Sonntag, 27. Februar 2011

ΤΟ ΚΟΤΕΤΣΙ


Από μικρή αγάπησε τον χώρο των ήχων, τον χώρο της μελωδίας, του ρυθμού και των παύσεων. Κάθε νότα έγινε στη ζωή της μια μικρή πετρούλα που έπεφτε στην λίμνη της ψυχής της και σήκωνε μικρά η μεγάλα, απαλά η ορμητικά κύμματα. 
Τα κύμματα αυτά την έκαναν να ταξιδεύει σε παραμυθένιους κόσμους με νεραϊδες, μάγους, με γελαστούς ανθρώπους, με φώς που χάριζε ζωή αλλά και που είχαν και κακοτοπιές .
Κάποια μέρα η δασκάλα στο σχολείο ζήτησε απο τα παιδιά να ζωγραφίσουν μιά χωριάτικη αυλή με κότες. Τι το πιό απλό !
Το κάθε παιδάκι έφτιαξε τον δικό του "κοτόκοσμο". Άλλο με χρώματα πολλά, άλλο με λιγότερα, άλλο με πολλές κότες, άλλο με λίγες, άλλο με κοτέτσι άλλο χωρίς και μερικά έβαλαν και έναν κόκορα στο παιχνίδι !
Αυτή* το μόνο που  ζωγράφισε ήταν απλά ....  ένα συρμάτινο πλέγμα !


Montag, 21. Februar 2011

ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Το μπουκάλι το τσίπουρο άδεισε σχεδόν. Τα μεζεδάκια, σαρδέλλες, σκληρό κασέρι Ολλανδίας, μελιτζάνες και πιπεριές τουρσί, απλώμένα στο τραπέζι, σιγόντο στα χρώματα που του βγάζει το μυαλό του. Έτσι είναι !  Απο κάποιο σημείο και μετά δεν ορίζουμε  τις σκέψεις μας και αυτές βρίσκουν την ευκαιρία και μας πηγαίνουν ταξίδια, μας κάνουν παιχνίδια, μας οδηγούν σε πρόσωπα αγαπημένα, σε βιώματα λαμπερά και σε βιώματα που γονάτισαν την ψυχή μας. Τότε είναι που έρχεται αυτός ο κόμπος στο λαιμό που τον γνωρίζουμε απο παιδιά. Ο κόμπος αυτός που είναι δεμένος με το πρώτο πικρό παράπονο και μένει στη ανάμνησή μας για πάντα.

Στο τραπέζι δυό ποτήρια, ένα άδειο και το δικό του.
Το βλέμμα θολό κι ανήσυχο, περνάει με σειρά πάνω απο τα απλωμένα αιδέσματα, ξαναγυρνάει πίσω  και καταλήγει στο άδειο ποτήρι. Εκεί σταματάει και ρωτάει βουβά το παρελθόν.
Μουσικές, βλέμματα, χαμόγελα, αγάπες, κι΄ένας φίλος, γιατί οι φίλοι είναι πάντα κοντά σου τις στιγμές που πρέπει, βγαίνουν απ΄το ποτήρι σαν μικρές πυγολαμπίδες και φωτίζουν το δωμάτιο που έχει γίνει τόπος προσευχής.
Ανοίγουν οι κρούνοι των δακρύων, ποτίζονται τα μάγουλα απο το άγιασμα του πόνου, στα μάτια πέφτει ένα υγρό πέπλο. 
Το τίμημα της μνήμης !

Το μπουκάλι άδειασε. Η σκέψη τρεκλίζει και ψάχνει νήμα ν΄ακουμπήσει, νήμα για να φτιάξει άλλα πρόσωπα, εικόνες, ειρμούς, γνώση και απόγνωση.


Ο χρόνος, παθητικός, αδιάφορος και άπραγος, χαζεύει. 

  

Samstag, 19. Februar 2011

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Βρέθηκα λοιπόν τις προάλλες σε σπίτι φίλων για φαγητό και κουβεντούλα. Ένα υπέροχο ζευγάρι ανθρώπων που έχουν και μιά κόρη, την Άννα. Η Άννα λοιπόν, αφού σπούδασε, πήρε και κάτι διδακτορικά, έπιασε δουλειά στο πανεπιστήμιο και όπως ήταν και προκομένο κορίτσι πήγαινε καρφί για προφέσορ. 
Μετά απο κάτι μήνες λοιπόν οργανώθηκε μιά ερευνητική αποστολή απο τον κλάδο της, για την Νότια Αμερική, στη οποία και πήρε μέρος. Το πολύ παράξενο όμως είναι οτι, μια βδομάδα μετά την αφοιξή τους η Άννα εξαφανίστηκε. Χαμός στο ίσωμα ! Άντε τώρα εσύ να βρείς την Άννα όταν στα απέραντα αυτά δάση της ζούγκλας δεν βλέπεις την μύτη σου ; 
Πάνω που η ελπίδα είχε αρχίσει να ραγίζει λοιπόν, νάσου και η Άννα καμαρωτή - καμαρωτή, μαυρισμένη απ΄τον ήλιο μ΄ένα χαμόγελο μέχρι τ΄αυτιά και μ΄έναν αέρα του στύλ : "παιδία, εντάξει, δεν έγινε τίποτα, πάμε παρακάτω !"
Απο εκείνη την ημέρα λοιπόν εγώ παρατήρησα ότι, η Άννα μας άλλαξε. Μέσα της έγινε μια μεταμόρφωση χαρακτήρα. Το έδειχνε και το έλεγε αυτό η ματιά της, το περπάτημά της, οι κινήσεις της και πιό πολύ οι κουβέντες της.  Σταμάτησε να βγαίνει με παρέες σε μπάρ και ταβέρνες, δεν ήθελε πολούς ανθρώπους γύρω της, και άρχισε να ασχολήται και να παίζει με πάθος τσαράνγκο.
  Αφού τελειώσαμε λοιπόν το φαγητό εγώ κι΄ο φίλος μαζέψαμε τα πιάτα, καθαρήσαμε το τραπέζι και πήγαμε στην κουζίνα, αυτός για να τα πλένει, κι΄εγώ για να ετοιμάσω το απαραίτητο καφεδάκι.
Στο τραπέζι ήταν καθισμένες οι δύο γυναίκες. Η Άννα με απλωμένα τα πόδια προς τα εμπρός και έχωντας φέρει το χέρι της πίσω απο την πλάτη της καρέκλας έδειχνε να απολαμβάνει αυτή τη γλυκειά κούραση μετά το γεύμα. Η μάνα της όμως είχε τα χέρια επάνω στο τραπέζι και ..... δεν ήξερε που να τα βάλει. Τελικά πήρε μια ανάσα και ακούστηκε ο εξής διάλογος :

- ..... άχ  βρέ πουλάκι μου τι θα γίνει με σένα, πότε θα φτιάξεις τη ζωή σου ;
- Γιατί ρε μάνα, χαλασμένη είναι η ζωή μου ;
- Όχι ματάκια μου γλυκά, αλλά να.... λέω,  πότε θα βρείς έναν άνθρωπο στη ζωή σου να ταιριάξεις ; Τόσα παληκάρια σε περιτριγυρίζουν κι΄εσύ δεν σηκώνεις τα μάτια να κοιτάξεις κανένα.
- Αυτό ακριβώς είναι μάνα ! Άνθρωποι που σε περιτριγυρίζουν κάτι θέλουν απο σένα, είναι σαν τους λύκους ! Κι΄αν δεν σηκώνω την ματιά μου είναι γιατί τα βλέπω όλα  με τα μάτια της ψυχής, και αυτά που βλέπω με φοβίζουν. Η αγάπη μάνα, γιατί κατάλαβα εκεί το πάς, δεν θέλει θέλω, θέλει πάρε ! Σε οποιαδήποτε αγάπη δεν χωράει το μέτρημα ! Για να αγαπήσεις πρέπει ν΄άσαι ελεύθερος μάνα !
- Ναι καρδούλα μου, ναί ψυχή μου, αλλά κι΄εμείς γερνάμε και θα μας έδινες μια μεγάλη χαρά  αν ...
- Δηλαδή ρε μάνα να σας δώσω εσάς χαρά και εγώ να πάρω τα υπόλοιπα ;
- Υπόλοιπα ; Ποιά υπόλοιπα παιδί μου, άχ τι λόγια είναι αυτα άγγελέ μου ; Δέν είναι καλό στη ζωή να περπατάς μόνος σου ψυχή μου, χρειάζεσαι ένα σύντροφο !
- Αυτόν μάνα, άν είναι να τον βρώ στο μονοπάτι της ζωής που διαβαίνω, όταν θα σηκώσω την ματιά μου για να την ξεκουράσω, θα τον δώ να περπατάει στο πλάϊ μου. Πάτα τώρα το κουμπί για να ακούσω το τραγούδι μου.


Εγώ πάντως μαγεύτηκα απο τα λόγια αυτά της Αννούλας και φυσικά κι΄απ΄το τραγούδι της τόσο ώστε να μείνω για αρκετά δευτερόλεπτα ακίνητος, να μου χυθή ο καφές και ν΄ άχω τον φίλο μου δίπλα να χαμογελάει κάπως μυστήρια μα και ευτυχισμένα.

(Αν "πατήσετε" τη Σαλώμη  θα μπορέσετε να ακούστε κι΄εσείς το κομμάτι της Αννούλας.) 

Σαλώμη


ΟΠΟΙΟΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΔΕΝ ΚΟΙΜΑΤΑΙ !

Το τραπέζι μας ήταν μικρό, κολημένο στον τοίχο, με δύο καρέκλες,  με κόκκινο τραπεζομάντηλο και  το μοναδικό. Η γαλαρία είχε ένα κόκκινο χαλί που έφτανε απο την μια άκρη ώς την άλλη και οι τοίχοι της ήταν στολισμένοι με κηροπήγια  που είχαν άσπρα αναμένα κεριά και με άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα που οι ρίζες τους μπαίναν και χάνονταν στα πετρώματα των τοίχων. Το φώς γλυκό, σε γαλήνευε και μαζί με το άρωμα των λουλουδιών έφτιαχνε μια ατμόσφαιρα σχεδόν ερωτική.
Λέω "σχεδόν" γιατί αυτή μου τα χαλούσε. Κάθε φορά που την κοίταζα άλαζε η μορφή  της. Την μιά γινόταν ξανθιά με γαλανά μάτια, την άλλη μελαχροινή με πράσινα μάτια την άλλη γινόταν τα μαλλιά της άσπρα και σε κάποια στιγμή αλάξαν θέση και τα μάτια της. Το ένα βρέθηκε πάνω στο μέτωπό της, το άλλο κατέβηκε και πήγε δεξιά δίπλα στην μύτη της,  μου θύμησε Πικάσσο,  και εγώ δεν ήξερα ποιό απο τα δύο να κοιτάξω. Ε αυτό, όσο και να θέλει η ατμόσφαιρα, δεν μπορείς να το πείς ερωτικό !
Έκοψε απότομα αυτές μου τις σκέψεις μ΄ένα μονόλογο που κράτησε έναν αιώνα !

"Βλέπω ακριβώς το τί βλέπεις και σκέφτομαι αυτό που σκέφτεσαι. Το μυαλό σου και οι σκέψεις σου είναι σαν ένας πίθηκος που πηδάει απο το ένα δένδρο στο άλλο ακατάπαυστα και σχεδόν χωρίς σκοπό. Φτιάχνει ότι αυτό θέλει και όπως το θέλει. Είσαι ένας απ΄αυτούς που δεν μπορούν να κουλαντρίσουν την σκέψη τους γι΄αυτό και βλέπεις αυτά που βλέπεις ! Δέν είσαι ο μόνος όμως ! 
Σήμερα ήρθα για να σε πάρω, πάλι το μυαλό σου στις βρωμιές, όχι, ήρθα να πάρω την ψυχή σου και να την πάω σ΄αυτούς που έχεις χάσει, σ΄αυτούς που αναζητάς τις νύχτες της ξαγρύπνιας όταν είσαι μονάχος, σ΄αυτούς που η θύμησή τους σου φέρνει δάκρυα στα μάτια, σ΄αυτούς που ο χαμός τους γεφύρωσε τον κόσμο σου με τον δικό τους και έτσι έχει γίνει το δικό σου ταξίδι πιό γλυκό. Μή με κοιτάς έτσι παράξενα και δικιολογίες του στύλ, είμαι κουρασμένος πάω για ύπνο, δεν αρμόζουν εδώ γιατί όποιος αγαπάει δεν κοιμάται ! Έλα, πάμε !"

Με φίλησε στα μάτια, μ΄έπιασε απ΄το χέρι και με γέμισε με φώς. Ένα φώς που ντύνει τα δάκρυά μου και τα κάνει άστρα που φωτίζουν κάθε φορά το πέρασμά μου στον κόσμο των αγαπημένων.


Montag, 14. Februar 2011

ΜΙΑ ΛΙΜΝΟΥΛΑ ΑΠΟ ΔΑΚΡΥΑ



Άνοιξε την πόρτα με έναν τέτοιο αέρα που αισθάνθηκα λίγο παράξενα και για μια στιγμή νόμισα πώς ήμουν εγώ ο επισκέπτης και όχι αυτή. Με πολύ αργές κινήσεις και χωρίς κάν να μου ρίξει μια ματιά και να με χαιρετίσει έκανε μεταβολή, έκλεισε την πόρτα πίσω της και κρατώντας το πόμωλο με το δεξί της χέρι  ακούμπησε το αριστερό της πάνω στη πόρτα σαν να ήθελε να στηριχθή πάνω της.
Έμεινε για μια στιγμή σ΄αυτή τη στάση και μετά σέρνωντας το χέρι της πάνω στη πόρτα το κατέβασε και σχεδό ταυτόχρονα, πάντα με αργές, κουρασμένες κινήσεις,  στράφηκε πρός το μέρος μου και με το κεφάλι σκυφτό άρχισε να βολτάρει μροστά μου.Ήταν ξυπόλυτη και φορούσε μια παλιά μονόχρωμη φόρμα γυμναστικής και μία μπέζ μπλούζα. Παρ΄όλη την νωχελικότητα των κινήσεών της έδεινε την εντύπωση ενός αγριμιού που ψάχνει έντονα τρόπο να αποδράσει απο το κλουβί του. Ένα κλουβί που τις πιό πολλές φορές το φτιάχνουμε οι ίδιοι και μετά ψάχνουμε να βρούμε τον φταίχτη.
Σε κάποια στιγμή σταμάτησε να βολτάρει, έβγαλε έναν αναστεναγμό, σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος της και κατευθύνθηκε πρός το μεγάλο παράθυρο. Στηρίχτηκε με τον ώμο της στη άκρη και άφησε το βλέμμα της να χαθεί στο γαλάζιο του ουρανού.
Μιά μέρα λαμπρή, με χρώματα και άπλετο φώς για τις καρδιές των ανθρώπων.
Μιά φωνή  βραχνή, σέρτικη, βαθιά αλλά πολύ ζεστή.

 "Δεν φοράω άλλο παπούτσια. Είναι.... είναι τα μικρά παιδιά που αναγκάστηκα να τους κόψω τα πόδια για να μην πεθάνουν. Είναι αυτα τα παιδιά που το βλέμμα τους είναι ένα μεγάλο παράπονο για όλο τον κόσμο. Είναι τα παιδιά που σέρνονται σαν τα ζώα στο βρώμικο χώμα και στις λάσπες για να προλάβουνε να πάρουνε κάτι ψίχουλα που τους στέλνουν οι ίδιοι οι δήμιοί τους.
Τα χέρια μου και τα δάχτυλα έπαψα πιά να τα στολίζω γιατί η ψυχή μου βλέπει μικρά χέρια πεταμένα σε γκουβάδες. Χέρια παιδιών  που δεν θα αγκαλιάσουν πια την μάνα, χέρια που δεν θα αγγίξουν πιά το χέρι του πατέρα, χέρια που δεν θα ακουμπίσουν  το μάγουλο του αγαπημένου.
Όλα τα λεφτά μου και την περιουσία μου, κι΄εσύ ξέρεις πολύ καλά πόσα ήταν αυτά, τα έκανα φάρμακα, ρούχα και τρόφιμα και σήμερα έσπασα τον καθρέφτη μου για να μην αντικρίζω πιά αυτά τα μάτια που είδαν τόσο πόνο, αυτά τα μάτια που με ρωτάνε ποιό δικαίωμα έχω εγώ να κοιτάζω. 
Γι΄αυτά τα μάτια όμως, γι΄αυτά τα μάτια ψάχνω να βρώ έναν άνθρωπο ν΄ακουμπήσω την ψυχή μου, έναν άνθρωπο να κλάψω κοντά του, χωρίς ντροπή, χωρίς απαιτήσεις. Να τα αφήσω επι τέλους να χύσουν το δάκρυ που με πνίγει εδώ και χρόνια."

 Σηκώθηκα αργά αργά, να μην ραγίσω την σιωπή, και περπατώντας αργά βρέθηκα απέναντί της.
Της άπλωσα το χέρι μου και το άφησα εκεί μετέωρο. Αυτή έφερε τον δείκτη του αριστερού της χεριού στην μέση της παλάμης μου και με κάποια ελφριά πίεση μου το κατέβασε στη αρχική του θέση, Χωρίς να το τραβήξει πίσω και χωρίς να με κοιτάξει σήκωσε το δεξί της χέρι το έφερε πίσω από τον σβέρκο μου και έπεσε στη αγκαλιά μου.
Χείμαρος ξεχείλισαν τα πελώρια της δάκρυα. Τα δάκρυα αυτά που μαζεύτηκαν τόσα χρόνια μές στα πρωτόγονα χειρουργεία της Αφρικής και της Νότιας Αμερικής. Τα δάκρυα αυτά που δεν βγήκαν μπρός στα παιδιά για να μην τους δώσουν περισσότερο πόνο. Τα δάκρυα αυτά που γίναν μια θηλιά στη ψυχή αυτού του ανθρώπου.
Τα δικά μου δάκρυα της άγγιξαν τα μαλιά σαν ένα μικρό απαλό χάδι παρηγοριάς.
Χαλάρωσε το αγγάλιασμα και γονάτισε μπροστά μου. Γονατιστοί κι΄οι δύο, τα κεφάλια μας ακουμπισμένα το ένα πλάϊ στο άλλο και μιά μικρή λίμνη απο δάκρυα που μας χώριζε η μάλλον που μας ένωνε. 


Sonntag, 13. Februar 2011

Η ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ


"Δεν θέλω, δεν θέλω να τον ξαναδώ πιά τέρμα !
Όταν είναι κοντά μου είναι κακός, είναι απαίσιος και τον φοβάμαι. Όταν είναι κοντά μου μυρίζει απαίσια και έχει μια διαβολική αύρα, μα πιό πολύ απ΄όλα συχαίνομαι την ματιά του, όταν είναι κοντά μου !  Θεέ μου ! Θέλω μόνο να τον έχω στην σκέψη μου και να τον αγαπάω χωρίς να τον βλέπω με τα μάτια της αίσθησης. Θέλω να τον νιώθω χωρίς να είναι αυτός εδώ γιατί τότε τα καταστρέφει όλα. Και μόνο η παρουσία του καταστρέφει ότι ζήσαμε. Θέλω να τον αγαπάω από μακριά, θέλω να αγαπάω ένα όνειρο γιατί η άλλη αγάπη, η δική σας, είναι είναι προδοσία !
Αυτό είναι τελικά ! Εσείς οι άνδρες αγάπατε με το κάτω κεφάλι που δυστυχώς δεν έχει καθόλου μυαλό και έτσι έχετε γίνει θύματα τών ίδιων σας  των ορμών. Δές που έχετε καταντίσει ! Τα πορνοπεριοδικά και οι πορνοϊστοσελίδες κάνουν θραύσεις . Άνθρωποι της πολιτικής και της διανόησης, του θρησκευτικού και κοινωνικού χώρου γονατίζουν και παραλύουν για ένα νεανικό ζεστό θηλυκό, καλά δεν σου λέω για τις ανωμαλίες σας, θα έπρεπε τότε να μου τελειώσει το σάλιο. Αυτοί είναι οι άνδρες τού σήμερα. Δεμένοι απ΄την μύτη, με χαλκά, σέρνονται πίσω απο τα κάλη μας καί χαλάνε οικογένοιες, ακουμπάνε και το τελευταίο τους Ευρώ για ένα θηλυκό, πληγώνουν τα παιδιά τους και τους ανθρώπους που τους αγαπούν και είναι τόσο ξετσίπωτοι που έρχονται μετά και σου λένε : να, ξέρεις δεν φταίω εγώ οι περιστάσεις και ... δεν θα ξαναγίνει ... 

Είστε για φτύσιμο !

Και π΄ούσαι έ, μην τον ξαναβάλεις τον τύπο μέσα γιατί θα κάνω φόνο, μ΄ έπιασες ; "


Samstag, 12. Februar 2011

ΓΙΑΤΙ ΚΛΑΙΣ ΑΓΓΕΛΕ ΜΟΥ ;


Το βασικό ρεπερτόριο επικοινωνίας  των θηλαστικών περιέχει, πέραν των άλλων, και δύο περίεργες μορφές έκφρασης. Περίεργες για μάς τους ανθρώπους γιατί για τον υπόλοιπο "πανιδικό" χώρο δεν μπαίνει τέτοιο θέμα, την χαρά και την λύπη. 

Η τοπολογία των δύο αυτών ψυχικών εκδηλώσεων ( η θέση τους δηλαδή) στον εγκέφαλο είναι γειτνιάζουσα με αποτέλεσμα ορισμένες φορές να γίνονται μπερδέματα  του στύλ : κλαίω απ΄την χαρά μου η του να μας πιάνουν τα γέλια σε περιπτώσεις που θα έπρεπε να κλαίμε, μη γελάτε, αυτά είναι σοβαρά πράματα και συμβαίνουν πολύ πιό τακτικά απ΄ότι φανταζόμαστε.
Αυτοί οι τρόποι έκφρασης έχουν σαν μηχανισμούς εκδήλωσης, μεταξύ άλλων,  το γέλιο  και το κλάμμα και νομίζω πως μας είναι ξεκάθαρο πότε θα πρέπει να λειτουργεί το ένα και πότε το άλλο η όχι ;
Όταν βλέπουμε τον φίλο, την αγαπημένη, όταν έχουμε κάποια επιτυχία στη ζωή, όταν είμαστε ερωτευμένοι η όταν μας "κάτσει" το Λόττο έ τότε θα χαρούμε έτσι δεν είναι ;
Αντιθέτως, στο χαμό ενός αγαπημένου ατόμου, στη συμπαράσταση του φίλου, στην ενσυναίσθηση για τον πόνο και τον χαμό του κόσμου θα κλάψουμε.

Εγώ ξέρω έναν άγγελο (τ΄αχω με τούς αγγέλους και θα σας πώ κάπου αλλού για ποιό λόγο) που και στη χαρά και στη λύπη ξέρει μόνο να κλαίει !


ΕΜΕΝΑ ΠΟΥ ΜΕ ΒΛΕΠΕΙΣ ....

Δεν σε κοιτούσε στα μάτια. Κοίταζε σχεδόν σε μόνιμη βάση στο πάτωμα.
Όταν σε κοιτούσε, και αυτό γινόταν σπάνια, είχες την εντύπωση ότι σε κοιτάει ο Χριστός. Αυτός ο Χριστός που ξέρουμε απο τα βιβλία και τις εικόνες. Η μορφή του γαλήνια και μελαγχολική, ντυμένη με δυό μάτια γαλανά σε ένα οβάλ πρόσωπο, με λεπτά χείλη και μικρή λεπτή μύτη και όλο αυτό καδραρισμένο σε πλούσια κοκκινόξανθα μαλλιά.
"Η ματιά μου είναι βαριά", μου είπε κάποτε, "γιατί κουβαλάει τον πόνο των παιδιών που κλάψανε και κλαίνε."
Αυτό μου το είπε έτσι απλά κάποιο απόγευμα αντί για καλησπέρα.

Συνήθιζε πάντα, πρίν χτυπήσει το κουδούνι για να του ανοίξω, να σταματάει στο δρόμο, απέναντι απο το παράθυρο του γραφείου, να σηκώνει αργά το κεφάλι, να μου χαμογελάει σαν παιδί και να μου κουνάει το χέρι σε χαιρετισμό. Όταν του άνοιγα και έμπαινε στο σπίτι μ΄ούλεγε :  "Είσαι πάλι μαζί μας, ήρθες πάλι κοντά στους τρελούς αυτού του κόσμου ;"

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ χτύπησε την πόρτα του γραφείου, που έτσι κι΄αλλιώς ήταν ορθάνοιχτη, και μου ζήτησε ένα τσιγάρο. Του είπα οτι απαγορεύονται τα πάρε δώσε μεταξύ ασθενών και προσωπικού και του έδωσα το σακουλάκι με τον ταμπάκο και τα φυλλαράκια. Σιωπηλή συνεννόηση. Τα πήρε, έστριψε τσιγάρο και κάθισε στο πάτωμα, στο κούφωμα της πόρτας.

Το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη και σβηστό, το κεφάλι ακουμπισμένο στη κάσσα της πόρτας και τα χέρια δεμένα γύρω απο τα γόνατα λές και κρατούσε τον εαυτό του να μην φύγει, άρχισε να απαγγέλει στίχους του Γκαίτε.
Σε μιά στιγμή ξαφνικά σταμάτησε, σηκώθηκε, έριξε το βλέμμα του πάλι στο πάτωμα και μου είπε :  "εμένα που με βλέπεις είμαστε τρείς."
"Δέν κατάλαβα"
, του είπα. Αυτός χωρίς κάν να δώσει σημασία στη ερώτησή μου συνέχισε,  "αυτός που ήμουνα είμαι τώρα εγώ, αυτός που έγινα είναι ο άλλος και αυτός που ήρθε τελευταία είναι ο Θεός ! Κατάλαβες τώρα γιατί είμαστε τρείς;"

Έκανε μεταβολή και χάθηκε στο βάθος του διαδρόμου και ήταν σαν να έβλεπα ένα φώς και μια λάμψη ουράνια να γεμίζει τον χώρο και την ψυχή μου.

Samstag, 5. Februar 2011

ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΣΥΝΝΕΦΟ

Η αλμύρα και η υγρασία με χτυπούν στο πρόσωπο και στα ρουθούνια. Για άλλη μια φορά στη Θεσσαλονίκη η πιό σωστά στο αεροδρόμιο. Γύρω μου φούρια, άγχος και χαμός. Το καταλαβαίνεις ακόμη και αν είσαι τυφλός. Δέν χρειάζεται να το δείς. Το νιώθεις με όλες τις υπόλοιπες αισθήσεις (πάλι καλά που δεν είμαι συναισθητικός τύπος γιατί αλλιώς θα τα είχα παίξει). Με το όργανο στα χέρια (συντροφιά μια ζωή τώρα) και με μιά βαλιτσούλα
αράζω έξω πάνω σε κάτι σιδερένιους χαμηλούς φράχτες που λές και φτιάχτηκαν γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο : να αράζουν οι κουρασμένοι.
Είμαι όντως κουρασμένος γιατί κοιμήθηκα στις δύο, σηκώθηκα στις τέσσερις, και η ώρα πάει δέκκα. Δεν με νοιάζει όμως. Η Ελλάδα, με τον ένα η τον άλλο τρόπο, είναι βάλσαμο για τούς ξενητεμένους, φυσικά μόνο όταν κατέχουν το Στάτους του ξενητεμένου.
Η ματιά μου θολή και δυσκίνητη ψάχνει για την σιλουέτα του φίλου μου του Χρήστου που θα έρθει απο την Συκαμινιά να με πάρει. Στο οπτικό μου πεδίο εμφανίζεται ένας 25άρης που την στήνει ακριβώς εκεί που εγώ κοιτάζω. Φοράει μαύρα και είναι κομμένος. Το πρώτο πράμα που κάνει είναι να ανάψει τσιγάρο και να πάρει μια τόσο βαθιά ρουφηξιά που την νιώθω κι' εγώ ο ίδιος. Το βλέμμα του χάνεται μακριά στα μικρά σύννεφα του ορίζοντα και ξεφυσάει τον καπνό σαν ταύρος θυμωμένος. Άλλο τόσο θυμωμένος είμαι κι' εγώ που μου κόβει την θέα και που μπορεί να χάσω τον φίλο τον Χρήστο και να μπερδευτούμε άσχημα.
Δεν προλαβαίνω να κάνω όλες αυτές τις σκέψεις και νάσου σκάει μύτη δεύτερος, στην ηλικία του πρώτου, στα μαύρα και με τίς ίδιες ακριβώς ανάγκες : τσιγάρο, αμίλητος, το βλέμμα στα ίδια σύννεφα που πάει και κολλάει στον πρώτο κι' εγώ να χάνω όλο και πιό πολύ το οπτικό πεδίο. Βρέ αμάν βαλτοί είσαστε ;
Λές και ήταν δεμένοι με αόρατα νήματα έρχεται κοντά τους ένας ξανθός άγγελος με μάτια βουρκωμενα που ανάβει κι' αυτός τσιγάρο και ψάχνει τα ίδια σύννεφα που κατα παράδοξο τρόπο έχουν εξαφανιστεί, και το βούρκωμα γίνεται κλάμα σιωπηρό.
Αργά αργά και ντυμένες σε νωχελική λύπη πλησιάζουν την παράξενη παρέα δύο πανέμορφες γυναίκες κάποιας ηλικίας που θα μπορούσαν όμως κάλλιστα να ήταν θεές μεταμορφωμένες όπως η Δήμητρα όταν έψαχνε την κόρη της την Περσεφόνη.
Είναι κι' αυτές ντυμένες στα μαύρα και αισθάνομαι λές και σιγά σιγά συναρμολογήθηκε μπροστά μου ένα μαύρο σύννεφο.
Τα πρόσωπα έγιναν πέντε και είναι σαν ένα πάζλ που ολοκληρώθηκε αυτήν ακρκιβώς την στιγμή. Ένα πάζλ δακρύων γιατί τώρα κλαίνε όλοι μαζί. Πέντε Άγγελοι ντυμένοι στα μαύρα κλαίνε για κάποιον που έφυγε άδικα και πολύ νωρίς. Έτσι είναι! Ο πόνος είναι διαφορετικός !

Η ματιά μας συναντιέται. Οι πέντε κοιτάζουν εμένα και εγώ κοιτάζω τους πέντε. Αυτοί που κλαίνε είναι τώρα έξι. Κανείς μας δεν μιλάει.
Αυτοί θα χαθούν σε λίγο στο ρυθμό της πόλης και της ζωής που δεν μας αφήνει ούτε την λύπη μας να χαρούμε, κι' εγώ θα ταξιδεύω σε λίγο με τον Χρήστο για το βουνό τών Ολύμπιων  Θεών.

Για τελευταί φορά κοιταζόμαστε. Τα δάκρυα κυλούν και ο πόνος μας ενώνει. Είμαι η παρηγοριά τους κι' αυτοί είναι το τραγούδι μου κι' ο στίχος.

Freitag, 4. Februar 2011

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Αδέρφια γειά. Μόνο για τους ταπεινούς.

Βααααααασικά το γράψιμο, όπως και άλλες "καλλιτεχνικές" ενασχολήσεις, είναι μιά λειτουργία που απαιτεί φαντασία, ενεργοποιεί μια σειρά απο εγκεφαλικά κέντρα και δυναμώνει τις εγκεφαλικές συνδέσεις, άσε που κατα την γνώμη μου όπως και η μουσική, κρατά τα εγκέφαλικά κύτταρα φρέσκα και νεανικά.
Τώρα θα μου πείς, τι να το κάνω αδερφέ αφού πνίγομαι !
Γι' αυτούς που πνίγονται, δικαίως η αδίκως, συνιστώ κολύμπι. Έτσι κι' αλλιώς όλοι θα φύγουμε μια μέρα έ λοιπον καλύτερα να φύγουμε ξέρωντας κολύμπι γιατί δεν ξέρεις εκεί που θα πάμε τι θα βρούμε.

Εγώ αναγκάστηκα να μάθω κολύμπι όταν ένα πρωί στην Περαία της Θεσσαλονίκης, πριν πολλά χρόνια, βρέθηκα στα άπατα. Έτσι είναι λοιπόν, όλοι μας κάποια μέρα θα βρεθούμε στα άπατα και ουαί κι' αλλίμονο μας αν χάσουμε την ψυχή μας !

Βρίσκομαι πολλα χρόνια στο εξωτερικό γι' αυτό και ζητώ συγνώμη απο τους λάτρες της ορθογραφίας του οποίους για κάθε συμβουλή και διόρθωση θα ευγνωμονούσα.

Για αρχή έχω μιά ενδιαφέρουσα ιστορία που την ονομάζω ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ γιατί περί αυτού πρόκειται σε ένα βιβλίο ντοκουμέντο που βγήκε πρόσφατα στη Γερμανία και αναφέρεται στο ιστορικό μια οικογένειας ελλήνων η οποία στην δεκκαετία του ' 70 κάνει την προσπάθεια να ανοίξει, αν μη τί άλλο, ένα ελληνικό εστιατόριο.

Η οικογένεια έχει τρείς γιούς και μέ τη δουλειά που έχει το εστιατόριο αναγκάζονται να πάρουνε μια νταντά για τον μικρότερο ο οποίος είναι γύρω στα τέσσερα. Η γυναίκα αυτή είναι γερμανίδα, υπέροχος άνθρωπος με θρησκευτικές τάσεις και αγαπάει τον μικρό σαν δικό της παιδί.
Μέλεται λοιπόν η οικογένεια μαζί με την πεθερά να κάνουνε ταξίδι για την Ελλάδα και μιά μέρα πριν ξεκινήσουν η νταντά βλέπει το εξής όνειρο.
Βρίσκεται με τον μικρό στη αγκαλιά της μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο του σπιτιού της και χαζεύουν προς τον δρόμο. Ξαφνικά ο μικρός κάνει μιά παράξενη κίνησι ξεφεύγει απο τα χέρια της νταντάς και πέφτει στο καινό. Χαμός ! Η νταντά έξαλη κοιτάζει γύρω της βλέπει ένα ρολόϊ το σταματάει και τρέχει κατεβαίνοντας τις σκάλες στο δρόμο. Φτάνωντας έξω πηγαίνει ακριβώς κάτω απο το παράθυρο που στεκόταν, βάζει το ρολόϊ να δουλέψει πάλι, ανοίγει την αγκαλιά της και ο μικρός προσγειώνεται στα δυό της χέρια !

Όντως κατά την επιστροφή έγινε σοβαρό ατύχημα και δεν ξέρουμε τι θα γινόταν αν ήταν και ο μικρός μαζί τους.

Ας είναι μεγάλη η αγκαλιά τέτοιων ανθρώπων για να σώσουν όλους εμάς που πέφτουμε συνέχεια !