Montag, 14. März 2011

ΚΑΤΙ ΣΑΝ.... ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Την Αννούλα σας την σύστησα τις προάλλες νομίζω έτσι ; Ναί.....ναί ... ναί...... είναι αυτή που χάθηκε και που όταν την ξαναβρήκαμε άρχισε να μας μπερδεύει.....
Λοιπον, για να μην νομίζετε ότι θέλετε ξεκαθαρίζω : Ο πρώτος άνθρωπος που την πήρε στη αγκαλιά του ήμουν εγώ. Η μάνα της όταν την γέννησε, απο την κούραση, την ταλαιπωρία και τους φοβερούς πόνους του τοκετού  λυποθήμησε. Η μαμή, μιάς και στεκόμουν δίπλα,  χωρίς κάν να με κοιτάξει μου "πάσαρε" το νεογέννητο στη αγκαλιά και μου είπε πώς πρέπει να κοιτάξει την μάνα και να φωνάξει τον γιατρό.  Έτσι λοιπόν βρέθηκα με την μικρή στην αγκαλιά. 
Ο πατέρας της την στιγμή εκείνη ήταν ο ίδιος στο χειρουργείο όχι για να χειρουργηθή αλλά για να χειρουργήσει.Είχαν περάσει λοιπόν γύρω στις πέντε ώρες και ο κύριος ούτε φωνή ουτε ακρόαση.
Έμ, δεν μπορούσε κι΄όλας. Γίνεται να αφήσεις τον άλλον με μιά τρύπα στο κρανίο και να του πείς : περίμενε λιγάκι πάω να δώ την κόρη μου που μόλις γεννήθηκε κι΄έρχομαι να κλείσουμε την τρύπα! Θα σε κλείσουν μέσα, και καλά θα σου κάνουν, θα σου πάρουν το δίπλωμα, κι΄εδώ καλά θα σου κάνουν, κι΄αν είσαι ντίπ για ντίπ καντέμης και έχει επιζήση ο "πρώην" ασθενής σου έ τότε σίγουρα θα σε....... (και καλά θα σου κάνει) !
Λοιπόν γι΄αυτό το λόγο βρισκόμουν εγώ εκεί, γιατί είπαμε οι φίλοι είναι πάντα κοντά σου όταν πρέπει, και στις χαρές και στα δάκρυα αλλιώς δεν λέγονται φίλοι έτσι ! 

Το περασμένο Σαββάτο βράδυ λοιπόν, ότι είχα φτιάξει τα μεζεδάκια μου, είχα ανάψει τα κεριά μου δίνοντας ένα γλυκό φώς στο χώρο και την ψυχή μου, είχα πάρει τον Θόδωρα τον Ντοστογιέφσκι κι΄ έτοιμαζόμουν να χαρώ κι΄ένα ρακί απο ένα φίλο μου απο την Κρήτη, χτυπάει το θηροτηλέφωνο και νάσου την.

Τι χαρά να μπαίνει ένας φίλος στο σπίτι ! Το στολίζει, του δίνει φώς ! Είναι σαν να μπαίνει ένα κομμάτι απο τον εαυτό σου που το έχεις αφημένο πάνω στην ψυχή του και σουλατσάρει μαζί του στον "έξω" κόσμο. Κι΄όταν πάλι έρχεται σου το φέρνει αλλαγμένο και φορτωμένο με καινούργιες εμπειρίες, ιδέες και καινούργια συναισθήματα.

 - Γειά σου Σουρτούκη μου - όταν ήταν μικρούλα με φώναζε  
   Τούκη,  πιό ωραίο ήταν αλλά τέλως πάντων -. Αάάά βλέπω σε
    πετυχαίνω  πάνω στα ωραία, μαζί σου λοιπόν!
  
Η Νούλα κόβει με μία την όλη κατάσταση και πάει καρφί στην κουζίνα (το σπίτι μου είναι σπίτι και των φίλων μου το έχω πεί και το έχω δηλώσει) παίρνει ένα ποτήρι του κρασιού και ένα πηρούνι μεγάλο κι΄έρχεται και κάθεται δίπλα μου, μ΄αγκαλιάζει μου δίνει ένα σβουρηχτό φιλί στο μάγουλο, αυτοσερβίρεται μ΄ένα διπλό τσίπουρο, το σηκώνει πρός πρόποση και μου λέει :

- Σουρτούκη απ΄ότι βλέπω αναστήθηκες ! Στην υγειά σου λοιπόν !

 - Γιατί ρε Νούλα, πότε πέθανα και δεν το πήρα χαμπάρι !
- Σε είδα στον ύπνο μου, εεεε ... δηλαδή δεν σε είδα ακριβώς αλλά  
  ήξερα ότι ήσουν εκεί.
- Νουλίτσα για κάν΄τα μου φραγκοδίφραγκα, γιατί δεν τα πιάνω.


- Σουρτούκη άκου να πάθεις. Ήμουνα λέει καταμεσίς ενός ξεχασμένου και παρατημένου νεκροταφείου που ήταν στολισμένο με άγνωστα και πανέμορφα λουλούδια. Ήταν ένα πάρα πολύ γλυκό, ζεστό, και γεμάτο με χρώματα και ευωδίες απόγευμα που γαλήνευε την ψυχή και σου έδινε την εντύπωση ότι αυτή την στιγμή η φύση σ΄αγκαλιάζει.
Το σβύσιμο της μέρας είχε αρχίσει να δίνει μορφή σε σκιές που σάν σε ιεροτελεστία, σιωπηλά κι΄αργά, περπατούσαν γύρω μου χωρίς όμως να μου δημιουργούν φόβο αλλά ένα συναίσθημα οικιότητας και σιγουριάς. Ξαφνικά κάποια απο τις σκιές ξεχώρισε και ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, άπλωσε το χέρι της καλώντας το δικό μου και ενώ το άπλωσα, νομίζωντας πως θέλει να με οδηγήσει κάπου, αυτή άνοιξε το δικό της και άφησε να πέσει στην παλάμη μου ένα μικρό λαμπερό αστέρι. Ένα γλυκό και δροσερό φώς με έλουσε εκείνη την στιγμή ήθελα να την ευχαριστήσω για το δώρο της αλλά αυτή με πρόλαβε και μου είπε " Σου το στέλνει αυτός "
Ποιός αυτός ; Την ρώτησα εγώ, αν και κατά βάθος γνώριζα ότι μόνο ένας άνθρωπος είναι σε θέση να μοιράζει παρόμοιες χαρές. 
Αυτή με κοίταξε πιό βαθιά στα μάτια και συνέχισε.

" Αυτός που κλαίει για τους άλλους. Τώρα πιά είναι κοντά μας"
- Σουρτούκη αν θες πίστεψέ το αν θές όχι εγώ πάντως εκείνη την στιγμή ένιωσα να μου κόβεται η ανάσα, να πνίγομαι και νόμιζα πως η καρδιά μου σταμάτησε γιατί ήμουν σίγουρη ότι  μιλούσε για σένα.
- Νουλίτσα να σου πώ την αλήθει δεν σκοπεύω να αποδημίσω γιατί έχω να κάνω κάτι δουλιές ακόμα.
- Ναι Σουρτούκη μου το ξέρω και ήθελα να σου πώ ακόμα .... άάάάάά..... Σουρτούκη το τσίπουρό σου ανασταίνει Αγίους,  γειά μας λοιπόν καιαιαιαιαι  κοιτα εδώ, για να συνέλθω απ΄την τρομάρα μου και να σε συνηθήσω πάλι στη ζωή έχω εδώ δύο εισιτήρια για την Γκουανταλαχάρα. Την Κυριακή πετάμε ! Γειά μας Σουρτούκη μου, γειά μας !

Επίλογος : Για να μη κρύβομαι πίσω απ΄το δαχτυλάκι μου θ΄άθελα να σας πώ αυτό που πιστεύω. Νομίζω ότι στο παρθενικό αγγάλιασμα μου μ΄αυτό το πλάσμα πέρασα μέσα του κάτι απ΄τον δικό μου χαρακτήρα, κάτι απ΄ τίς δικές μου επιθυμίες, κάτι απο τα δικά μου όνειρα γιατί αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω το ότι η Άννα λέει πολλές φορές αυτά που εγώ θα ήθελα να πώ, σκέφτεται αυτά που σκέφτομαι κι΄εγώ και κάνει αυτά που θ΄άθελα να κάνω εγώ. Παράξενος πού είναι ο κόσμος !
Άντε στην υγειά σας αδέρφια !

Kommentare:

  1. Όμορφη ιστορία! Να τη χαίρεσαι την κοπελιά!

    AntwortenLöschen
  2. Σ΄ευχαριστώ Μαρία αλλά μην νομίζεις πως είναι εύκολα με ένα τέτοιο "πνέυμα" δίπλα σου. Όλο επαναστάσεις, μπερδέματα, τσιγκλίσματα, αγιοσύνες (apropo Πάσχα) και δάκρυα χαράς και λύπης !

    AntwortenLöschen