Samstag, 23. April 2011

ΤΟ ΨΩΝΙΟ


Εκεί γύρω στα ΄89 αρχίζουν και καταυθάνουν, στο τότε Δυτικό Βερολίνο, ορδές απο Ανατολικούς και Σλάβους που δεν έχουν στον Ήλιο μοίρα και που λίγο αργότερα θα καλύψουν τις καλύτερες θέσεις νταβατζίδων εμπόρων ναρκωτικών και όλων των συναφών επαγγελμάτων της πόλης. Τον καιρό αυτό όμως βρίσκονται στις αρχές της καριέρας τους και την βγάζουν με ψιλικατζίδικες δουλειές : τσιγάρα και αλκοόλ στη μαύρη αγορά, κάτι μικροληστείες απ΄οδώ κι΄απο κεί και σε ημικεντρικούς χώρους μαζεύονται σε μικρές ομάδες προσπαθώντας να ελκύσουν τους περαστικούς σε τυχερά παιχνίδια με τράπουλες και με τον παπά. Οι ομάδες αυτές κάνανε μπάμ. Οι μουτσούνες, τα ρούχα, οι φωνές και γενικώτερα ο τρόπος τους έδειχναν ανθρώπους απο άλλη κουλτούρα με άλλα ήθη και έθιμα. Περνούσες λοιπόν απο κοντά και άκουγες ξαφνικά " .... θεέ μου πάλι κέρδισα ! Τι τύχη ειναι αυτή ". 
Ποιός δεν θα ρίξει μια ματιά σ΄αυτόν που το αναφωνεί ; Πλησίαζες λοιπόν και έβλεπες τον υποτιθέμενο παίχτη που κέρδισε να μαζεύει κάτι 100ρικα (μιλάμε για Μάρκα έτσι ! Σήμερα 100 Μάρκα έχουν την αξία των 200 €. Με άλλα λόγια ο τυχερός καθαριζε με κάνα 500ικο Ευρώ).  Όλη η δουλειά στημένη. Ο κράχτης, οι υποτιθέμενοι θεατές, και ο ταχυδακτυλουργός. Τα κοροϊδα ; Μάάάτσο σου λέω ! ! !

Είναι λοιπόν ένα πανέμορφο ανοιξιάτικο πρωινό, μ΄εχουν ξυπνήσει τα πουλάκια, έχω την καφεδιά μου δίπλα και την κιθάρα κουρντισμένη στο Σολ και ταξιδεεεεεεεύω.
Η παρά λίγο πεθερά μου, η οποία ερχόταν τότε τακτικά Βερολίνο για να μαζέψει κουλτούρα, εθνικότης γερμανική, μου χτυπάει δειλά-δειλά την πόρτα και μου θυμίζει ότι σε λίγο πρέπει να την κάνουμε γιατί αλλιώς θα μας πιάσει το μεσημέρι, λές και θα χάναμε το πανηγύρι. Νάμαστε λοιπόν σουλάτσα στούς δρόμους και της γειτονιές της Wilmersdorf. Εγώ χαζεύω σε βιβλιοπωλεία και μουσικούς οίκους και η κυρία σε οίκους μόδας, χρυσαφικά και διάφορα τέτοια τζίτζιλι-μπίτζιλι. Εκεί λοιπόν που όλα δείχνουν ότι η μέρα κυλάει όμορφα νάσου και ακούγεται η κραυγή : " Ω Θεέ μου σ΄ευχαριστώ, σ΄ευχαριστώωωωωω !" 
Γυρνάει η γιαγιά και με ρωτάει : "τι έχει αυτός και ευχαριστεί τον Κύριο ;" και πρίν καλά-καλά βρώ χρόνο να της απαντήσω την βλέπω να κατευθύνεται πρός το μέρος της κλίκας που έψαχνε θύματα. 
Την παίρνω απο κοντά την γιαγιά και της εξηγώ ότι αυτά τα παιγνίδια τα παίζανε και παλιά στη πλατεία Ομονοίας, τότε που είχε ακόμη το όμορφο συντριβάνι, κάτι αλάνια και απο αυτό ζούσανε, και ότι μέχρι και στην κουλτούρα μας το έχουμε περάσει αυτό το παιχνίδι (βλ.το λαϊκόν άσμα : εδώ παπάς εκεί παπάς). Η γιαγιά ανένδοτη, ήθελε να δεί και να ευχαριστήσει κι΄αυτή τον Κύριο. Πάει, κοιτάζει, βλέπει, κρίνει και αποφασίζει: 

- Θα παίξω κι΄εγώ αφού βλέπω ξεκάθαρα που είναι το μπαλάκι !  
  (παπάς με μπαλάκι και τρία καλαθάκια και που τελικά το  
  μπαλάκι δεν βρίσκεται σε κανένα απο τα τρία καλαθάκια).
- Γιαγιά όχι γιατί είναι κοροϊδία !
- Μπάααα, μην ανησυχείς ξέρω εγώ !
- Βρέ καλή μου, βρέ χρυσή μου τζάμπα θα στα φάνε !
- Όχι θα παίξω !
- Βρε πάμε να τα φάμε εμείς να τα φχαριστηθούμε !
- Όχι θέλω να παίξω !
- Μωρή τρελέγκο δώστα στα φτωχούλια πιό κάτω που δεν έχουν
  να φορέσουν ένα παπούτσι στο ποδαράκι τους !
- Όχι εγώ θέλω......
- Άντε γαμήσου κι΄εσύ και τα θέλω σου ! Αμάν πιά !!!!

Ανένδοτη η γιαγιά πάει ρωτάει. Πόσο ; Εκκατό της λένε. Δεν έχω λέει εκκατό, έχω πενήντα. Τρία δευτερόλεπτα σιγή και μετά, δήθεν και ότι της κάνουνε χάρη, την αφήνουν να παίξει
Εδώ το μπαλάκι εκεί το μπαλάκι πούν το μπαλάκι ; Πού΄ν το ρημάδι το μπαλάκι, που είναι ; Εξαφανίστηκε ! Γυρνάει η γιαγάκα και με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια και δεν μπορεί να καταλάβει πώς αυτή, με το αητήσιο μάτι, δεν βρήκε το μπαλάκι και έχασε και τα πεννήντα μάρκα.
Νάαααααα μωρή, πάρτα, ηλήθιο πλάσμα ! Δεν σου είπα ότι σε κλέβουνε !

Η γιαγιά όμως έχει, η μάλλον νομίζει ότι έχει, κι΄αλλον  Άσσο στο μανίκι. Με πλησιάζει και με ρωτάει χαμηλόφωνα : " Μήπως έχεις λεφτά μαζί σου ;"
΄Εεεεε δεν άντεξα άλλο. Την αρχίζω στα μπινελίκια  και την αφήνω σύξηλη στη μέση της πλατειούλας.
Γύρισα σπίτι και ξανάπιασα την κιθαρούλα μου, σε Σόλ, και ακόμη να ηρεμήσω.

Γιά κοίτα ρε κάτι ψώνια που υπάρχουν !!

Kommentare:

  1. Στο Μοναστηράκι ένα Σαββατιάτικο πρωινό είδα μια τύπισσα κοντά στα είκοσι να τα "μαζεύει" από τους χαζούς!
    Οι τσιλιαδόροι δίπλα της έκραζαν: Κέρδισα!!!!!!
    Ανάσταση στα βαρεμένα μυαλά!

    Την ευχή μου...και πιάσε ένα σολ να τραγουδήσω παράφωνα...

    AntwortenLöschen
  2. Γιαγιά.. εύχομαι να μην το πήρες προσωπικά έτσι; Δεν είναι όλες οι γιαγιάδες το ίδιο !
    Πάσχα στη ψυχή σου.

    AntwortenLöschen