Montag, 14. Februar 2011

ΜΙΑ ΛΙΜΝΟΥΛΑ ΑΠΟ ΔΑΚΡΥΑ



Άνοιξε την πόρτα με έναν τέτοιο αέρα που αισθάνθηκα λίγο παράξενα και για μια στιγμή νόμισα πώς ήμουν εγώ ο επισκέπτης και όχι αυτή. Με πολύ αργές κινήσεις και χωρίς κάν να μου ρίξει μια ματιά και να με χαιρετίσει έκανε μεταβολή, έκλεισε την πόρτα πίσω της και κρατώντας το πόμωλο με το δεξί της χέρι  ακούμπησε το αριστερό της πάνω στη πόρτα σαν να ήθελε να στηριχθή πάνω της.
Έμεινε για μια στιγμή σ΄αυτή τη στάση και μετά σέρνωντας το χέρι της πάνω στη πόρτα το κατέβασε και σχεδό ταυτόχρονα, πάντα με αργές, κουρασμένες κινήσεις,  στράφηκε πρός το μέρος μου και με το κεφάλι σκυφτό άρχισε να βολτάρει μροστά μου.Ήταν ξυπόλυτη και φορούσε μια παλιά μονόχρωμη φόρμα γυμναστικής και μία μπέζ μπλούζα. Παρ΄όλη την νωχελικότητα των κινήσεών της έδεινε την εντύπωση ενός αγριμιού που ψάχνει έντονα τρόπο να αποδράσει απο το κλουβί του. Ένα κλουβί που τις πιό πολλές φορές το φτιάχνουμε οι ίδιοι και μετά ψάχνουμε να βρούμε τον φταίχτη.
Σε κάποια στιγμή σταμάτησε να βολτάρει, έβγαλε έναν αναστεναγμό, σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος της και κατευθύνθηκε πρός το μεγάλο παράθυρο. Στηρίχτηκε με τον ώμο της στη άκρη και άφησε το βλέμμα της να χαθεί στο γαλάζιο του ουρανού.
Μιά μέρα λαμπρή, με χρώματα και άπλετο φώς για τις καρδιές των ανθρώπων.
Μιά φωνή  βραχνή, σέρτικη, βαθιά αλλά πολύ ζεστή.

 "Δεν φοράω άλλο παπούτσια. Είναι.... είναι τα μικρά παιδιά που αναγκάστηκα να τους κόψω τα πόδια για να μην πεθάνουν. Είναι αυτα τα παιδιά που το βλέμμα τους είναι ένα μεγάλο παράπονο για όλο τον κόσμο. Είναι τα παιδιά που σέρνονται σαν τα ζώα στο βρώμικο χώμα και στις λάσπες για να προλάβουνε να πάρουνε κάτι ψίχουλα που τους στέλνουν οι ίδιοι οι δήμιοί τους.
Τα χέρια μου και τα δάχτυλα έπαψα πιά να τα στολίζω γιατί η ψυχή μου βλέπει μικρά χέρια πεταμένα σε γκουβάδες. Χέρια παιδιών  που δεν θα αγκαλιάσουν πια την μάνα, χέρια που δεν θα αγγίξουν πιά το χέρι του πατέρα, χέρια που δεν θα ακουμπίσουν  το μάγουλο του αγαπημένου.
Όλα τα λεφτά μου και την περιουσία μου, κι΄εσύ ξέρεις πολύ καλά πόσα ήταν αυτά, τα έκανα φάρμακα, ρούχα και τρόφιμα και σήμερα έσπασα τον καθρέφτη μου για να μην αντικρίζω πιά αυτά τα μάτια που είδαν τόσο πόνο, αυτά τα μάτια που με ρωτάνε ποιό δικαίωμα έχω εγώ να κοιτάζω. 
Γι΄αυτά τα μάτια όμως, γι΄αυτά τα μάτια ψάχνω να βρώ έναν άνθρωπο ν΄ακουμπήσω την ψυχή μου, έναν άνθρωπο να κλάψω κοντά του, χωρίς ντροπή, χωρίς απαιτήσεις. Να τα αφήσω επι τέλους να χύσουν το δάκρυ που με πνίγει εδώ και χρόνια."

 Σηκώθηκα αργά αργά, να μην ραγίσω την σιωπή, και περπατώντας αργά βρέθηκα απέναντί της.
Της άπλωσα το χέρι μου και το άφησα εκεί μετέωρο. Αυτή έφερε τον δείκτη του αριστερού της χεριού στην μέση της παλάμης μου και με κάποια ελφριά πίεση μου το κατέβασε στη αρχική του θέση, Χωρίς να το τραβήξει πίσω και χωρίς να με κοιτάξει σήκωσε το δεξί της χέρι το έφερε πίσω από τον σβέρκο μου και έπεσε στη αγκαλιά μου.
Χείμαρος ξεχείλισαν τα πελώρια της δάκρυα. Τα δάκρυα αυτά που μαζεύτηκαν τόσα χρόνια μές στα πρωτόγονα χειρουργεία της Αφρικής και της Νότιας Αμερικής. Τα δάκρυα αυτά που δεν βγήκαν μπρός στα παιδιά για να μην τους δώσουν περισσότερο πόνο. Τα δάκρυα αυτά που γίναν μια θηλιά στη ψυχή αυτού του ανθρώπου.
Τα δικά μου δάκρυα της άγγιξαν τα μαλιά σαν ένα μικρό απαλό χάδι παρηγοριάς.
Χαλάρωσε το αγγάλιασμα και γονάτισε μπροστά μου. Γονατιστοί κι΄οι δύο, τα κεφάλια μας ακουμπισμένα το ένα πλάϊ στο άλλο και μιά μικρή λίμνη απο δάκρυα που μας χώριζε η μάλλον που μας ένωνε. 


Keine Kommentare:

Kommentar veröffentlichen