαι να μην πέσει στο ποτάμι, και στηρίζεται πάνω σ΄ένα μακρύ ξύλο σαν αυτά που έχουν οι γονδολιέρηδες. Τα μαλλιά του, κορακίσια, γυαλιστερά, μακριά και ακατάστατα, κυματίζουν στο αεράκι του πρωϊνού. 
Είμαι πια αρκετά κοντά του και απο μέσα μου εύχομαι να με ακούσει, να μην τρομάξει και να μην πέσει μέσα στο νερό γιατί με τα κουρέλια που φοράει σίγουρα θα πνιγεί.
Το τυπάκι ούτε που σηκώνει το κεφάλι του να κοιτάξει ποιός τον πλησιάζει, φαίνεται να γνωρίζει. Δεν κινήται, δεν με κοιτάζει, κοιτάζει κάτω, χαμηλά, μέσα στα νερά που έχουν γίνει βαθυά και ήρεμα. Βρίσκομαι πολύ κοντά του και είμαι περίεργος να δώ τον παράξενο αυτό ταξιδιώτη του ποταμού. Τον πλησιάζω.

- Άργησες ! 

Η φωνή του βαθιά, βαριά, με γρέζα.

Σταματάω φοβισμένος πιά γιατί είμαι σίγουρος για το παραμύθι που μ΄ούφτιαξα : Ο κύρ- Χάρος περιμένει να με πάει απέναντι και γαμώτω μου δεν έχω και τα τάλαντα μαζί μου !

- Τι λές ρε φίλε ; Εσύ ήρθες νωρίς !
- Δεν κάνω παζάρια !
- Και τώρα τι θές ;
- Αυτά που πήρες !
- Ρε σύ, μου χαλάς το πρωϊνό το καταλαβαίνεις ;
- Κι΄εσύ χάλασες τα πρωϊνα τόσων ανθρώπων !
- Τι θές να πείς δηλαδή ;


Το τυπάκι ξαφνικά φαίνετε πώς έχασε την υπομονή του και δεν γούσταρε πια διάλογο γιατί εκεί που τα λέγαμε καλά-καλά κάνει ένα σάλτο, πηδάει κάτω απο την σχεδία, και με πολύ νευρικές κινήσεις με βουτάει με το ένα χέρι απο τον λαιμό και με το άλλο αρχίζει να μου αδειάζει τις τσέπες και να γεμίζει τις δικές του. Από μέσα άρχισε να βγάζει έναν-έναν όλους τους φίλους μου, την μουσική, τις αγάπες μου, τις χαρές μου και τις λύπες μου, τον πόνο μου, τους δρόμους που αγάπησα, τους ανθρώπους που έκλαψα μέχρι και το πρωϊνό αυτό της χαράς μου το έβγαλε και το πήρε !
Άδειασε η ψυχή μου κι΄ένα κρύο ρίγος άρχισε να με κυριεύει. Είμουνα ένα τίποτα πιά. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το πλάσμα αυτό κατάφερε και μου άδειασε την ζωή, μ΄έκανε να νοιώθω ντροπή για την ύπαρξή μου μιας και δεν είχα πλέον απο που να πιαστώ.  Μ΄ούσβησε το παρελθόν, έσβυσε τις μνήμες μου !


Μ΄άφησε σαν ένα ξεφούσκωτο μπαλόνι στην όχθη του ποταμού, έκανε μεταβολή και ανέβηκε πάνω στην καταραμένη σχεδία του.
Πρίν να αφήσει την όχθη γύρισε με κοίταξε, μου χαμογέλασε και ομολογώ παρ΄όλο το κακό που μου είχε κάνει ένοιωσα μια γλυκιά αύρα να τον συντροφεύει.

- Αυτή ίσως και νάτανε η τελευταία δοκιμή. Από σένα εξαρτάται. Σε
   περιμένω στην απέναντι όχθη να σου δώσω τα παρμένα και 
   κάτι ακόμα, κάτι απο μένα.

Το κτήνος με μπέρδεψε και άντε τώρα εγώ να βρώ πέρασμα για την απέναντι όχθη. Θα περιμένω λίγο και θα βουτήξω γιατί δεν αντέχω να περιμένω και να ψάχνω. Εδώ μ΄ούχει πάρει την ζωή μου κι΄εγώ θα ψάχνω περάσματα ! Δεν κατάλαβε καλά, το μούτρο ...... και μου χάλασε και το πρωϊνό........



Keine Kommentare:

Kommentar veröffentlichen