Freitag, 29. April 2011

ΤΑ ΦΥΣΤΙΚΙΑ



 Ο Τέο είναι φίλος, είναι αδέρφι, και όσοι δεν έχετε αδέρφι να κοιτάξετε να αποκτήσετε γιατί είναι αυτός, πέραν του εαυτού σας, άν τον έχετε βρεί, που ακουμπάτε την ψυχή σας και που μπορείτε να αφήνετε τα δάκρυά σας να κυλούν εν΄αφθονία και ελεύθερα.
Στα χρόνια της εκούσιας εξορίας μου στο Βερολίνο ήταν αυτός που στα όνειρά μου κρατούσε το χέρι μου και την ψυχή μου, καθώς ανεβαίναμε απο το Μοναστηράκι για κέντρο, πάντα μές στα όνειρα, και μ΄ούλεγε να μην ανησυχώ γιατί θα προλάβουμε τα μαγαζιά ανοιχτα και θα πάρουμε τους δίσκους και τα βιβλία που χρειάζομαι. Ο Τέο ήταν αυτός που μές στη σκέψη μου με καλούσε στο μικρό το τραπεζάκι με τον καφέ μας, τον έλληνα Ηλιο να ανατέλει και τα χρώματα της μέρας να χαϊδεύον τις μορφές μας. Ο Τέο ήταν αυτός που ατένιζε και εγώ ήμουν αυτός που έβαζα ερωτήσεις, ατέλειωτες ερωτήσεις και που ησύχαζα μόνο όταν κατάφερνα να τον κάνω να θυμώσει γιατί κι΄ο ίδιος δεν ήξερε πια να απαντήσει.
Ποιός το λέει πως μάτια που δεν βλέπονται ........ ; Εγώ έπαψα να το πιστεύω αυτό, ίσα-ίσα τώρα πιστέυω ότι άν ένας άνθρωπος είναι στη καρδιά σου, ακόμη και στον Άρη να βρίσκεται, θα τον αγαπάς και θα τον σκέφτεσαι. Το ίδιο ισχύει και για την "άλλη" αγάπη (μην κάνω αναφορές και αναλύσεις τώρα !) : Άν τον άνθρωπό σου τον αγαπάς πραγματικά και του έχεις προσφέρει μια θέση μές στην ζωή σου τότε αυτή η θέση είναι για πάντα "πιασμένη" γι΄αυτόν.

Μετά απο δεκατέσερα χρόνια έληξε η εξορία μου και μπόρεσα να ταξιδέψω στη Ελλάδα. 
Είχα να τον δώ δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια !
Η αγκαλιά μας, πιό ζεστή απο παλιά, η ματιά μας δακρυσμένη, το αδερφικό χάδι πιό οικείο. Χρειαστήκαμε κάνα δεκάλεπτο και μετά όλα ήταν όπως παλιά : ο λόγος, η ματιά, το άγγιγμα, τα αστεία. Ακόμη και τα κάτασπρα μαλλιά του γίναν για μένα "τα του Τέο".

Κάθε φορά που βρίσκομαι "κάτω" οι σημαντικότερες στιγμές και εμπειρίες μου είναι και γίνονται με σύντροφο τον Τέο.
Όταν φεύγω πάλι, το τελευταίο βράδυ το περνάμε συνήθως μαζί.

Άρχές Οκτώβρη λοιπόν, την επόμενη φεύγω, και είμαστε στο σπίτι των δικών μου και τα λέμε. Λέμε για κείνο, λέμε για τ΄άλλο, λέμε για χορδές, για όργανα, για κουρντίσματα, για παιξήματα λέμε ..., λέμε..... λέμε κι΄έχει πάει μεσάνυχτα.
Ο Τέο βγάζει απο μιά σακούλα κάτι τσίπουρα, βγάζει κάτι μουσικές, βγάζει κάτι βιβλία και βγάζει και μια πελώρια σακούλα.

- Τι είν΄αυτό ρε Τέο;
- Φυστίκια !
- Μα καλά ρε σύ, φυστίκια θα κουβαλάω;
- Ναι ναί, είναι πολύ νόστιμα, θα τα φχαριστηθείς !
- Τέο έχω πολά πράματα, θα βαραίνει το αγιερόπλανο και θα   
  πέσουμε κάτω !
- Δεν πειράζει, δεν πειράζει... θαααα  φάει ο κόσμος φυστίκια.......


Άμα έχεις τέτοιους φίλους τι τους θέλεις τους εχθρούς !!!

Mittwoch, 27. April 2011

ΜΙΝΟΡΑΚΙΑΣ



Η λέξη  "Μινόρε" είναι μια αυθαίρετα δοσμένη έννοια και χαρακτηρίζει ένα απο τα δύο μουσικά "γένη" που χρησιμοποιούνται σε όλη σχεδόν την γκάμα της δυτικής μουσικής (και όχι μόνο).
Το δεύτερο γένος ονομάζεται "Ματζόρε".
Ο λόγος, γιατί ονομάζονται έτσι και όχι αλλιώς, και το ποιές είναι οι διαφορές τους δεν είναι το θέμα αυτού του post γι΄αυτό και στους ενδιαφερόμενους θα συνιστήσω βιβλία της μουσικής και μουσικολογίας. Τα σχόλια και οι ερωτήσεις είναι φυσικά πάντα ευπρόσδεκτα.  
Θα ήθελα όμως να πώ ότι κοινό χαρακτηριστικό και των δύο αυτών γενών είναι ότι αν ακουσθούν ταυτόχρονα (συγχορδία) τρείς συγκεκριμένες νότες τους τότε η συγχορδία αυτή εκλαμβάνεται απο την ακοή σαν μια ηχητική ισοροπία. Με άλλα λόγια έχουμε δύο ηχητικές ισοροπίες : την του Μινόρε και την του Ματζόρε.

Εεεε, λοιπόν εμένα μου αρέσει, πρός το παρών, η του Μινόρε γι΄αυτό και "ρέπω" πρός αυτήν.


Άλλα παραδείγματα ροπής είναι ο χαπάκιας, ο ματάκιας, ο πρεζάκιας, ο μου..κιας....   για πέστε κι΄άλλες.....


ΥΓ. Φυσικά ο ματζοράκιας και ο ψυχάκιας...



Dienstag, 26. April 2011

ΘΑ ΞΕΡΑΣΩ

Έσκασε μύτη χθές, τουλάχιστον στην γερμανική ειδησεογραφία, ότι η ΄Αλ-Καΐντα και ο Μπίν Λάντεν απείλησαν την Ευρώπη με την ρίψη ατομικής βόμβας.
Και όντως είναι αλήθεια, γιατί τώρα τελευταία τον είδα κι΄εγώ τον κύριο αυτό να σουλατσάρει ανάμεσα σε πυρηνικούς αντιδραστήρες, πάνω στα έρημα βουνά του Αυγανιστάν, και να χαζεύει κάτι θεώρατους διηπειρωτικούς πυραύλους με ένα τσούρμο πυρηνικούς φυσικούς δίπλα του.
Δεν μπορούμε να φανταστούμε τι μυστικά κρύβουνε αυτά τα βουνά. Αφού να σκεφτήτε ότι τις πυρηνικές δοκιμές που έκανε δεν τις πήρε κανένας χαμπάρι. Το Ουράνιο δεν χρειάστηκε να το αγοράσει. Εκεί, δίπλα απο τις φυτείες του Οπίου, έχουνε σκάψει αυτοί οι μάγκες και δύο λάκους που απο μέσα του βγαίνει ουράνιο με την σέσουλα κι΄έτσι έχουν μ΄ένα σμπάρο δυό τριγώνια. 
Από την μία παίρνουν τις δόσεις τους, φτιάχνουν κεφάλι, κι΄απ΄την άλλη έχουν και την δύναμη να μας διαλύσουν αν το θέλουνε. Μην κοιτάτε που δεν έχουν σχολεία, νοσοκομεία, που ο κόσμος παθαίνει. Αυτά τα λένε για νας κοροϊδέψουν. Εγώ προσωπικά, και θα το πώ μόνο σε σάς, ξέρω απο έγκυρες πηγές ότι ο Οσάμα δεν θα ρίξει τις βόμβες με πυραύλους αλλά με μιά πελώρια σφεντόνα που την έχει κάνει μόνος του απο τα βρακολάστιχα της γιαγιάς του η οποία του τ΄άδωσε μόνο μ΄αυτήν την υπόσχεση : με αυτά να καταστρέψει τους άπιστους. 

Κοίτα ρε παιδί μου τι διαολεμένο μυλό αυτός ο άνθρωπος ! Τα κατάφερε και έκανε μ΄αυτά ένα μέσο μαζικής καταστροφής.


Γι΄αυτό παιδιά τα βρακολάστιχα να τα κρατάτε δεν ξέρουμε σε τι καιρούς θα πέσουμε !!!

ΕΧΩ ΝΕΥΡΑ

Αμάν, μπούχτησα πιά !

Βρε τσουλομαλακιασμένο, βρέ ξεβράκωτο κουρέλι, είπαμε να γράφουμε και μαλακίες αλλά εσύ δεν παίζεσαι !

Το στύλ :

" ....... άχ καλέ τι να σας πώ, σήμερα, αφού ήπια τον καφέ μου, κοίταξα τα νύχια μου, έξυσα το μουνί μου και ξαφνικά παρατήρησα ότι δεν φοράω στριγκάκι. Ωχούουου συμφορά μου ! 
Σήμερα λοιπόν πήρα την μεγάλη απόφαση να βγώ στα μαγαζιά και να ψωνίσω. Να πάρω στριγκάκια και παπούτσια γιατί τα παλιά δεν μου αρέσουν.
Λεφτά ; Όχι, δεν δουλευω καλέ σείς, μου δείνει ο Μήτσος κάνα τριαντάρι όταν με πηδάει και του παίρνω και μιά πίπα. Όταν τον ρωτάω γιατί το κάνει αυτό μου λέει καλέ ότι επειδή είμαι πιό φτηνή απ΄τις πουτάνες. Αχ καλέ τι γέλιο που ρίχνω...!
Λοιπόν κορίτσια φόρεσα τα ερωτικά μου, να καυλώσει όλη η Πανεπιστημίου με την Ακαδημίας μαζί και η Ερμού να σωριαστή συνθέμελα, και βγήκα έξω. Έκανα τις βόλτες μου, γεύτηκα τις γεμάτες καύλα ματιές παντός αρσενικού και να μην σας τα πολυλογώ μπήκα σ΄ένα μαγαζί και πήρα τρία στριγκάκια των 2 Ευρώ καλέέέέέ! Καλέ δεν είμαι χαζή να πάρω τ΄ακριβά αφού μόνο εγώ κι΄ο Μήτσος τα βλέπουμε (άντε, που και πού και κάνας άλλος αλλά μην το πείτε αυτό του Μήτσου καλέ).
Εμένα τα στριγκάκια μ΄αρέσει να χάνωνται στις σχισμές μου και ο άλλος να νομίζει ότι δεν φοράω τίποτα γιατί έτσι καλέ κορίτσια είμαι πιό΄ ρωτική, ναί καλέ αλήθεια σας λέω !

Αφού ψωνίστηκα, κανονικά σας λέω, πήγα να πάρω και παπούτσια. Βρέ ξέρετε τι παπούτσια πήρα ;  Που να σας τα λέω . Εμένα μ΄αρέσει και λίγο το αθλητικό γιατί νούς υγιής εν σώματι υγιές (δεν είναι δικό μου αυτό) και πρέπει καλέ κορίτσια να αθλούμαστε, εγώ προσωπικά αθλούμαι στο κρεβάτι με τον Μήτσο. Ααααα τι ήθελα να σας πώ ; Ναί καλέ πήρα αθλητικό που απο κάτω έχει και φωτάκια καλέ για να βλέπεις που πατάς. Υπέεεεροχο. Καλέ όταν αρχίσεις και πηδάς κάνουν και μπίπ-μπίπ και όταν σε πηδάνε αυτα αρχίζουν και περπατάνε μόνα τους καλέεεεεεε ναιαιαιαια σας λέω. Υπέέέέροχα !!!
Σας αφήνω καλε τώρα γιατί έρχεται ο Μήτσος και θέλω να τα δοκιμάσω............"

΄Εέέέέέέέέέλεοοοοοοοοοος αδέρφια !!!!!!!

Montag, 25. April 2011

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Βασικά είμαι ένας ευδιάθετος χαρακτήρας και βλέπω τον κόσμο και τους ανθρώπους γύρω μου με αισιόδοξη ματιά. Έρχονται όμως μερικές στιγμές που με πιάνει μια βαθιά μελαγχολία και μια θάλασσα απο θλίψη αράζει επάνω μου. Τότε κόβω τις κουβέντες, κόβω τις λίγες μου παρέες, κόβω τις μουσικές, κόβω τις βόλτες, ανεξαρτήτου μορφής, κόβω τα βιβλία και έτσι την τελευταία στιγμή ανακαλύπτω ότι αυτό που μου έμεινε και απο το οποίο δεν μπορώ να ξεκόψω, είναι ο εαυτός μου. 
Τι κάνεις τότε ; Τον κοιτάς, σε κοιτάει, του χαμογελάς, σου χαμογελάει, τον διώχνεις και κολλάει επάνω σου και βλέπεις ότι ο κόπος να απαλαγείς απ΄αυτόν είναι μάταιος. 
Σιαμαίος σύντροφος για μιά ζωή. Εσύ σκέφτεσαι και πράτεις αυτός κρίνει, εσύ φωνάζεις αυτός σιωπά, εσύ σιωπάς αυτός φοράει το χαμόγελο της Τζοκόντας και περιγελά την σιωπή σου. Αμίλικτος, που μ΄ ένα αόρατο μαστίγιο σηκώνει κύματα στη θάλασσα της θλίψης. 
Απο τότε που πήρα χαμπάρι τις τέτοιου είδους ατάκες του έψαχνα να βρώ τον λόγο της παρουσίας του, τι του έκανα τέλως πάντων και ήρθε να μου κάνει την ζωή δύσκολη ; Χάθηκε ο κόσμος να πάει να αράξει σε κάναν άλλο, ή να πάει να ζήσει μόνος του ρε παιδί μου ; Χαμένα λόγια.
Στη αρχή εμφανιζόταν αραιά και πού, ίσα-ίσα για να πάρω στα υπ΄όψιν μου την παρουσία του. Ερχόταν εκεί που δεν τον περίμενα : οδηγώντας, περπατώντας, όταν απολαμβανα ένα ηλιοβασίλεμα, όταν χανόμουνα στο βαθύ γαλάζιο τ΄ουρανού, όταν κοιτούσα ένα λουλούδι, μιά γυναίκα, ένα παιδί. Με τον καιρό, πήρε θάρος βλέπεις, έγινε μόνιμος επισκέπτης κι΄εκεί αρχίσαμε να τα χαλάμε, βασικά τα δικά μου χαλάγαμε γιατι αυτός δεν φαινόταν να περνάει και άσχημα. Κόντρες παντού, ήταν κι΄ο καιρός που άρχισε να μιλάει μεσω της σιωπής του που έλεγε πάρα πολλά. Σε κάθε ψιλοκόντρα μας εξαφανιζόταν για λίγο και μετά ερχόταν πάλι κρατώντας στα χέρια του κομμάτια απ΄το παρελθόν μου. Μου τα πέταγε μπρός στα πόδια μου και μ΄άφηνε έπειτα μονάχο. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο : Πάρτα και φτιάχτα, σιγύρισέ τα !

Είσαι μπαμπέσης ρε, τι πάς και μου τα φέρνεις όλα αυτά ! Εδώ είναι οι Θερμοπύλες ! Τι πάς και μου κουβαλάς τα σαμπράγκαλα της θειάς σου, νομίζεις πως φοβάμαι ;
"Δύσκολοι καιροί", έλεγα τότε που να ήξερα όμως ότι τα πιό δύσκολα θα ακολουθούσαν και ότι κάποτε θα δινόταν και η τελική μάχη.

Το γλυκό απόγευμα, με  βαγκνερικά χρώματα και με συνοδεία τις τρίλιες και τα τιτιβίσματα των μικρών μου φίλων, αποχαιρετούσε την ημέρα. Το γλυκό σκοτάδι με τύλιξε και μού΄φερε μορφές απο το παρελθόν να κουβεντιάσω. Εκεί, πάνω στο πάρε-δώσε του λόγου και την γλύκα των αναμνήσεων, τον είδα να ξεπροβάλει και να έρχεται, αποφασισμένος για να πράξει, πρός το μέρος μου. Οι μορφές, απο ντροπή και φόβο, χαθήκανε και μείναμε οι δυό μας. Δεν ήταν ο ίδιος, το έβλεπα ξεκάθαρα. είχε τα χέρια δεμένα στο στήθος και έφερνε βόλτες συνέχεια. Σταματούσε, με κοιτούσε, κουνούσε το κεφάλι απελπισμένα κι΄έπειτα ξανάρχιζε απ΄την αρχή.


- Τι έγινε; του λέω, τι τρέχει ;

Σταμάτησε μπροστά μου και με κοίταξε. Μιά πίκρα κι΄ένα παράπονο ήταν απλωμένα στην μορφή του και η θλίψη έσταζε απ΄τα μάτια του.

- Κουράστηκα. μου είπε. Κουράστηκα πάρα πολύ μ΄εσένα !
- Μ΄έμένα; Κι΄αν εσύ κουράστηκες τι να πώ κι΄εγώ ;
- Ξέρεις, ήρθε η ώρα να αλάξουμε την σχέση μας.
- Και πώς παρακαλώ, και τι θα την κάνουμε ;

Δίχως να μου απαντήσει έγινε άφαντος και μετά απο μια στιγμή βρισκόταν πάλι κοντά μου μα όχι μόνος.
Αργά-αργά άπλωσε τα χέρια του και άφησε να κατέβει απο την αγκαλιά του ένα παιδί. Το άφησε εκεί μπροστα μου κι΄εγινε πάλι άφαντος !
Κοίταξα τον μικρό περίεργος και αναστατωμένος. Τα μάτια του δυό παράπονα, το χαμόγελό του ένα δάκρυ. 

Με πλησίασε αργά σηκώνοντας ολοένα το κεφαλάκι του για να μπορεί να με βλέπει. Ντράπηκα και γονάτισα μπροστά του. Έμεινα έτσι γονατιστός για μια στιγμή και άφησα το βλέμμα μου να ξεκουραστεί επάνω στο δικό του ώσπου τον γνώρισα !

Στιγμές σιωπής. Στιγμές σιωπής που μέσα του βρίσκεις αλήθειες και γνώση.
Έφερα τα χέρια μου στο στήθος μου να κρατήσω την ψυχή μου που ήθελε να φύγει, έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου για να κρατήσω τα δάκρυά μου, διέταξα τον νού μου να με διαγράψει, αναζήτησα τον πόνο, ζήτησα απ΄την άγνοια να μ΄εκδικηθεί, έλιωσε η ύπαρξή μου μπρός στο άγιο πρόσωπο ενός παιδιού. 

Ένιωσα το χέρι του να μ΄ακουμπάει απαλά στον ώμο και μια γλυκειά ζέστη με πλημύρισε. Σήκωσα το άδειο μου βλέμμα και τον είδα. Στεκόταν δίπλα μου ντυμένος σ΄ένα βαθυκόκκινο αστραφτερό χειτώνα. Το γλυκό χαμόγελό του μ΄ούδινε σιγα-σιγά ζωή.


- Τώρα που άνοιξες την πόρτα της ευτυχίας μην σταματήσεις ! μου
  είπε, έκανε μεταβολή και χάθηκε στο δάσος της αλήθειας που
  απλωνότανε μπροστα μου.


Σκέφτομαι μήπως μελαγχολώ επειδή μου λείπει αυτός ! Ποιός ξέρει ;


Samstag, 23. April 2011

ΜΟΝΑΞΙΑ

 Εδώ και δυό 10ετίες έχω αράξει σε μια μικρή πολιτειούλα της Νότιας Γερμανίας. Η ονομασία της, νοηματικά μεταφρασμένη, είναι Δασοκκλησιά (ές) - Waldkirch - και ού αδίκως γιατί πρώτον υπάρχουν, ούτε λίγο ούτε πολύ,  7 (επτά) καθολικές και ευαγγελικές εκκλησίες (μιλάμε για μια περιοχή που έχει γύρω στις 16.000 κατοίκους έτσι !) και δεύτερον η πόλη είναι χτισμένη στις πλαγιές και στη ράγα μιά κοιλάδας που είναι σπαρμένη απο Πεύκα, Έλατα, Οξυές και Λεύκες και που η προέκτασή της μας βγάζει στο κέντρο της άλλωτε Αλσατίας.
Σε δύο απο τίς εκλησσίες αυτές αξιώθηκα να μπώ : μια φορά, με αφορμή την έναρξη του σχολείου για τον γιό μου, σε μια μικρή ευαγγελική που είναι κοντα στο σπίτι μου, και μία ακόμη, στην μεγαλύτερη απο όλες, που είναι καθολική και βρίσκεται λίγο πιό πάνω απ΄το σπίτι μου. Ο λόγος για την επίσκεψη αυτή, ναί αλήθεια δεν τις μπορώ τις εκκλησίες των μαζών (μ΄ούχει μείνει κουσούρη απο την εποχή του Δημοτικού τότε που είχαμε ελεύθερο μόνο την Κυριακή και μας ανάγκαζαν να πηγαίνουμε στη εκκλησία πού σχεδόν πάντα είχε μια μπόχα απο σκόνη, ανθρωπίλα και λιβάνι κακής ποιότητος, να βγάλεις ότι είχες φάει την βδομάδα ολόκληρη δηλαδή, και κάτι παπαπάδες που δεν ξέραν να κάνουν ούτε αααααα ρε παιδάκι μου), ο λόγος λοιπόν, ήταν το ότι με συγκλόνησε ο Ήχος του οργάνου που έβγαινε απο μέσα. Έβρεχε θυμάμαι κι΄εγώ, τρελός όπως πάντα, βγήκα για βόλτα να πάρω λίγο αέρα. Ήτανε ένας απο τους πρώτους μου Χειμώνες εδώ και απολάμβανα κυριολεκτικά την ησυχία, το πράσινο και τον καθαρό αέρα (απ΄το Βερολίνο στίς Δασοκκλησιές μεγάλη διαφορά !). Το όργανο, οι ειδήμονες ας κρατηθούν, είναι αυτές οι ντουντούκες απο μέταλο βαλμένες όλες στην σειρά και κατά μέγεθος που άν παίζουν "γεμάτες" συγχορδίες τρέμουν τα στήθια σου και η καρδιά σου αλάζει θέση. Εν΄πάσει περιπτώση, μπαίνω μέσα και ψάχνω να βρώ τον "παίχτη". Βρε αμάν για αμάν τι πράμα είναι αυτό, που είναι ο άνθρωπος που αγγίζει το Θεό (Νάάάάτος πάλι ο Κύριος. Τελικά έιπαμε : δεν γίνεται να μήν τα βάλουμε αυτά τα πράματα στην ζωή μας αλλά είναι νομίζω σημαντικό το πώς και πού τα βάζουμε. Πάααααλι ξέφυγα). Τίποτα, σιωπή, νέκρα, ούτε παίχτης ούτε παίχτρα και το όργανο να παίζει Γιάννη Μπάχ (πώς λέμε .... Γιάννης Πάριος, εντάξει διαφορετικές κλάσεις αλλά συνηρμικά τουλάχιστον ταιριάζουν).
Άκουσα όλη τον σουϊτα, ναί ρε παιδιά υπάρχουν κι΄ άλλες σουϊτες πέρα απ΄αυτές που ξέρουμε με τα μπάνια, κουζίνες και τα τοιαύτα, και στην πορεία της εξέλιξης τών θεμάτων της άρχισα να μη νοιώθω καλά. 
Το να βιώνεις ένα γεγονός που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν αποτέλεσμα κάποιας πνευματικής λειτουργείας ενός ανθρώπου, και ξαφνικά ο παράγοντας "άνθρωπος" να εξαφανίζεται είναι για μένα σαν να είσαι ερωτευμένος για καιρό και όταν έρθει η στιγμή για εκείνα τα...  "αλλιώτικα τα πασαλιμανιώτικα"  βγάζοντας τα ρούχα του άλλου να παρατηρείς ότι αυτός ο άλλος αποτελείται απο μέταλλο και δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ρομπότ. Πές μου λοιπόν, εσύ θα συνέχιζες ...... (εκτός βέβαια αν είσαι τρελαμένος/η με τα ηλεκτρονικά). Χα χα χα τι ωραία !

 Δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι, η μουσική που άκουγα δεν παιζόταν απο ανθρώπινα χέρια αλλά απο έναν μικρό υπολογιστή που ήταν συνδεδεμένος με τα πλήκτρα του οργάνου.
Τι τα θές.. άφησα την εκκλησία με έντονο το υπαρξιακό μου πρόβλημα και με καρδιά ραγισμένη.

Από τότε δεν ξαναπάτησα σε εκκλησία. Εκκλησιάζομαι μόνος μου, προσεύχομαι στο σπίτι μου, παίζω ζωντανή μουσική και τα δάκρυα απ΄τα μάτια μου είναι αληθινά.


  
Αυτό είναι ένα "μικρό" όργανο.



ΤΟ ΨΩΝΙΟ


Εκεί γύρω στα ΄89 αρχίζουν και καταυθάνουν, στο τότε Δυτικό Βερολίνο, ορδές απο Ανατολικούς και Σλάβους που δεν έχουν στον Ήλιο μοίρα και που λίγο αργότερα θα καλύψουν τις καλύτερες θέσεις νταβατζίδων εμπόρων ναρκωτικών και όλων των συναφών επαγγελμάτων της πόλης. Τον καιρό αυτό όμως βρίσκονται στις αρχές της καριέρας τους και την βγάζουν με ψιλικατζίδικες δουλειές : τσιγάρα και αλκοόλ στη μαύρη αγορά, κάτι μικροληστείες απ΄οδώ κι΄απο κεί και σε ημικεντρικούς χώρους μαζεύονται σε μικρές ομάδες προσπαθώντας να ελκύσουν τους περαστικούς σε τυχερά παιχνίδια με τράπουλες και με τον παπά. Οι ομάδες αυτές κάνανε μπάμ. Οι μουτσούνες, τα ρούχα, οι φωνές και γενικώτερα ο τρόπος τους έδειχναν ανθρώπους απο άλλη κουλτούρα με άλλα ήθη και έθιμα. Περνούσες λοιπόν απο κοντά και άκουγες ξαφνικά " .... θεέ μου πάλι κέρδισα ! Τι τύχη ειναι αυτή ". 
Ποιός δεν θα ρίξει μια ματιά σ΄αυτόν που το αναφωνεί ; Πλησίαζες λοιπόν και έβλεπες τον υποτιθέμενο παίχτη που κέρδισε να μαζεύει κάτι 100ρικα (μιλάμε για Μάρκα έτσι ! Σήμερα 100 Μάρκα έχουν την αξία των 200 €. Με άλλα λόγια ο τυχερός καθαριζε με κάνα 500ικο Ευρώ).  Όλη η δουλειά στημένη. Ο κράχτης, οι υποτιθέμενοι θεατές, και ο ταχυδακτυλουργός. Τα κοροϊδα ; Μάάάτσο σου λέω ! ! !

Είναι λοιπόν ένα πανέμορφο ανοιξιάτικο πρωινό, μ΄εχουν ξυπνήσει τα πουλάκια, έχω την καφεδιά μου δίπλα και την κιθάρα κουρντισμένη στο Σολ και ταξιδεεεεεεεύω.
Η παρά λίγο πεθερά μου, η οποία ερχόταν τότε τακτικά Βερολίνο για να μαζέψει κουλτούρα, εθνικότης γερμανική, μου χτυπάει δειλά-δειλά την πόρτα και μου θυμίζει ότι σε λίγο πρέπει να την κάνουμε γιατί αλλιώς θα μας πιάσει το μεσημέρι, λές και θα χάναμε το πανηγύρι. Νάμαστε λοιπόν σουλάτσα στούς δρόμους και της γειτονιές της Wilmersdorf. Εγώ χαζεύω σε βιβλιοπωλεία και μουσικούς οίκους και η κυρία σε οίκους μόδας, χρυσαφικά και διάφορα τέτοια τζίτζιλι-μπίτζιλι. Εκεί λοιπόν που όλα δείχνουν ότι η μέρα κυλάει όμορφα νάσου και ακούγεται η κραυγή : " Ω Θεέ μου σ΄ευχαριστώ, σ΄ευχαριστώωωωωω !" 
Γυρνάει η γιαγιά και με ρωτάει : "τι έχει αυτός και ευχαριστεί τον Κύριο ;" και πρίν καλά-καλά βρώ χρόνο να της απαντήσω την βλέπω να κατευθύνεται πρός το μέρος της κλίκας που έψαχνε θύματα. 
Την παίρνω απο κοντά την γιαγιά και της εξηγώ ότι αυτά τα παιγνίδια τα παίζανε και παλιά στη πλατεία Ομονοίας, τότε που είχε ακόμη το όμορφο συντριβάνι, κάτι αλάνια και απο αυτό ζούσανε, και ότι μέχρι και στην κουλτούρα μας το έχουμε περάσει αυτό το παιχνίδι (βλ.το λαϊκόν άσμα : εδώ παπάς εκεί παπάς). Η γιαγιά ανένδοτη, ήθελε να δεί και να ευχαριστήσει κι΄αυτή τον Κύριο. Πάει, κοιτάζει, βλέπει, κρίνει και αποφασίζει: 

- Θα παίξω κι΄εγώ αφού βλέπω ξεκάθαρα που είναι το μπαλάκι !  
  (παπάς με μπαλάκι και τρία καλαθάκια και που τελικά το  
  μπαλάκι δεν βρίσκεται σε κανένα απο τα τρία καλαθάκια).
- Γιαγιά όχι γιατί είναι κοροϊδία !
- Μπάααα, μην ανησυχείς ξέρω εγώ !
- Βρέ καλή μου, βρέ χρυσή μου τζάμπα θα στα φάνε !
- Όχι θα παίξω !
- Βρε πάμε να τα φάμε εμείς να τα φχαριστηθούμε !
- Όχι θέλω να παίξω !
- Μωρή τρελέγκο δώστα στα φτωχούλια πιό κάτω που δεν έχουν
  να φορέσουν ένα παπούτσι στο ποδαράκι τους !
- Όχι εγώ θέλω......
- Άντε γαμήσου κι΄εσύ και τα θέλω σου ! Αμάν πιά !!!!

Ανένδοτη η γιαγιά πάει ρωτάει. Πόσο ; Εκκατό της λένε. Δεν έχω λέει εκκατό, έχω πενήντα. Τρία δευτερόλεπτα σιγή και μετά, δήθεν και ότι της κάνουνε χάρη, την αφήνουν να παίξει
Εδώ το μπαλάκι εκεί το μπαλάκι πούν το μπαλάκι ; Πού΄ν το ρημάδι το μπαλάκι, που είναι ; Εξαφανίστηκε ! Γυρνάει η γιαγάκα και με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια και δεν μπορεί να καταλάβει πώς αυτή, με το αητήσιο μάτι, δεν βρήκε το μπαλάκι και έχασε και τα πεννήντα μάρκα.
Νάαααααα μωρή, πάρτα, ηλήθιο πλάσμα ! Δεν σου είπα ότι σε κλέβουνε !

Η γιαγιά όμως έχει, η μάλλον νομίζει ότι έχει, κι΄αλλον  Άσσο στο μανίκι. Με πλησιάζει και με ρωτάει χαμηλόφωνα : " Μήπως έχεις λεφτά μαζί σου ;"
΄Εεεεε δεν άντεξα άλλο. Την αρχίζω στα μπινελίκια  και την αφήνω σύξηλη στη μέση της πλατειούλας.
Γύρισα σπίτι και ξανάπιασα την κιθαρούλα μου, σε Σόλ, και ακόμη να ηρεμήσω.

Γιά κοίτα ρε κάτι ψώνια που υπάρχουν !!

Freitag, 22. April 2011

Η ΑΧΝΑΔΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ



  "......με τύλιξε η αχνάδα της αγάπης και σαν θείο χέρι με τράβηξε απο τα σκοτάδια της μέχρι τώρα ζωής μου. Μιάς ζωής που νόμιζα πως κατέχω και πως ο μόνος κύριος της είμαι εγώ. Μιάς ζωής που στο πάλκο της έζησα τις δήθεν επιθυμίες μου, χόρεψα σαν τρελός τους χορούς των άλλων, γέλασα και αδιαφόρησα για τον πόνο των άλλων, υπήρξα μικροπρεπής και επιπόλαιος, έκλεψα ψυχές και νόμιζα πως τις έκανα δικές μου.
Στάζει ακόμη η αμαρτία απ΄τις κορυφές των άκρων μου, η καρδιά μου δακρύζει και η ψυχή μου ζητάει να κρυφτεί  βλέποντας το κακό, άβουλο και μίζερο παρελθόν μου.

Στερήθηκα την όψη του χαρούμενου παιδιού, της κόρης που αγαπάει, του ανθρώπου που την καλωσήνη του την κρατά κρυφή, της μάννας που γλυκομιλάει στο παιδί και η μέχρι τώρα ζωή μου σαν μια μαύρη λίμνη μου φαίνεται που στον βούρκο του βυθού της με κρατούσε αιχμάλωτο.

Με τύλιξε η αχνάδα της αγάπης, ένα θεόρατο βουνό με πλαγιές, ποτάμια και χαράδρες πανέμορφες. Με Νεραϊδες και Θεές στα απόκρυφα μέρη του, που σαν τις συναντήσεις σου χαϊδεύουν την ψυχή, σου δείνουν δώρα και σου δείχνουν τον δρόμο, τον δρόμο που θα σε βγάλει στο επόμενο ξέφωτο της ψυχής σου. Από εκεί θα βλέπεις αποσπάσματα της παλιάς σου ζωής, απο εκεί θα χαίρεσαι στη θέα της καινούργιας, αυτής που πρέπει ν΄αποκτήσεις. Όσο πιό ψηλά ανεβαίνεις τόσο πιο όμορφη γίνεται η θέα, τόσο πιο πολύπλοκοι γίνονται οι συνδιασμοί των χρωμάτων και των τοπίων, τόσο πιο σπάνια φύση συναντάς, τόσο πιο πολύ γνώση αποκτάς, τόσο πιο πολύ γίνεσαι εσύ ο ίδιος Θεός !

Ένα κάλεσμα θανάσιμο, ένας γολγοθάς σπαρμένος με πέτρες κι΄αγκαθια, με μονοπάτια απόκρυμνα που θα διαβείς με κίνδυνο της ζωής σου. Ένα κάλεσμα θανάσιμο μα και πρωτόγνωρα όμορφο που χαρίζει ελευθερία στον νού και στην καρδιά."


Καλή Ανάσταση Ψυχής αδέρφια !