Sonntag, 11. Dezember 2011

ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ

Κουρντίζω αργά, νωχελικά την κιθάρα μου και δεν έχω αποφασίσει ακόμη σε ποιόν τόνο θα αράξω. Το κάνω σκόπιμα γιατί έτσι καθυστερώ τον χρόνο, παίρνω μια ψυχική ανάσα και δίνω την ευκαιρία στην ψυχή μου να διαλέξει αυτή το ηχόχρωμα που θ΄ακουστεί.
Το νιώθω όμως, στο χώρο πλανιέται μια βαθιά θλίψη που με μουδιάζει και κάνει τα δάχτυλά μου να τρέμουν.
Βαρυές και φορτωμένες  πέσανε οι πρώτες νότες της  Σί μινόρε και ο Ζέπ, ο φίλος απο την Αλάσκα, χαμήλωσε το φώς και κάθησε στον καναπέ, απέναντί μου. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και έκλεισε τα μάτια του.  
Στα μάγουλα του Ζέπ άρχιζαν να χαράζονται δυό σιωπηλές υγρές γραμμές απο δάκρυα. Δυό γραμμές λυτρωτικές, δυό γραμμές φορτωμένες με λύπη και χαρά.
Τις άφησα να κυλήσουν κρατώντας μουσική υπόκρουση.

"Αμίγκο, η μουσική είναι σαν την προσευχή, μιά γέφυρα μεταξύ ανθρώπινου και θείου. Εγώ όταν προσεύχομαι δακρύζω !"
 
Έκλεισα κι΄εγώ τα μάτια μου για να συλλάβω πιο έντονα την στιγμή, την μουσική και τον φίλο μου που μισοκαθισμένος στον καναπέ, σε στάση γιόγκι, μου χάριζε το κλάμμα του σαν σφραγίδα ανθρώπινης κατανόησης, φιλίας και αποχωρισμού.

Στίς τρίς τα χαράματα είχανε αδειάσει πέντε μπουκάλες κόκκινο κρασί, τα δάκρυά μας, και για το ταξίδι είχε ετοιμαστεί ένα βαρέλι Earl Gray.
- Φύγαμε αμίγκο ;
- Φύγαμε φίλε !
Ο Δρόμος για Φρανκφούρτη είναι απαλός. Ίσως είναι που έχω δίπλα μου ένα φίλο, ίσως είναι και το ότι σε λίγες ώρες θα τον χάσω και δεν ξέρω αν θα τον ξαναδώ, ίσως  είναι και απο το πολύ το κλάμμα που, άσχετα με την αιτία που το προκάλεσε, σε τελική μορφή ξαλαφρώνει την ψυχή.  
Εγώ στο τιμόνι και ο Ζέπ στο να βάζει τσάϊ και να δίνει φρουτάκια και ψωμάκια. Το χιόνι φτιάχνει μια σφαίρα γύρω μας που μας προστατεύει. Ταξιδεύει κι΄αυτή με 100 χλ. την ώρα και μας μηνύει πως το μέλλον μας είναι κάτασπρο.Τί χαρά ! 

Το αγγάλιασμά μας σύντομο αλλά έντονο, αδερφικό.
Τον κοιτάζω βαθιά στα μάτια και ψάχνω να βρώ το βάθος τους. Κάνω μεταβολή και πέρνω τον δρόμο για την έξοδο του αεροδρομίου χωρίς να κοιτάξω άλλο πίσω μου.
Απαλά-απαλά αφήνω τον Ζέπ να γλυστρίσει απο την αγκαλιά της ψυχής μου και να βρεθεί στον δικό του κόσμο.

Έξω χάραξε και βλέπω τα πρώτα χρώματα της μέρας που μοιράζουν ζωή. Νοιώθω ακόμη αυτήν την αλαφράδα στη ψυχή που κάνει τα βήματά μου αέρινα και την ψυχή μου να φτερουγίζει.

Καινούργια λύπη στόλισε την ψυχή μου και θέλει να την κάνω μουσική, θέλει να την χαρίσω παραπέρα, να κάνω άλλους ανθρώπους να νοιώσουν κάτι καινούργιο.

Στο πρώτο βενζινάδικο της εθνικής σταματάω για καφέ και για να ταρακουνήσω λίγο τον εαυτό μου, μπάς και συνέλθει γιατί εδώ και μέρες ζώ εν εκστάσει.


Freitag, 18. November 2011

Ο ΖΕΠ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΚΟΥΔΙΑ

  Ο Ζέπ, και ουχί  Ζέππος ή Ζέππελιν (αυτό το φουσκωτό που πετάει), είναι ένας γερμανοέλληνας αλάνι παιδί απο μητέρα Λιθουανή και Βάσκο πατέρα. Γερμανοέλληνας γιατί εδώ και 35 χρόνια κάνει παρέα με τον Μινοράκια, πράγμα που απέβει μοιραίο για τα ενδότερα της ψυχής του, την εκφραστική του ικανότητα και την αντίληψή του για την ζωή (σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίζομαι εδώ ότι αυτές του οι ιδιότητες είναι οι ιδανικές. Απλά αυτές του έλαχε να πάρει και αυτές πήρε. Τίποτα λiγότερο και τίποτα περισσότερο) και έτσι ο Ζέπ μεταμορφώθη σε γερμανοέλληνα (δεν τον χαλάει βασικά....).
Οι Βάσκοι, αυτούς που γνώρισα δηλαδή εγώ, εμάς τους Έλληνες μας πηγαίνουν πάρα πολύ γιατί πιστεύουν ότι αυτοί και εμείς είμαστε απο τα πρώτα φύλα που πρίν περίπου 20.000 χρόνια (ψάξε βρές !) εγκαταστάθηκαν στον νότιο χώρο της σημερινής Ευρώπης.
Αυτό λοιπόν  ήταν και ο λόγος  που ο πατέρας του, με την συμβία και τον Ζέπ, σκάσανε μύτη μια βραδιά σε μια ελληνική γιορτή που διοργάνωσε η ελληνική κοινότητα του τότε Δυτικού Βερολίνου. Εκεί λοιπόν γνώρισα τον Ζέπ ο οποίος μου κίνησε την περιέργια γιατί καθόταν στην καρέκλα σαν άγαλμα παγωμένο. Στητό το κορμί, λές και τον είχανε στον γύψο, τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα και το μόνο που κουνούσε ήταν το κεφάλι. Μία δεξιά, μία αριστερά. Πότε πότε τον έβλεπα να χτυπάει και παλαμάκια κι΄ετσι έσπαγε η μονοτονία του "αγάλματος".
Μετά το τέλος της γιορτής και αφού ο Ζέπ χόρτασε να βλέπει να χορεύουν τσάμικα, ποντιακά, τσιφτετέλια και νησιώτικα ήρθε και μου ζήτησε να μάθει μπουζούκι. Εγώ, πάντα διστακτικός με τον κάθε ενθουσιασμένο φιλόμουσο, του είπα θα τον δώ, θα τον ακούσω και μετά θα του δώσω το οκ.
Ο Ζέπ ήταν πολύ μελετηρός και θα μπορούσε να γίνει κάλλιστα ένας μουσικός που θα μπορούσε να εκφραστεί μέσα απο αυτό το όργανο αλλά στη ζωή του Ζέπ υπήρχε και ένα ακόμη πάθος, πιό ισχυρό απο την μουσική, η Βιολογία !

Μέσα απο το μουσικό νταλαβέρι που είχαμε με τον Ζέπ κατάφερα να του σπάσω αυτό το αγαλματίστικο που είχε στην στάση του. Δεν γίνεται ρε παιδί μου να παίζεις κάποιο όργανο και να κάθεσαι σαν άγαλμα ! Δέν στέκει ! Είσαι υποχρεομένος να χορεύεις κι΄εσύ μαζί με την μουσική που παίζεις. Απλά, διακριτικά, με συναίσθημα ή και με όλα αυτά πρέπει να χορέυει το σώμα σου αλλιώς .....μάθε να κάνεις κάτι άλλο στην ζωή σου !
Έεεε... ο Ζέπ έκανε κάτι άλλο και πρόκοψε το παιδί. 
Τον θυμάμαι, μετά απο κάθε μάθημα μουσικής που κάναμε, με τί πάθος μου μιλούσε για την δημιουργία της ζωής, τα φυτά, τα ζώα, τους μύκητες, τα μανιτάρια και τέλος για την αγάπη του, τα βακτήρια που ζούν σε ακραίες συνθήκες και που στην βιολογία τα λένε (extremophile).
Αυτά λοιπόν τα τελευταία είναι και η αιτία που ο φίλος μου ο Ζέπ εδώ και δέκκα χρόνια μας έχει εγκαταλείψει και βρίσκεται στην Αλάσκα για να ερευνήσει μια ομάδα βακτηρίων που ζούν στους  -20 βαθμούς Κελσίου παρακαλώ !

"Γριέγο" μου λέει,  "Εκεί που είμαι είναι κι΄ο θεός μαζί μου !"

Τον περασμένο Μάρτη, με θερμοκρασίες -25 βαθμούς, έπρεπε να πάρει κάτι πρόβες βακτηρίων μέσα απο τους πάγους. Ξεκίνησε λοιπόν με όλα τα απαραίτητα σαμπράγκαλα που απαιτεί η δουλειά του για να πάει στο συγκεκριμένο μέρος που βρισκόταν σε κάποιο υψόμετρο. Στα μισά της διαδρομής είδε μια πολική αρκούδα που τριγύριζε ανήσυχα και μούγριζε συνεχώς μπροστά απο μία σχισμή που είχε σχηματισθεί στο χιόνι. Ο Ζέπ δεν άργησε να καταλάβει το γιατί. Δυό μικρά, άπειρα στο χιόνι και αφοσιωμένα στα παιχνίδια, δεν πάτησαν καλά και έπεσαν σε μιά σχισμή γύρω στα πέντε μέτρα βάθος.
Λάθος τραγικό και αν δεν ήταν εκεί ο γερμανοέλληνας θα είχαμε δυό αρκουδάκια λιγότερα σ΄αυτόν τον κόσμο.
Ο Ζέπ, αφού ανέβηκε σ΄ένα ύψωμα και κατέβηκε πάλι για να βρεθεί απο την απέναντι μεριά που ήταν η αρκούδα, πέταξε μιά χοντρή τροιχιά στην οποία πάνω γαντζώθηκαν τα μικρά τα οποία και τράβηξε ένα-ένα. Ο Ζέπ για κάθε περίπτωση κουβαλάει μαζί του πάντα μιά μικρή αλουμινένια σκάλα που τον έχει βοηθήσει αρκετές φορές να περάσει πάνω απο παρόμοιες σχισμές. Αυτήν την σκάλα λοιπόν την άπλωσε πάνω απο την σχισμή κι΄έστειλε τα μικρά στην μάνα τους.
Φίλοι μου, ο Ζέπ δάκρυσε όταν θέλησε να μου περιγράψη την ματιά της μητέρας-αρκούδας. Μου είπε ότι τέτοιο βλέμμα γεμάτο ευγνωμοσύνη  δεν έχει δεί ούτε σε ανθρώπινο μάτι. Το ζώο έκανε κάτι παράξενες κινήσεις σαν να υποκλινότανε μπροστά του.
Δάκρυσα κι΄εγώ που δάκρυσε ο Ζέπ ο φίλος μου και χωρίς να διστάσουμε καθόλου αποφασίσαμε να ξεπλύνουμε τον καϋμό μας μ΄ένα κόκκινο κρασί. Ολέ !

" Κοίτα να δείς γριέγο τι παράξενη που είναι η φύση. Την άλλη μέρα το πρωϊ άκουσα έναν παράξενο θόρυβο μπροστά απο την σκηνή μου. Τρόμαξα, γιατί απο το μουγκρητό κατάλαβα ότι πρόκειται για αρκούδα και ετοίμασα την καραμπίνα μου για να είμαι έτοιμος. Ο θόρυβος ησύχασε κάποια στιγμή και εγώ βρήκα το θάρρος να βγώ έξω, πάντα φυσικά με την καραμπίνα στο χέρι. Αυτό που είδα γριέγο με συγκλόνησε. Ήταν η ίδια η αρκούδα με τα μικρά της και είχε φέρει κι΄ακουμπίσει μπροστά στην σκηνή μου έναν τόνο ίσα με 20 κιλά. Με κοίταζε λοξά και κουνώντας τον τεντωμένο της λαιμό άρχισε να μουγκρίζει και να με κοιτάει. 
Το ζώο αυτό γριέγο δεν ξέρει ούτε γλώσες ούτε τρόπους συμπεριφοράς και φέρεσθαι, ξέρει όμως να λέει ευχαριστώ με τον δικό του τρόπο. Με τον τρόπο της μάνας.

Σαλούτε γριέγο και σκούπισε τα μάτια σου ή παίξε μου λίγο μπουζουκάκι αμίγκο μίο."


Samstag, 5. November 2011

Ένας ουράνιος χορευτής με...... μπουτάκια.



 - Ρε συ Μίλτο, αχινούς είχε αυτός στον κώλο του και χοροπηδούσε σαν 
αγριοκάτσικο ;
- Τι λές ρε άτεχνε ; Δεν χοροπηδούσε. Χόρευε ! 
- Τι λές ρε σύ ; Είσαι με τα καλά σου ; Χόρεψε τσάμικο ;
Χόρεψε ζεϊμπέκικο, καλαματιανό, 
  συρτό ; 
  Καλά, για ποντιακά δεν σου μιλάω έτσι. 
  Τι μου τσαμπουνάς μετά ότι χόρευε. Εγώ σου λέω :
  μας κοροΐδεψαν και μας φάγαν τα φράγκα τζάμπα.
- Θάνο, είσαι φονιάς της κουλτούρας ! Δεν σου ζητάω να κατανοήσεις το παιχνίδι της μουσικής και  του ρυθμού με τις κινήσεις του ανθρώπινου σώματος, ούτε και να κάνεις μουσικοχορευτική ανάλυση αλλά σου ζητάω να ξεκολλήσεις απο την άποψη ότι, οτιδήποτε δεν είναι ελληνικό και δεν σου είναι γνωστό είναι για πέταμα !
Διότι φίλε μου όλοι αυτοί οι ελληνικοί χοροί που μου ανέφερες είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που είδαμε μόνο που εσύ απο μικρός χαζεύεις τα ζεϊμπέκικα και τα καλαματιανά και αυτά ξέρεις. Ναί, αλλ΄αυτό δεν είναι λόγος να απορίπτεις οτιδήποτε άλλο.
- Ναι αλλά ρε σύ, το ίδιο είναι να απλώνεις την ψυχή σου στον ζεϊμπέκικο, να υμνείς την φύση με το τσάμικο και να εκφράζεις τον έρωτά σου με το χασάπικο ;  Εμένα να σου πώ ρε Μίλτο πιό πολύ μου αρέσανε τα μπουτάκια απ΄τις χορεύτριες, έτσι... σφιχτά - σφιχτά και δεμένα, πω.. πω.. πω.. μανούλα μου!
- Δηλαδή ρε Θάνο τίποτα άλλο δεν πρόσεξες απ΄την παράσταση ; Εντάξει για τα κορίτσια σε καταλαβαίνω, αλλά πές μου, δυό ώρες χάζευες τα μπουτάκια των κοριτσιών και δεν έβλεπες, δεν άκουγες τίποτα άλλο ; Άν όντως είναι έτσι φίλε μου τότε  είσαι ανάξιος και για το ζεϊμπέκικο και το τσάμικο γιατί η ψυχή σου δεν έχει μάθει να βλέπει, να αναγνωρίζει τον κόπο και την προσπάθεια μέσα στην τέχνη. Τζάμπα σε πήρα μαζί μου ! Εδώ ο άλλος ρε σύ πολεμάει σαράντα χρόνια για να σου παρουσιάσει κάτι, θυσιάζει την ζωή του στο βωμό της τέχνης και βρίσκονται κάτι άχρηστοι σαν κι΄εσένα που τα χαλάνε όλα ! Δε μου λές, το ανέκδοτο με τον βιολιστή και 
το λιοντάρι το ξέρεις ;
- Ναί ρε Μίλτο το ξέρω, αλλά δεν είμαι και τόσο ανίδεος όσο με νομίζεις. Απλά ήθελα να πώ ότι και τα μπουτάκια...... τέχνη είναι ! 
- .............
   


Freitag, 4. November 2011

ΘΛΙΨΗ


- Σουρτούκη άργησες!
- Πάντα αργώ Αννούλα ! Ακόμη και η ίδια μου η ζωή με
 καθυστέρηση έφτασε και δεν ξέρω άν θα με προλάβει!
- Σε περίμενα πιο νωρίς !
- Με κράτησε η λύπη !
- Άστα αυτά ! Καμιά μικρούλα θ΄άταν που ερωτεύθηκε το
  βάθος των ματιών σου και σε κράτησε !
- Μακάρι ν΄άταν έτσι ! Πές μου όμως τώρα εσύ τι ψάχνεις ;
- Τίποτα Σουρτούκη μου, απλά θέλω να σε βάλω μπρός γιατί
  να.... Χειμώνας έρχεται και κάθεσαι αμίλητος μ΄αγκαλιά την
  θλίψη. Έφυγες και νομίζεις ότι μπορείς να επιστρέψεις στην
  αγκαλιά μου έτσι απλά χωρίς αντάλαγμα ; Αυτά τα κάνουν  
  μόνο τα μωρά !
- Κι΄εγώ μωρό είμαι Αννούλα!
- Σουρτούκη δεν παίζεσαι ! Θές να μας πείς ; Πές ! Δε θές ; 
  Μη σώσεις ! Πάω να βάλω ένα ποτό γιατί μ΄έσκασες και
  κάνει και κρύο ρε γαμώτο ! Θές κι΄εσύ κάτι ;
- Ναί. Φέρε ότι πιείς !

- Τελικά κι΄εσείς οι άντρες έχετε τα ρούχα σας μόνο που δεν
 το καταλαβαίνετε. Δεν βλέπετε αίματα, δεν πονάτε και
 νομίζετε ότι είσθε μιά χαρά! Κούνια που σας κούναγε !
 Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί να έχουν μόνο οι γυναίκες περίοδο
 και όχι και οι άνδρες ; Ναί ρε σύ ! Γιατί γελάς, επειδή κάθε  
 μήνα μας φεύγει κι΄ένα ωάριο; Καλά να κάνουμε ! Έχουμε καμιά 600αριά απ΄αυτά και τα χρησιμοποιούμε με σύναιση
 ρε παιδί μου !  Εσάς με μιά ριξιά σας φεύγουν εκκατομύρια
 σπερματοζωάρια ! Τί θές τώρα ; Έτσι ήσασταν πάντα !
 Σπάταλοι, άμυαλοι και ασυνείδητοι !
- Ρίχτα Αννούλα ! Τελικά τι γίνεται ; Τ΄άχεις με τους άνδρες
 και τα βγάζεις επάνω μου ή τ΄άχεις με μένα και το βγάζεις
 στους άνδρες ; Δε μου λές μήπως δεν σου έκατσε κ΄άνα τεκνό που γούσταρες και σε πιάσαν οι τσαντήλες ;
- Όχι Σουρτούκη μου όχι ! Με σένα τ΄άχω που αρχίζεις και
 μπαίνεις στην κλημακτήριο και σ΄ούχει φύγει ο τσαμπουκάς !
- Κάνω διάλειμμα ρε Αννούλα 
- Πφφφφφφ ! Δικαιολογίες ! Στα νειάτα σας εσείς δεν κάνετε
 ποτέ διάλειμμα. Έχετε τόση πολύ σεξουαλική ενέργεια που
 και οι κότες απομακρύνονται απο κοντά σας ! Αργότερα....., αργότερα σας φεύγει η μαγκιά και μας το παίζετε φιλόσοφοι ! Τουλάχιστον ν΄άσασταν λιγάκι απ΄αυτό πάει στο διάλο ! Τρίχες !
- Αννούλα δεν έχω όρεξη σήμερα. Αισθάνομαι πολύ μόνος και θέλω να χαθώ στην μοναξιά μου. Άν θές να βοηθήσεις κράτα μου το χέρι και μίλα μου για την περασμένη μας ζωή. Να δώ τι έκανα στραβά, που άργησα, ποιόν πλήγωσα, ποιό δάκρυ δεν μ΄αγγιξε και ποιόν καϋμό δεν τον έκανα μουσική.
Γίνε για λίγο η μανούλα μου που δεν χόρτασα το χάδι της, την ματιά της, την γλυκιά φωνή της και τώρα, όποτε με βλέπει, κλαίει απαρηγόρητη που κι΄αυτή δεν μπόρεσε να χορτάσει το παιδί της. 
Μίλα μου γλυκά για την θάλασσα, την μουσική, το φώς, τα χρώματα και για την ζωή μας που ότι κι΄αν είναι παραμένει να είναι ένα δώρο που θ΄άπρεπε να το χαιρόμαστε.
Το ξέρω, μπορεί όλα αυτά να σου φαίνονται γελοία αλλά Αννούλα δεν είναι ! Εμείς οι άνθρωποι έχουμε συνηθήσει να βγάζουμε μιά βιτρίνα μπροστά και να δείχνουμε αυτό που οι άλλοι θέλουν, αυτό που για τους άλλους μετράει. Σπάνια δείχνουμε αυτό που πραγματικά είμαστε. Το παιγνίδι αυτό κουράζει, και μας αποξενώνει απο τον ίδιο μας τον εαυτό. 
  Εγώ κουράστηκα να είμαι για τον εαυτό μου ένας ξένος !
- Άχ, Σουρτούκη σταμάτα σε παρακαλώ γιατί θόλωσε η ματιά  μου και δεν βλέπω για να πιάσω το χέρι σου.
- Ναί.... ναί.. Αννούλα. Έρχονται κάτι τέτοιες στιγμές που η θλίψη με γονατίζει. Δεν ξέρω κι΄εγώ γιατί. Ίσως και ν΄άχεις δίκιο, μπορεί δηλαδή το πρόβλημα να είναι ορμονικό αλλά δεν νομίζω γιατί θυμάμαι και παλιά, όταν δεν έμπαινε τέτοιο θέμα, ερχόταν κάτι βράδυα που ακόμα κι΄οι φίλοι μ΄αποφέυγαν . 
Κράτα μου απαλά το χέρι Αννούλα και δώς μου λίγη ζεστασιά απ΄αυτή που μόνον εσείς οι γυναίκες έχετε. Απ΄αυτή που γεννιέται μόνο στο σώμα και την ψυχή μιάς μητέρας.
Κράτα μου το χέρι και ζέστανέ μου την ψυχή γιατί αυτήν την νύχτα είναι κρύα, τρέμει και είναι χαμένη στο σκοτάδι.
Μίλα μου γλυκά και σιγοτραγούδησέ μου ένα απο τα γλυκά σου νανουρίσαματα. Γαλήνεψε με την τρυφερή φωνή σου τον πόνο αυτής της νύχτας που μου φαίνεται πιό σκοτεινή και βαριά απ΄τις άλλες. 
Τραγούδα Αννούλα ! Τραγούδα και κλάψε κι΄εσύ μαζί μου ! Ίσως τα δάκρυα μας ποτίσουν την πίκρα της νύχτας κι΄ανθήσει ένα φωτεινό και λαμπερό αύριο.
Τραγούδα μου Αννούλα ! Κάνε συντροφιά στην μοναχή ψυχή μου. Τραγούδα μου αν θές.

 

Sonntag, 30. Oktober 2011

ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ "ΔΙΑΚΟΠΕΣ"


"...... περάσαν κάνα δυό μήνες και θυμάμαι ήταν Καλοκαίρι του ΄46 και τυχαίνει να βρίσκομαι στην τουαλέτα που ήτανε πρίν το χωράφι μας και φυσικά έξω απ΄το σπίτι.
Όπως βγαίνω βλέπω να με περιμένουνε τρείς με αυτόματα. Ο ένας ήτανε ο χωροφύλακας, ο άλλος ένας συμαθητής μου και ο τρίτος μου ήτανε άγνωστος. Ρωτάω τον συμμαθητή μου : τι συμβαίνει Γιάννη ; Σάββα σε θέλει ο αστυνόμος, μου λέει. Ο ξένος βλέποντας ότι είμαι άοπλος και ακίνδυνος πήρε θάρρος και άρχισε να κάνει τον σκληρό λέγοντάς μου : "μπρός... μπρός..... γρήγορα".

Με πηγαίνουν στην Αστυνομία οπου βρίσκονται σε ένα δωμάτιο καμμιά 50αριά άτομα. Απο το χωριό, απο το Ψηλόκαστρο και απο το Πυξάρι. Ένας απο αυτούς, ο Μαλαματίδης έτυχε να έχει έρθει από την Ρωσία και τον είχανε για πολύ ύποπτο. Του βάλανε αορτήρα στα πόδια και αρχίσανε να τον βασανίζουν: 
- Απο πού είσαι ρέ ; 
- Απο την Ρωσία κυρ Αστυνόμε.
Όσο αυτός απαντούσε : απο την Ρωσία, τόσο και με πιο πολύ μίσος και αγριάδα τον χτυπούσανε μέχρι που το κατάλαβε ο κακομοίρης και άρχισε να λέει : "όχι όχι απο την Ελλάδα είμαι, απο την Ελλάδα !".

Εκείνη την ημέρα μου είπαν ότι απαγορεύεται να φύγω απο το χωριό και κάθε πρωϊ έπρεπε να εμφανίζομαι στο τμήμα και να λέω "καλημέρα".
Αυτό το βιολί συνεχίστηκε μέχρι τον Αύγουστο του ΄46 όπου με ειδοποιούν να μαζέψω τα βασικά πράγματά μου και να παρουσιασθώ στο τμήμα.
Μαζευτήκαμε καμμιά εικκοσαριά απο το χωριό και χωρίς καμία εξήγηση μας βάλανε στα Τζέιμς και μας πήγαν  στην Δράμα. 
Εκεί μας πήγαν πίσω απο το παλιό στρατόπεδο, που ήταν κι΄άλλοι μαζεμένοι, και αρχίσαν με ριπές όπλων στα πόδια να μας κάνουν να φοβηθούμε. Εμείς αρχίσαμε να χοροπηδάμε σαν τα κατσίκια αλλά κανείς μας δεν πτοήθηκε. 
Κοίτα ρε παιδί μου : Έλληνας να περιπαίζει Έλληνα μ΄αυτόν τον τρόπο ! Είναι ή δεν είναι ντροπή αυτό το πράμα ;
Απο κεί μας πήγαν στην Καβάλα και με μεταγωγικά μας μετέφεραν στο στρατόπεδο Καλλιράχης της Θάσσου. 
Είμασταν γύρω στα 800 άτομα, γιατροί, επιστήμονες κ.τ.λ. Εκεί αρχίζει η πείνα και το ξύλο. 
Μια βραδυά με ένα καΐκι αρχιζουν να μας παίρνουν προς το άγνωστο. Μιά φουρνιά τους πάνε Ικαρία. Η επόμενη, που ήμασταν εμείς, μας ετοιμάζουν για Άη Στράτη. 
Όπως πηγαίναμε, νύχτα, πιάνει μεγάλη τρικυμία και το καΐκι αναγκάστηκε να πάει για Λήμνο. Επειδή δεν φτάσαμε στον προορισμό μας άρχισαν να μας ψάχνουν μέχρι που ήρθαν στρατός οπλισμένοι και μας βρήκε και αφού μας ανέκρινε έναν έναν, μαζί και τους καϊξίδες για το τι έγινε και ποιός ο λόγος. 
Αφού πεισθήκανε ότι όλη η ιστορία έγινε λόγω τρικυμίας μας επέτρεψαν να φύγουμε και να πάρουμε κατευθηνση για  τον Αη Στράτη.

Στον Αη Στράτη έμεινα μέχρι τον Μάρτη του 1949 όπου με αρματαγωγο μας πήρανε και μάς πήγανε στην Μακρόνησο.

Εκεί το πρώτο πράμα που έγινε ήταν να μας ανακρίνουν έναν έναν ξεχωριστά. Στη συνέχεια γνώρισαμε την πείνα το κρύο και το ξύλο σε όλο τους το μεγαλείο. Αυτα τα τρία πράγματα δεν σταματήσαμε ποτέ να τα "γευόμαστε".
Στην Μακρόνησο μας ανάγκαζαν να δουλεύουμε για να είμαστε κουρασμενοι και να μην μένει δύναμη για κάποια άλλη ενασχόληση όπως λόγου χάριν οι πολιτικές συζητήσεις. Μας ανάγκαζαν να κουβαλάμε πέτρες άσκοπα απο δώ και απο κεί, να χτίζουμε οικίσματα και μετά να τα χαλάμε. Σε τελική ανάλυση όμως ορισμένα απο τα κτίρια που χτίστηκαν παρέμειναν σε όλη την διάρκεια όπως χτίσματα για κατοικίες στις πλαγιές των βουνών, θέατρο, με κερκίδες. Ανοίξαμε ένα Λατομείο και απο εκεί βγάζαμε πέτρες.

Στην Μακρόνησο υπήρχαν τα εξής κτίρια : 

α) Αρτοκλίβανοι όπου φυλάγαν και κρατούμενους,
β) Αγ. Γεώργιος όπου βρισκόμουν και εγώ, 
γ) Β Τάγμα 
δ) Α Τάγμα 
ε) Σ.Φ.Μ.

Μεγάλη πείνα .......

Μια πρωΐα μας καλούν σε προσκλητήριο και μας λένε : "όσοι ακούσουν τα ονόματά τους να συγκεντρωθούν μπρός στο β΄ τάγμα". Εκεί είδαμε χωροφύλακες με αυτόματα και τα μεγάφωνα να φωνάζουν ακατάπαυστα : "παραστρατημένα τέκνα της μητέρας Ελλάδος, η πατρίς σας συγχωρεί και σας δέχεται εις τας αγκάλας της".
Εμεις αυτό που νιώθαμε ήτανε μιά μαυρίλα απο ανθρώπους. 
ΑΜίτες γεμάτο ο τόπος και κρατάγανε σύρματα, ξύλα, μπαμπού και φωνάζανε "κάτω απ΄τον δρόμο κάτω απ΄τον δρόμο".

Τον λόγο τον πήρε ο διοικητής  Σηφάκης ο οποίος μας είπε τα εξής :" Σήμερον παραδίδω εξακοσίους νεοφερθέντες από το στρατόπεδο Αγ. Γεωργίου εις τον ...... Βασιλόπουλον Αντώνιο".

Ο Βασιλόπουλος πήρε σε κάποια στιγμή το μικρόφωνο και μας λέει : "Δέν θα σας δείρω αλλά μην νομίσετε ότι όπως ήτανε αλλού θα είναι και εδώ! Εδώ είναι αληθινή Ελλάδα !"

Τον λόγο του τον έκλεισε με Ζήτω : 

 - Ζήτω ο βασιλιάς!  Ησυχία.
-  Ζήτω ο στρατός !  Ησυχία. 

Ξαφνικά η Βούτα, οι Αλφαμίτες δηλαδή, αρχίζουν να βαράνε όπου και όποιον βρούν. Μπαίνουν μέσα στον όχλο και μας διαλύουν. Εμεις σκορπάμε και τρέχουμε όσο μπορούμε για να αποφύγουμε το ξύλο. Κάναμε κύκλους και βλέπαμε τους βασανιστές μας μια και δύο και τρίς φορές απανωτά.
Κάποια στιγμή εμένα με κυκλώσανε ανάμεσα στα σχοίνα και δεν μπορούσα να ξεφύγω απο πουθενα. Είμασταν και αδύναμοι απο την πείνα και έτσι το κυνηγητό ήταν άνισο. Όπως έτρεχα, απο την αδυναμία μου, μπερδεύτηκα και έπεσα μπρούμτα μέσα στα σχοίνα.Όπως έπεσα κατ΄ευθείαν πέσανε επάνω μου και αρχίσανε να με χτυπάνε με τα ρόπαλα. Μου σπάσανε το χέρι, μου σπάσανε το πόδι και μετά απο κάθε σπάσιμο με ρωτούσανε :" Υπογράφεις ρε τσογλάνι, παλιοπούστη γαμώ τη μάννα σου;". Κάθε φορά που ακούγανε το "όχι" ξεκινούσανε με πιό μεγάλη μανία και μίσος. Κάποια στιγμή με γυρίσανε ανάσκελα και εγώ είχα ακούσει πως σε γυρνάνε ανάσκελα και πηδάνε πάνω στο στήθος με αποτέλεσμα να σπάνε τα πλευρά και να τραυματίζονται σοβαρά εσωτερικά όργανα. Αυτή την στιγμή φοβήθηκα πάρα πολύ και απο τον νού μου πέρασανε οι δικοί μου , ο πατέρας μου η μάννα μου και τα ανήμπορα αδέρφια μου και κατάλαβα οτι αν πεθάνω αυτοί δεν θα έχουνε κανένα να τους βοηθήσει. Παράλληλα σκέφτηκα : εγώ θα πώ το ναί και  οταν θα βγώ θα δουλέψω ακόμη πιο σκληρά εναντίον τους.
Παραδίπλα τσακίζανε έναν στο ξύλο και αυτός επέμενε : "όχι, όχι δεν υπογράφω !" Λίγο πιό πέρα είδα ένα Τζεΐμς και τον παππά που καθόταν μέσα και χαϊδευε την κοιλιά του !

Μόλις είπα το "Ναι" οι Αλφαμίτες φώναξαν : "Τράβα τον στην άκρη να μήν μπερδευτούμε !".

Εξουθενομένος απο τις ταλαιπωρίες, την πείνα και το ξύλο δεν μπορούσα ούτε να κουνηθώ και είμαι σίγουρος ότι θα με αφήνανε εκεί να πεθάνω. 
Ο Κουτουνίδης ο Γιώργης απο το Α Τάγμα με φορτώθηκε και με πήγε στην πλατεία του τάγματος όπου οι συντρόφοι με πήραν σε ένα αντίσκηνο που λειτουργούσε σαν νοσοκομείο. Το λέω και με πιάνουν τα γέλια γιατί εκεί μέσα υπήρχαν μόνο μιά κατσαρόλα με νερό που έβραζε, κάτι ψαλίδια για να κουρέβεις πρόβατα και κάτι κουρέλια που ήταν οι γάζες.
 
.....εκεί χτίσαμε με τα χέρια μας θέατρο, γήπεδο και ήτανε και μιά χαράδρα που μας δίνανε ξύλο για να μην ακουγόμαστε. Σ΄αυτή τη χαράδρα πήγαμε να σκάψουμε για να κάνουμε αποχωρητήρια και βρήκαμε κόκκαλα.

15η σειρά, σώμα ανεφοδιασμού και μεταφορών. ΄Ωρα απόλυσης. Όχι για μένα, εγώ δεν απολύομαι. 
Πάω ρωτάω και μου λένε : "όχι μόνο δεν απολύεσαι αλλά έχεις και πρόσθετη υπηρεσία γιατί δεν παρουσιάστηκες όταν σε καλέσανε για κατάταξη"
- Μα ρε παιδιά, αφού εδώ και έξι χρόνια δεν μ΄αφήσατε να πάω σπίτι μου! Πώς να παρουσιαστώ ;

Βάζω τον πατέρα μου και πηγαίνει στη στρατολογία Δράμας και παίρνει ένα αντίγραφο της σύληψης το οποίο υποβάλλω και παίρνω την απόλυση

Μάρτης του 1952. Έξι χρόνια στις εξορίες !!!!!!!!" 


Με ζωντανή ψυχή.......

" ...... άχ παληκάρι μου, ας τα πάρω τα πράματα απο την αρχή γιατί τώρα με τα γεράματα τα μπερδεύω λιγάκι. 
Ήτανε Άνοιξη του ΄41, τότε που ο τριπλός κατακτητής άπλωσε τα νύχια του σ΄όλη την χώρα. Στήν Μακεδονία έιχαμε τους Βουλγάρους που ο Χίτλερ του υποσχέθηκε την Μακεδονία και γι΄αυτό αυτοί εγκληματούσανε με πιό πολύ βαρβαρότητα και αγριάδα. Βλέπανε την Μακεδονία να γίνεται δικιά τους γι΄αυτό !
Βαριά σκλαβιά, τα σπίτια τα βράδυα σκοτεινά, οι πλατείες τα πρωϊνά άδειες !
Είμασταν κάτι φιλαράκια που είχαμε πρωτοοργανωθεί στον Ε.Λ.Α.Σ. και δεν την αντέχαμε αυτήν την κατάσταση.
Οι βούλγαροι, τόσο βλάκες, έριξαν ένα πρωϊνό προκηρύξεις γραμένες στα βουλγάρικα και που κανένας μας δεν καταλάβαινε .
Χωρίς να ενημερώσουμε τους Κομμουνιστές εμείς, ο Ευθύμιος Δημητριάδης, Ο Ιορδάνης Βασιλειάδης, ο Μιχάλης ο Λαζαρίδης και o Θοδωράκης, το επίθετό του το ξέχασα, αποφασίσαμε και κάναμε κάτι που παρά τρίχα να κόστιζε την ζωή πολλών ανθρώπων. Μικρά παιδίά ! Χωρίς μυαλό ! Μόνο με τον ενθουσιασμό δεν κάνεις τίποτα !
Εμείς λοιπόν πήραμε τις προκηρύξεις που ήτανε γραμμένες απο την μία πλευρά και αποφασίσαμε απο την άλλη να γράψουμε κάτι ενθαρυντικό προς τούς πατριώτες μας. Με τα στυλό λοιπόν, καθήσαμε μιά νύχτα και γράψαμε σε όσες προκηρύξεις είχαμε μαζέψει, τα εξής : Έλληνες Νικηφορήτες ! Μην φοβάστε τον κατακτητή ! Θυμηθήτε τα παλληκάρια και τον αγώνα του 1821 !


Κατά τα χαράματα, αφού τις είχαμε γράψει όλες, βγήκαμε να τις σκορπίσουμε στο χωριό. Ο Ιορδάνης μας είπε πως θα πάει να ρίξει μερικές έξω απο το αστυνομικό τμήμα.
Την άλλη μέρα οι βούλγαροι καλούν τον έλληνα υπηρέτη τους, τον αρμένιο Μιχαήλ Δογραματζίδη και αυτός καταδίδει όλους τους κομμουνιστές που γνώριζε.
Τους πιάνουν οι βούλγαροι και τους μαζέυουν στην πλατεία χωρίς κανείς να ξαίρει τι θα γίνει. Τους λένε ότι έσείς γράψατε τα κείμενα και άν ξανασυμβεί θα σας εκτελέσουμε.
Ο Ιορδάνης επειδή δικαιολογημένα φοβήθηκε μήπως τους σκοτώσουνε πήγε και το είπε στο θείο του ότι εμείς γράψαμε τις προκυρήξεις και ο οποίος με φώναξε και μου είπε : "Σαββίκο έκανες ένα μεγάλο λάθος που θα μπορούσε να κοστίσει την ζωή πολλών ανθρώπων".
Η γυναίκα του όμως που ήταν δίπλα του θύμισε : "Τάσο η ψυχή του παιδιού είναι ζωντανή!"

Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΟΥ ΝΕΑΝΔΡΟΥ

....είμαι σίγουρος πως δεν την ξαίρετε αλλα πως όλο και κάτι θα έχετε ακούσει γι΄αυτήν.
Πρίν περίπου απο 155 χρόνια δεν την ήξαιρε κανείς, εκτός απο κάτι πλουσιόπαιδα της περιοχής που τις γιορτές και τις ηλιόλουστες μέρες τις περνούσαν με το να περπατούν στην γύρω περιοχή και να απολαυάνουν την φύση.
Σ΄ αυτές τις εκδρομές παίρναν μέρος κυρίως άνδρες οι οποίοι, πρίν ξεκινήσουν την ημερήσια βόλτα τους σ΄αυτήν την κοιλάδα, παραγγέλναν σε κάτι ταβερνεία της περιοχής, σωρούς  απο λουκάνικα, κάτι λίτρα μπυρόνια, τσάγια και καφέδες και φυσικά γλυκά. Φτώχια ρε παιδί μου, πολύ φτώχια ! 
Για να ξαίρουμε γιατί μιλάμε :
Μια μικρή άποψη αυτής της κοιλάδας που έμελε να γίνει πασίγνωστη, βλέπουμε στην παρακάτω φώτο.


 Όπως βλέπετε θυμίζει λιγάκι το φαράγγι της Σαμαριάς, φυσικά δεν ήταν τόσο μεγάλο, και οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι σε παλιότερες εποχές ίσως να είχε μήκος γύρο στα 2 χλμ. αλλά την εποχή στη οποία αναφερόμαστε ήταν γύρω στο 1 χλμ. και είχε βάθος γύρω στα 70 μ.
Την διέσχιζε ένα ποτάμι που ανάλογα με την εποχή ανέβαζε ή κατέβαζε την στάθμη του αλλά το σημαντικό εδώ είναι ότι είχε σχεδόν πάντα τρεχούμενο νερό, πράγμα απαραίτητο για τα ζώα και τον άνθρωπο. 
Η κοιλάδα αυτή βρίσκεται καμιά 10αριά χλμ. δυτικά απο την γερμανική πόλη Ντύσσελντορφ και εκεί κάπου στα 1865 κάτι καλόπαιδα που ασχολιόντουσαν με την φύση και με γεολογικές ανασκαφές στην περιοχή αυτή (μπάς και βρούνε χρυσό), ανακαλύψανε μία σπηλιά (βλ. βέλος στην φώτο) και λίγο αργότερα κάτι κόκκαλα για τα οποία οι ειδικοί απεφάνθησαν πώς είναι ανθρώπινα.
Επειδή η ανακάλυψη ήταν πάρα πολύ σοβαρή, για τον λόγο του ότι μέσω αυτής βρέθηκε ένας ενδιάμεσος κρίκος που ένωνε την οικογένοια των πιθηκοειδών με τον είδος άνθρωπος, πράγμα πολύ σοβαρό για τους ανθρωπολόγους της τότε αλλά και της σημερινής εποχής, έπρεπε να δωθεί ένα όνομα στο έυρημα και εδώ ξεκινάει η ιστορία της κοιλάδας του Νέανδρου.
Εκεί λοιπόν, στη γύρω περιοχή ζούσε ένας υπέροχος άνθρωπος, ντάξει ρε παιδιά..... δεν τον ήξαιρα προσωπικά αλλά και μόνο το ότι ο άνθρωπος έκλαιγε διαβάζοντας του αρχαίους έλληνες συγγραφείς με συγκινεί αφάνταστα και μου δίνει αυτόματα το δικαίωμα να το θεωρώ υπέροχο !

Joachim Neander
Τον λέγαν Joachim Neumann, είχε σπουδάσει Θεολογία, μιλούσε Λατινικά και Αρχαία Ελληνικά, συνέθετε μουσικές και τραγούδια για τις εκκλησιαστικές γιορτές, και αρχίζοντας απο δάσκαλος έγινε ιδιωτικός εκπαιδευτής μιας οικογένειας μεγαλεμπόρων και δεν άργησε να γίνει και διευθηντής της λατινικής σχολής. Απο το μεγάλο του πάθος για την Ελλάδα   και την Ελληνική γλώσσα και επειδή το όνομά του Neumann = Neuer Mann (Νέανδρος) του θύμιζε την ελληνική ρίζα της λέξης μετονομάστηκε σε Neander.
Πέρα απο τις διδακτικές δραστηριότητες το μεγαλύτερό του πάθος παρέμενε η σύνθεση εκκλησιαστικής μουσικής και ποιημάτων τα οποία εκπονούσε στις πλαγιές και τις ραχούλες της εν λόγω κοιλάδας.
Δυστυχώς, ο φίλος μας ο Γιάννης, στις 31 του Μάη, την Πεντηκοστή του 1680, άφησε την τελευταία του πνοή.
Ήταν 29 ή 30 χρονών και μάλλον η Χολέρα ύπήρξε η αιτία του πρόωρου θανάτου του.
Τα προφεσόρια λοιπόν που ασχολήθηκαν με το θέμα των ανακαλύψεων έπρεπε να δώσουν κάποια επιστημονική ονομασία στον χώρο και στα ευρήματα για να μπορούν έτσι να τα παρουσιάσουν στον επιστημονικο κόσμο της εποχής.
Ομόφωνα, και χωρίς πολλές διαδικασίες επιλέχθηκε το όνομα του αγαπητού μας Γιάννη (Neander) στο οποίο προσκόλησαν την γερμανική κατάληξη για την λέξη κοιλάδα = (Taal) και απο τότε εμείς ξαίρουμε μέν για τον άνθρωπο του Νεάντερταλ (ο οποίος πέρασε απο την Αφρική στην Ευρώπη και την Ασία πρίν περίπου 2 εκ. χρόνια) αλλά δεν ξαίρουμε ότι η λέξη αυτή είναι ελληνική !
Να λοιπόν που όλοι κάτι έχουμε ακούσει για την κοιλάδα του Νέανδρου ή τουλάχιστον ξαίρουμε ότι κάποιοι, στην ελληνική Βουλή, έχουν άμεση σχέση και συγκένια με τα ευρήματα της κοιλάδας αυτής !


Ρέ κακό που πάθαμε !!

Donnerstag, 27. Oktober 2011

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΑΙΜΟΡΑΓΟΥΝ


....είναι εξωφρενικό, είναι αδιανόητο είναι γελοίο ! Ο τίτλος του πρώτου άρθρου που βρήκα για την Ελλάδα έχει τον τίτλο 

" Οι τράπεζες πρέπει να χύσουν αίμα για την Ελλάδα "

Και..... συνεχίζει : "μετά απο δεκκάωρη συνεδρίαση αποφάσισαν οι ιδιωτικοί δανιστές της Ελλάδας να χαρίσουν το 50% του χρέους πράγμα το οποίο αντιστοιχει γύρω στα 100 εκ. €."


Μάάάάστα ! Η Μέρκελ είπε : "είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη με αυτό το αποτέλεσμα. Σ΄αυτές τις στιγμές που το βλέμμα του κόσμου είναι στραμένο επάνω μας δείξαμε πώς πήραμε τις σωστές αποφάσεις "

Ο δέ Σαρκοζύ, πιο μελό, τα εξής : "Η Γαλλία θέλησε να αποτρέψει μια τραγωδία και η φτώχευση της Ελλάδας θα ήταν μιά τραγωδία !"

Τί λέτε ωρέ γκιαούρηδες ! Σιγά μη μας πάρουν τα κλάμματα απο την καλοσύνη την δική σας και των τραπεζών ! 

Μιάς και μιλάτε για αίματα ωρέ,  ξεχνάτε ότι έχετε ρουφήξει όλον τον πλούτο της χώρας με τα δάνειά σας, τα οποία φτάναν στην χώρα μου σε μόνιμη βάση λειψά!  Ξεχνάτε τους εκβιασμούς για τα δάνειά σας που για να τα πάρουμε είμαστε υποχρεωμένοι να αγοράζουμε πολεμικό υλικό απο εσάς και να πολεμάμε σε πολέμους που εσείς φτιάξατε για τα δικά σας συμφέροντα και που αντί να στείλετε τα παιδιά σας στέλνετε εμάς ! 
Ωρέ χαμένοι μη μας το παίζετε και φιλάνθρωποι γιατί μου αναποδογυρίζετε τα σωθικά ωρέ ! 
Και αφού θέτε ωρέ να μας βοηθήσετε γιατί δεν μας τα χαρίζετε όλα και να μας δώσετε και απο πάνω κάτι παραπάνω, σαν χάρισμα, για να ξελασπώσουμε ; Δεν σας συμφέρει έτσι ; Η αλήθεια να λέγεται ! Όχι οτι θα φαληρήσετε αλλά η δουλειά σας δεν είναι να βοηθάτε, είναι να εκμεταλεύεσθε και να ρουφάτε τα πλούτη του κόσμου με οποιοδήποτε τρόπο !

Και για να καταλάβουμε τι είδους βοήθεια είναι αυτή : "Οι χώρες μέλη της ΕΕ θα συμετέχουν σ΄αύτην την πρωτόγνωρη βοήθεια των τραπεζών με 30 εκ € εκ των οποίων τα 15 εκ. θα προέλθουν απο ιδιοτικοποιήσεις κρατικής περιουσίας."
Το ακούσατε αυτό ; Μας λένε, τό τι θα γίνει πραγματικά είναι άλλη ιστορία, ότι τα 15 εκ., που εγώ φοβάμαι πως στο τέλος θα γίνουν 55, θα προέλθουν απο το ξεπούλημα της χώρας μας !
Τέλος, στο άρθρο αυτό επαναλαμβάνεται η άποψη ότι το χρέος είναι πολύ μεγαλύτερο απ΄ ότι αρχικά είχαν προβλέψει. Με άλλα λόγια.... το παιχνίδι συνεχίζεται.
Βεβαίως, γιατί έχει πολύ ψωμί ακόμη αυτή η ιστορία και είναι, όπως είπε και ο πρώην αρχηγός της γερμανικής αριστεράς Γκίζυ, καθαρά ένα παιχνίδι των τραπεζών που θα τους αποφέρει τεράστιο κέρδος βγαλμένο απο τις πλάτες του κοσμάκη !

Ωρέ καθήκια ! Κάντε πέρα ν΄ανασάνω !



Samstag, 22. Oktober 2011

Παράξενα ! Πολύ παράξενα !

Κάτι ώρες μετά απο το τέλος της απεργίας στην Ελλάδα ψάξανε και βρήκανε οι γερμανοί ότι είχαν κάνει λάθος στο λογαριασμό ! Η Ελλάδα χρειάζεται πολύ περισσότερα χρήματα απο αυτά που είχαν προδιαγραφεί για να ξεπεράσει την προσωρινή ( προσέξτε, προσωρινή ) κρίση! 
Γύρω στα 450 δίς. καπάκι θα χρειστεί η χώρα μας για να ξελασπώσει, και άν ξελασπώσει, γιατί όπως καταλαβαίνετε το παιχνίδι αυτό μπορεί να συνεχιστεί, και θα συνεχιστεί επ΄αόριστον : το χρέος μας θα αυξάνεται ! 
Τελικά δεν μας σώζει τίποτα και πρίν καταχρεωθούμε εντελώς βαράμε μία πτώχευση και δεν πληρώνουμε κανέναν ! 
Είναι λύση αυτό ;
Παράλληλα με το κακό που μας συντροφεύει αυτόν τον καιρό γίνονται και κάποιες κινήσεις παράξενες : ο τέως βασιλιάς, η Κώτσους, και το σόι του εμφανίζονται και λένε πως αυτοί έχουνε τον τρόπο να βοηθήσουνε την χώρα τους (σίκ! όταν κυβερνούσαν αυτοί τρώγαν με χρυσά κουτάλια και κλέβαν ποικοιλοτρόπως τον εθνικό μας πλούτο και τώρα θέλουν να μας σώσουν με τα κλεμμένα λεφτά ! Για κοίτα ρε σύ κάτι ξεφτίλες !). Φυσικά η σωτήρια κίνηση των καραγκιόζηδων είναι συνυφασμένη με την επιστροφή τους και εγκαθίδρυσή τους στην Ελλάδα.Οπως καταλαβαίνουμε λοιπόν πρόκειται και εδώ, άσχετα αν θα γίνει η όχι, για εκβιασμό. 
(Επίσης και ο Καρατζαφέρης μας είπε ότι βρήκε λεφτά, με επιτόκιο 3%, για να σώσει την χώρα . Που τα βρήκες ρε θηρίο !)
Τι στο διάολο βοήθειες είναι αυτές ρε καθάρματα ! Εσείς αντί να βοηθήσετε θέλετε να αρπάξετε, να κλέψετε, να ρημάξετε, να βιάσετε συνειδήσεις.


Το ταπεινό μου πνέυμα, απο τότε που άρχισε να καταλαβαίνει ορισμένα πράγματα, δεν έπαψε να ακούει για βοήθειες των πλούσιων κρατών πρός τις φτωχές χώρες,  για ένα τσούρμο ηθοποιών, καλλιτεχνών, και δεν ξαίρω εγώ τι άλλο, τους οποίους προβάλουν τα ΜΜΕ σαν σημαντικές προσωπικότητες οι οποίες εκτός απο το τερατώδες ταλέντο τους έχουν και μεγάλη καρδιά και βοηθάνε τα φτωχά παιδιά στην Αφρική, στην Λατινική Αμερική και όπου αλλού βρίσκονται.

Ρε καθάρματα ΟΛΟΙ ΣΑΣ ! 

Αν δείνατε, σαν βοήθεια το ενα δέκκατο απο αυτά που μας λέτε τότε οι χώρες αυτές θα ήταν πραγματικά πλούσιες και δεν θα είχαν την ανάγκη σας. Θα είχαν πλούτο για να φτιάξουν σχολεία, νοσοκομεία, δρόμους και θα είχαν τρόπους να καταπολεμήσουν τις ανεργίες και τα τόσα άλλα προβλήματα που τους μαστίζουν. Τα παιδάκια που βοηθάτε κύριες και κύριοι μεγαλοπιασμένοι θα είχαν φαγητό για να χορτάσουν την άδεια τους κοιλίτσα , το χειλάκι τους να χαμογελάσει, έτσι άπλά, παιδικά, και το βλέμμα τους θα είχε την χαρά μέσα του.
Τώρα ;
Δεν ντρέπεσθε λιγάκι ρε ξεδιάντροπα φτιασίδια της γκλαμούρας, φτιασίδια του κάθε "πολιτιστικού" ρεύματος, ρεμάλια της τέχνης (οι αρχαίοι ημών θα ξέρναγαν αν έβλεπαν το καλλιτεχνικό σόϊ των ημερών μας) που νομίζεται ότι τα χάφτουμε όλα αυτά ! 
Μπορεί να είμαστε φτωχοί αλλά βλάκες δεν είμαστε! Διαβάζουμε τα βιβλία που θέλουμε εμείς, ακούμε τις μουσικές που θέλουμε εμείς και κάνουμε παρέα με τους ανθρώπους που θέλουμε εμείς. Το πνεύμα μας είναι ελεύθερο σαν του Ρήγα και δεν το σκλαβώνουν οι δόλοι σας. Νομίζετε πως δεν τα βλέπουμε ; 
Πουλάτε παραμύθια, πουλάτε όπλα για να σκοτώνετε ο κόσμος, βλέπεις ο χώρος αυτός έχει το πιό πολύ χρήμα, και όταν κολλάει κάπου το παιχνίδι έχετε τρόπους να το βάζετε παλι μπρός και να μας κάνετε να αλληλοτρογώμαστε και να αγοράζουμε τάνκς, αεροπλάνα ρουκέτες, υποβρύχια, όπλα και να τα πληρώνουμε με τις ζωές μας και τις ζωές των παιδιών μας.
Δεν έχετε χορτάσει απο το χρήμα που έχετε αποθηκεύσει; Δεν έχετε δεί αρκετό αίμμα να ποτίζει την γή; Δεν σας φτάνει ο πόνος που έχετε σκορπίσει; Δεν είναι αρκετή η βία που μοιράσατε ;
Όχι έτσι ; 
Μου αναποδογυρίζεται τα σωθικά και σας υπόσχομαι θα το βρήτε, και θα με βρήτε μπροστά σας!

Καθάρματα !

( ...το ξαίρω επίσης πως με διαβάζετε ! )

Freitag, 21. Oktober 2011

GERMANIA GERMANIA ........


 Στην ανάρτησή μου "Intermezzo" αμφισβητούσα, σε πολιτισμένο επίπεδο φυσικά (Δυστυχώς ! Δεν μπόρεσα να ξεπεράσω τον εαυτό μου.) την αντικειμενικότητα, το ήθος και την σοβαρότητα των ΜΜΕ.
Είχα βάλει λοιπόν την γελοιογραφία μιας γερμανικής εφημερίδας της οποίας το νόημα δήλωνε, πως ίσως και να κυκλοφορούν σ΄αυτή τη χώρα κάποιοι που σκέφτονται λίγο διαφορετικά.
Ντάξει .... μην το δέσουμε και κόμπο ! Εφημερίδες είναι, λένε ότι θένε !

Στην σημερινή έκδοση της ίδιας εφημερίδας υπάρχει μιά διαφήμηση για ένα βιβλίο που εξέδωσε ένας γερμανός και το οποίο έχει τον τίτλο "griechify your live. Aπολαύστε την ζωή σας τζάμπα !".


Λοιπόν, πρώτα απ΄όλα όλοι, και πολύ περισσότερο οι γερμανοί ξέρουν πως η κατάσταση στην χώρα μας είναι πολύ κρίσιμη. Τι θέλει λοιπόν αυτός ο Ντίτμαρ και επιδιώκει να μάθει στούς συμπατριώτες του το "ελληνίζειν"και μάλιστα τζάμπα; Γιατί ρίχνει λάδι στη φωτιά ;
Η φυλλάδα, όπως και η κάθε φυλλάδα, κάνει πάλι την δουλειά της : "διαίρει και βασίλευε !"

Για να είμαι ειλικρινής το βιβλίο δεν τον διάβασα αλλά ακούστε τα σχόλια απο την ίδια εφημερίδα, απο την οποία είχα πάρει την γελοιογραφία για το "Intermezzo", η οποία αφού δικαιολογεί το βιβλίο σαν σατιρικό, συνεχίζει 
 τσιτάρω : "Όποιος έχει το πάθημα να μην τον ενοχλούν οι κοροϊδίες. Ο συγγραφέας ..Τάδε... αφιερώνει στους παθώντες έλληνες ένα σατιρικό βιβλίο : βασικά έναν ψευτοσύμβουλο για τους μή Έλληνες. ......Περιέχει συμβουλές για το πώς θα γίνετε ευκατάστατοι χωρίς να κουραστήτε. Π.χ. "Το τέντωμα αρκεί". ....η επιτροπή της ΕΕ που είναι υπεύθηνη για το πρόγραμμα υγείας επεσήμανε ότι το πρόγραμμα υγείας που προτάθηκε για την Ελλάδα ήταν στους Έλληνες άγνωστο. Απο τα χρήματα που πήρε όμως η χώρα γι΄αυτό το πρόγραμμα χρηματοδοτήθηκαν δάσκαλοι της γιόγκα οι οποίοι δεν έμαθαν τίποτα άλλο στους έλληνες εκτός απο δύο ασκήσεις : "η γάτα" και " ο σκύλος". Και οι δύο εκτελούνται στον ήλιο και σε περίπτωση βροχής στον καναπέ ! "

Τι να πώ ; Γελοίο ! Αυτό το βιβλίο μου φαίνεται γελοίο και ούτε που θα μπώ στον κόπο να το πάρω γιατί έχω άλλα πιό ενδιαφέροντα πράγματα να κάνω.



Το ξέρετε αυτό το θηριάκι; Ασφαλώς και όχι γιατί οι αρχαιολόγοι το βρήκαν τις προάλλες κάπου στην Βαβαρία. 
Είναι ένα δεινοσαυράκι νεογνό γύρω στα 72 εκ. και ηλικίας 135 εκ. ετών. Στις 27 Οκτωβρίου θα εκτεθεί σε μουσείο του Μονάχου.
Εκτός απ΄αυτό, τον τελευταίο καιρό έχουν βρεί σε διαφορετικούς χώρους και σκελετούς απο ερπετά, πράγμα το οποίο προσθέτει βάρος στην θεωρία για το ότι σε παλαιότερες χρονικές περιόδους επικρατούσε στην περιοχή της Βαβαρίας τροπικό κλίμα.


Εγώ πάντως αυτό θα ήθελα να το είχα ζωντανό ! Να το θρέψω να το μεγαλώσω λιγάκι, και μετά να το αμολήσω στην Βουλή. Θα του έδειχνα τους 270 και θα του έλεγα : "Δικοί σου! Όρμα!"
Τους υπόλοιπους 30 θα τους είχα σε αυστηρή επιτήρηση !

Dienstag, 18. Oktober 2011

Ο ΟΚΤΩΒΡΗΣ


Έτσι, σαν με βαραίνει η ζωή ορισμένες φορές, θέλω να ξαποσταίνω το βλέμμα μου και την ψυχή μου. Για μένα, η Φύση είναι τέχνη με όλη την σημασία της λέξης. Τι αρμονίες, τραγούδια, τρίλιες, άσματα, ποίηση, λογοτεχνία, αρχιτεκτονικές, πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά, όλα περιέχονται στην φυση !  



Γλυκά τα χρώματα του Φθινοπώρου χαρίζουν στα μάτια μου χρώματα της αγάπης, της ζωής και της χαράς κάνοντάς με να ξεχάσω για λίγο το βάρος του παρελθόντος. Μέσα απο τα χρώματα βγαίνουν μουσικές, σονάτες και πρελούδια φθινοπωρινά. 
Έτσι για να ησυχάσει η ανθρώπινη αναστάτωση, ο ανθρώπινος πόνος και το κλάμμα να με λυτρώσει.

Έτσι... μόνο για λίγο.......



Montag, 17. Oktober 2011

ΟΙ .... ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΑΡΧΙΖΟΥΝ


" .... άαάάχχχ παληκάρι μου, τίποτα δεν με πονάει περισσότερο όσο αυτή η καταραμένη η Βάρκιζα ! Παραδώσαμε τα όπλα ! Πού ακούστηκε αυτό το πράμα ! Μετά απο τέτοιους αγώνες, μάχες, θυσίες, αιμματοκύλισμα, προδοσίες, και να μην έχεις καταλάβει το προσωπείο του εχθρού σου ; Και όμως τα παραδώσαμε και ανοίξαμε την μεγαλύτερη πληγή στον τόπο μας ! Ναί άκου με που σου λέω ! Άν δεν τα παραδίδαμε δεν θα είχαμε τόσα θύματα γιατί δεν θα είχαμε τον εμφύλιο.
Άσε, τα λέω και πικραίνομαι, και πιό πολύ πικραίνομαι που το παληκάρι, ο Άρης, ο μόνος που κατάλαβε τον δόλο των καριόληδων, Άγγλων και ντόπιων, πήγε προδωμένος απ΄τους ξένους κι΄απ΄τους δικούς του.
Έέέέέέ μετά ξέρεις..... οι ταγματαλήτες και τα τσιράκια τους άρχισαν τα εγκληματικά  τους όργια. Φυλακές, εξορίες, ξυλοδαρμοί, δολοφονίες και βασανιστήρια είναι η εκπλήρωση των υποσχέσεων που έδωσαν οι Άγγλοι και η συνένοχη κυβέρνηση στους αγωνιστές της Ελλάδας.
Για μένα το πιό τρομαχτικό γεγονός αυτή την περίοδο είναι το μάζεμα μιάς ομάδας ανταρτών που τους μάζεψαν στη Δράμα και τούς δολοφόνησαν στο ρέμα της Αγίας Βαρβάρας. Πρωτοστάτης σε αυτού του είδους τα εγκλήματα ο Αντών - Τσαούς.
Εμένα με ξέρανε ότι έκανα παρέα με αριστερούς και αμέσως αρχίσαν να με ψάχνουνε. Έμεινα δύο μήνες κρυμένος στου Αλεπουδέλη και του Χαραλαμπίδη ο οποίος παρ΄ότι δεξιός δεν δίσταξε να με κρύψει. Μετά όμως ο μεγάλος φόβος τους ανάγκασε και αυτούς να με παρακαλέσουνε να φύγω γιατι αλλιώς θα έβαζα σε κίνδυνο τις ζωές των οικογενειών τους.
Δεν ήξερα τι να κάνω. Χρήματα δεν είχα, δουλειά δεν είχα, οι φίλοι και οι γνωστοί μ΄αποφεύγαν λόγω ιδεολογίας. Ντροπή ! Τώρα που τα θυμάμαι λέω, ντροπή ! Εμείς που δώσαμε  τα νιάτα μας, το αίμμα μας, την ζωή μας, για το καλό του τόπου να είμαστε αναγκασμένοι να κρυβόμαστε σαν τους κλέφτες και τους προδότες, σαν τους εγκληματίες ! Αίσχος !
 
Έφυγα μαζί με τον Ιορδάνη, φίλο και συναγωνιστή, και πήγαμε στην Κομοτηνή όπου δουλέψαμε ένα μήνα στις πατόζες. Αντί για λεφτά μας δώσανε απο ένα τσουβάλι στάρι και έτσι φορτωμένοι γυρίσαμε στο χωριό μιά και τα πράγματα είχαν ησυχάσει λιγάκι.
Μόλι έφτασα στο χωριό πήγα κατ΄ευθεία στο σπίτι όπου απο την μάνα μου έμαθα ότι με ζητάνε να με πάρουνε φαντάρο και πως έπρεπε να παρουσιαστώ στη Δράμα. 
Πηγαίνω λοιπόν την άλλη μέρα στη στρατολογία της Δράμας και τους λέω τό και τό. Με βάλανε σε μία αίθουσα μαζί με άλλους που στέκονταν στην ουρά και μου είπανε να περιμένω να έρθει η σειρά μου. Περίμενα λοιπόν και μετά απο λίγο βλέπω και έρχεται πίσω μου στη σειρά ο γιός του Μπαχάρη που ήταν συμαθητής μου στο δημοτικό. 
Λίγο πρίν έρθει η σειρά μου αυτός έκανε νόημα στους στρατιωτικούς και τούς λέει δείχνοντάς με: "...αυτός είναι απ΄τούς άλλους......." 
Τότε αυτός που μας έκανε έλεγχο σηκώθηκε, ήρθε στάθηκε μπροστά μου και μου λέει : "Τι είσαι εσύ ρέ ; Κόκκινος; Τρία αδέρφια μου φάγατε ρέ ! Και στου βοδιού το κέρατο ρε να πάτε θα σας βρούμε......"


Σ.Ε.Μ. Σιβητανείδιος σχολή που τότε ήταν στρατιωτικός χώρος. Μιά μέρα ο επιλοχίας που ήταν πάοτζης (Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση ) μας φωνάζει και μας λέει πως πρέπει να πάμε σε άλλο στρατόπεδο. Μα στέλνουνε στη Καλιθέα όπου ένα ωραίο πρωϊνό μας ανακοινώνουνε στο προσκλητήριο να μαζέψουμε τα δημόσιά μας είδη και να είμαστε έτοιμοι για αναχώρηση. Από εκεί μας στέλνουνε στο Λιόπεσι και μας λένε να ψάξουμε να βρούμε το στρατόπεδο. Εμεις αφού φτάσαμε εκέι αρχίσαμε να ρωτάμε για το στρατόπεδο αλλά ο κόσμος, που ήτανε αγριεμένος απο όλες τις φάσεις του καιρού,  μας έκλεινε τις πόρτες γιατί φοβότανε ξέροντας ότι εκεί μαζεύονται "ανεπιθύμητα" άτομα. 
Τελικά μετά απο πολύ ψάξιμο και κούραση το βρήκαμε και καθήσαμε εκεί μέχρι τον Δεκέμβρη του ΄45.

Μια βραδυά και ξαφνικα, χωρίς καμία προειδοποίηση έρχονται τα τζεϊμς και μας παίρνουν και μας πάνε στο Λαύριο.
Πού πάμε ; Κανένας δεν ήξερε που πάμε. Τελικά την άλλη μέρα το απόγευμα μας βάζουνε στο πλοίο, σαν τα ζώα, και ξεκινάμε για τον 
Αϊ - Νικόλα της Κρήτης. 
Εμείς για να κρατήσουμε το ηθικό μας ψηλά μόλις φτάσαμε και μιάς που δεν ξέραμε τι θα γίνει, αρχίσαμε να τραγουδάμε πατριωτικά τραγούδια. Οι Κρητικοί ακούσαν τα τραγούδια άρχισαν να ρωτάνε ποιοί είναι αυτοί. Σαν απάντηση απο τους στρατιωτικούς πήρανε, ότι είμαστε Βούλγαροι πράγμα που τους έκανε να αναρωτηθούν, μα αφού είναι Βούλγαροι γιατι τραγουδάνε ελληνικά. Η απάντηση : είναι Βούλγαροι που ξέρουν ελληνικά !!!!!

Στον Αί Νικόλα έμεινα μέχρι τον Μάρτη του ΄46. Εκεί γνώρισα πραγματικά παλικάρια που μόνο με την συμπεριφορά τους δίνανε μαθήματα πατριωτισμού και ανθρωπιάς.

Κάποια μέρα λοιπόν μας μαζέψανε και αρχίσανε να μας ξεχωρίζουν σε

α) ελαφρώς μολυσμένους, τους οποίους στείλανε στον εθνικό στρατό
β) σε άτομα που τους δώσανε προσωρινό απολυτήριο (ανάμεσα σ΄αυτούς και εμένα)
γ) στούς υπόλοιπούς, που ήτανε καμιά 80αριά άτομα, και που τους στείλανε στο Ηράκλειο και απο εκεί σε άλλα στρατόπαιδα για να τους πάνε τελικά στην Μακρόνησο. "



Samstag, 15. Oktober 2011

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ


Ο Πατέρας έχτισε ένα παράνομο σπίτι (εκτός σχεδίου που λένε γιατί τα οικόπεδα εκεί ήταν πιο φτηνά και ο άνθρωπος δεν είχε χρήματα. Θα μου πείς γιατί δεν του δάνειζε το κράτος ρε φίλε ; Θα σου πώ τότε ότι καλό θα είναι να ξαναμπείς στο Δαφνί !)
Το σπίτι το έχτισε μόνος του και τ΄ούφτιαξε και κάποια μυστικά που με τον καιρό κατάλαβα το νόημά τους και την σημασία τους. Έσκαψε ένα χώρο στο έδαφος 1Χ1 μ. και εκεί μέσα έκρυψε κάτι στολές, κάτι κουρέλια που τα είχε τυλιγμένα, ένα ραδιόφωνο και ένα κουτί απο λευκό ξύλο που όταν του το ζήτησα για να βάζω μέσα τα περιοδικά των Μίκυ-Μάους που κατείχα μ΄ούριξε ένα παράξενο και βαθύ βλέμμα και μου είπε να πάρω το κουτί απο τα παπούτσια που μου είχε αγοράσει τον τελευταίο χρόνο και να τα βάλω εκεί μέσα. Ο χώρος αυτός βρισκόταν έξω απ΄το σπίτι και απο επάνω ακριβώς έχτισε με λαμαρίνες και ξύλα μια μικρή αποθηκούλα.
Το σπίτι το  κάλυψε με κεραμύδια και έκανε ένα ταβάνι απο ξύλα και σκληρό χαρτόνι. Το χαρτόνι το είχε κόψει σε τετράγωνα τμήματα μεγέθους 1Χ1 μ. και το είχε καρφώσει προσαρμοστά στα ξύλα επάνω με τέτοιο τρόπο που ήταν αδύνατο να διακρίνεις την κρύπτη που είχε φτιάξει κοντά στην γωνία και που κάποιες βραδυές τον "συνέλαβα" να είναι ανεβασμένος σε μιά σκάλα και να την έχει ανοιχτή έχοντας μπροστά του μιά πελώρια βαλίτσα με βιβλία.

Οι στολές μυρίζαν λευτεριά, τα κουρέλια κρύβαν ένα αυτόματο ΜΡ 40 και δύο περίστροφα, το κουτάκι είχε αμέτρητες σφαίρες και το ραδιόφωνο έκανε τον πατέρα τα βράδυα να κλαίει.

Κάποιο βράδυ, λίγο μετά που ήρθε η δικτατορία, η μάνα είχε αρχίσει να μαζεύει το τραπέζι και οι δύο μας αποτελειώναμε το φαγητό, άρχισε να μου μιλάει με σιγανή φωνή. Θυμάμαι μ΄ούπε ότι υπάρχουνε κάποιοι που σκοτώνουνε, κάποιοι που πάνε φυλακές, κάποιοι που βασανίζουνε ανθρώπους κάποιοι που θυσιάζονται για την λευτεριά και την πατρίδα και πώς μπορεί κάποιοι κάποια μέρα να έρθουν να τον πάρουν.
Εμένα, σαν μικρό παιδί, το τελευταίο δεν μου άρεσε καθόλου. Που να φανταστώ πως τα άλλα ήταν πολύ χειρότερα απ΄αυτό (αναλόγως φυσικά πως θα κατέληγε )! 
Μου είπε να ξεχάσω τον λάκκο στην αποθηκούλα και πως ότι κι΄αν γίνει, ότι κι΄αν συμβεί να μην πώ σε κανέναν απολύτως τίποτα για την ύπαρξη αυτού του χώρου γιατί τότε είναι που θα μας πηγαίνανε όλους φυλακή.
Μόλις τελείωσε σηκώθηκε και τράβηξε απο κάτω απο το κρεβάτι την γνωστή πελώρια βαλίτσα, μόνο που  ήταν σχεδόν άδεια ! 

- Πατέρα τι τα έκανες τα βιβλία ;
- Τα πιό επικίνδυνα τα έβαλα στον λάκκο τα υπόλοιπα μπορείς να τους ρίχνεις μιά ματιά αλλά να ξέρεις ότι κι΄αυτά είναι απαγορευμένα !

Δεν χρειαζόμουν περισσότερες κουβέντες. Κατάλαβα πιά ότι η βαλίτσα και το περιεχόμενό της ήταν πλέον και υλικό δικό μου.

Ήταν απ΄τα μεγαλύτερα βιβλία που έχω δεί. Σήμερα μόνο τεράδια σχεδίου υπάρχουν σ΄αυτό το μέγεθος. Πελώριο ! Σήμερα σκέφτομαι πως ίσως και νάτανε πολύ μικρό για να χωρέσει τον πόνο και την αδικία, το έγκλημα και τα βασανιστήρια των ανθρώπων που πέρασαν απο αυτόν τον χώρο.

Ο Τίτλος του : "ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ".

Εκεί μέσα είδα για πρώτη φορά ανθρώπους να κρατούν καυτά σίδερα και να τα ακουμπούν στις πατούσες συνανθρώπων τους, ανθρώπους σκελετούς, ανθρώπους που το βλέμμα τους τρόμαζε την δική μου παιδική ματιά. Εκεί είδα για πρώτη φορά γυναίκες ντυμένες με κουρέλια και με κλάμματα στα μάτια, βλέμματα απελπισμένα, στόματα ανοιχτα απο την απελπισία, ανθρώπους να κρατούν στη αγκαλιά τους αυτόν που τον τρελάνανε στο ξύλο.
Οι φωτογραφίες αυτές και τα σκίτσα μένουν ανεξήτηλα στην μνήμη μου και την ψυχή μου σαν εικόνες φρίκης, βιασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του ανθρώπινου νού.

Τα χρόνια περνούσαν και οι σκηνές αυτές, που είχα δεί με παιδικά μάτια, συντρόφευαν την εφηβική μου ζωή και δεν σβύναν και ούτε έχαναν την αγριάδα και την βία που περιείχαν. Το σκηνικό αυτό συνέχισε να υπάρχει πάντα μέσα μου μόνο σε εικόνες αλλά έμελλε να συμπληρωθεί και με "ηχητικό υλικό". Κάποια περίοδο που είχα επισκεφτεί τους δικούς μου στη Στουτγάρδη, άρχισα να ξυπνάω την νύχτα απο φωνές του Πατέρα.
Το περιεχόμενό τους δεν μου έδινε καμιά πληροφορία. Ήταν ένα συνεχόμενο " ώώώώχ..... ώώώώώώχχχ, όόόχι.... μήήήήήήή, όόόόόόχιιιιιιι "

Αφού πέρασαν κάποια βράδυα και η ιστορία συνεχιζόταν αποφάσισα ένα βράδυ να παραφυλάξω και να ξυπνήσω τον γέροντα για να τον ρωτήσω.

Δεν χρειάστηκα πολύ. Θυμάμαι το επόμενο βράδυ, άκουγα τις ειδήσεις των 12:00, όταν άρχισε να φωνάζει και να χειρονομεί. Πάλι τα ίδια : " ώώώώχ..... ώώώώώώχχχ, όόόχι.... μήήήήήήή, όόόόόόχιιιιιιι, δεν θέλω, δεν θέλω μήήήήή, θα με σκοτώσεις ".
Τούτη την φορά ξύπνησε αλαφιασμένος και εγώ τρόμαξα. Τρόμαξα τόσο πολύ γιατί στο αγριεμένο βλέμμα του είδα τα βασανιστήρια, είδα την πείνα είδα το ξύλο που του δείνανε κάθε βράδυ, πρός συμόρφωσην, είδα τα μάτια ενός ανθρώπου που βρίσκεται λίγο πρίν την τρέλα, είδα τις εξορίες (τις διακοπές όπως τις λέει ο ίδος). Με κοίταζε για αρκετά δευτερόλεπτα σαν χαμένος. Τα μάτια γουρλωμένα και ανέκφραστα, το στόμα ορθάνοιχτο, το βλέμμα χαμένο και να με διαπερνάει χωρίς να με αναγνωρίζει. Τρόμαξα κι' εγώ και φώναξα χαμηλόφωνα τον αδερφό μου. Λίγο πρίν έμφανιστεί ο αδερφός μου ο γέροντας είχε συνέλθει. Με πλησίασε με αργά βήματα, μ΄έσφιξε στη αγκαλιά του και πρίν του βγεί η λέξη "παιδί μου" ξέσπασε σε ατελείωτους λυγμούς. 

Καθήσαμε ξύπνιοι μέχρι τα ξημερώματα. Μές στο κλάμμα μου μίλησε για τους εφιάλτες που τον κυνηγούν, τα συντρόφια που έχασε και που δώσαν την ζωή τους, για τις "διακοπές" του, τις "κρουαζιέρες" του και τα "καλά" που πέρασε και που του χάρισε αυτή η χώρα.
Απο τότε τον ακούω συχνά τον γέροντα τις νύχτες να λέει τα "όχι" του και τα "δεν" του. Να μουγρίζει μές στην νύχτα σαν ζώο που το σφάζουν, και να ανασηκώνεται απο το κρεβάτι του με βλέμμα τρελού, με βλέμμα ανθρώπου που του κλέψαν το παρών, το παρελθόν και το μέλλον.Τον βρίσκω καθιστό στο κρεβάτι του, μές στο σκοτάδι.

Μαγκώνεται η ψυχή μου και το δάκρυ κυλάει στο μάγουλό μου.

Κάποια μέρα, στα κοντά, θα βγάλω και τα αναμνηστάρια που με περιμένουν. Είναι δική μου, κατάδική μου κληρονομιά ! 
Θα τα σκουπίσω, θα τα καθαρίσω και θα τους δώσω ζωή ! 
Τους τρακόσιους ξέρω που θα τους βρώ! 
Κι΄αν δεν τους βρώ όλους μαζί δεν πειράζει. Θα αρχίσω απ΄τους πιό χοντρούς που δεν μπορούν να κρυφτούν και που το λίπος τους είναι η ταμπέλα της ντροπής τους που τους συνοδεύει μια ζωή σχεδόν !




Sonntag, 18. September 2011

O ΜΙΝΟΡΑΚΙΑΣ IN PERSONA


Σε καμία περίπτωση η ανάρτηση αυτή δεν αποσκοπεί στην οποιασδήποτε μορφής αυτοπροβολή.
Ψάχνοντας για κάτι απαραίτητα χαρτιά που θα χρειαστώ τις επόμενες τρίς βδομάδες "σκόνταψα" σ΄αυτό περί ού ο λόγος που παράλληλα με οδήγησε στο να θέλησω να τιμήσω ένα άγνωστο πρόσωπο.




Ήταν ένας Χειμώνας που τα οικονομικά μου δεν μου επέτρεπαν "ρόδα" κι΄έτσι, όταν ήθελα να πάω στη δουλειά μου, ήμουνα "εξαρτημένος" απο τα δρομολόγια τραίνων και λεωφορείων.
Το πράμα δυσκόλευε όταν είχα υπηρεσία τις γιορτές και τις Κυριακές. Τότε η θα έφτανα πιό νωρίς ή θα πήγαινα καμιά ώρα αργότερα στη δουλειά.
Την πρώτη του Γενάρη του 1995 και ημέρα Κυριακή βρέθηκα στα σοκκάκια του Φραϊμβούργου γύρω στις 10:30 και μιας και είχα μπροστά μου 1 ώρα περίπου αποφάσισα να πιώ έναν καφέ.

Το μόνο καφέ αυτήν την μέρα και ώρα που είχε ανοιχτά ήταν το Uni Cafe ( το καφέ δηλαδή του πανεπιστημίου. Τρίχες βασικά γιατί ήταν ένα κανονικό καφέ χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο αλλά ομολογουμένως, με καλό καφέ) κι΄έτσι χωρίςνα υπάρχουν περιθώρια επιλογής τράβηξα για κεί.
Φτάνοντας απ΄έξω κάποιος, βγαίνοντας, μου άνοιξε και μου πρότεινε να περάσω μέσα πρίν να βγεί αυτός γιατί, όπως μ΄ούπε "κάνει κρύο".
"Καλοδεχούμενος λοιπόν " σκέφτηκα..
Λίγοι οι πελάτες και ανάμεσά του ο Ούβε, ένα αλάνι, ήσυχος τύπος, γύρω στα 50, με ξυρισμένο το κεφάλι που τον τελευταίο καιρό το είχε ρίξει στα τσάγια με μέντα γιατί, όπως μ΄ούπε, έκανε εθελοντική αποτοξίνωση μιάς και είχε αποφασίσει οριστικά να αλάξει ζωή, να παρατήσει τις τρέλες και να μπορέσει να ξαναδεί τις δυό κόρες του που είχαν γίνει κοπέλες και είχε να τις δεί 15 ολόκληρα χρόνια..
Ο Ούβε κοιμόταν και την έβγαζε στο έξω, κάτω απο γέφυρες, στα πάρκα και πολλές φορές μέσα στα ταβερνεία γιατί οι μαγαζάτορες τον γνώριζαν και του δίνανε να κάνει δουλειές για κάποιο χαρτζιλίκι και τον αφήνανε να κοιμηθεί σε κάποιους χώρους που μέναν αχρησιμοποίητοι.
Ο Ούβε καθόταν στο μπάρ κ΄έτσι, πάλι χωρίς να χρειαστεί να πάρω αποφάσεις, πήγα και κάθισα δίπλα του.Μου έδωσε το χέρι 
και μου ευχήθηκε χρόνια πολλά. Με ρώτησε τι θα πιώ να με κεράσει και επειδή τον είδα ορεξάτο τον άφησα και παρήγειλα έναν καφέ.
Απέναντι μας, απο την άλλη μεριά του μπάρ, πήρε το μάτι μου μιά μουτσούνα παράξενη, χοντροκομένα χαρακτηριστικά, το πρόσωπο σκαλισμένο απ΄το ξενύχτι και το πιοτό, και ποιός ξαίρει ποιές άλλες "αμαρτίες", χέρια σκληρά, ξερά και μουδιασμένα που έδειχναν μια φοβερή δύναμη, όπως και η κορμοστασιά, ντούρα και σφυχτή.
Συζητώντας γενικά με τον Ούβε παρατήρησα ότι ο τύπος έσκυψε και πήρε μιά βαλιτσούλα απο το πάτωμα, έβγαλε κάτι χαρτιά και κάτι μολύβια και... τ΄όριξε στο ζωγράφισμα. 
Ντάάάξει, είπα, ο κάθε άνθρωπος έχει τα χούγια του και ποιός ξαίρει αυτός τι χούγια έχει. Μετά ίσως και να ξεδίνει ο άνθρωπος . Είναι τώρα κατάσταση αυτή χρονιάρα μέρα να κάθεσαι πρωϊ πρωϊ στο καφέ και να ζωγραφίζεις..... ξαίρω γώ ρε παιδί μου.
Πάντως αν έβλεπες τον τύπο κάπου έξω, λόγω της αγριάδας που ακτινοβολούσε, θα έκανες σίγουρα κίνηση για να τον αποφύγεις.
Το τυπάκι δούλευε με τέτοιο νεύρο που οι κινήσεις του, που τις αντιλαμβανόμουνα με την άκρη της ματιάς μου, με αγχώνανε και κάθε τόσο έσβυνε και διόρθωνε, έσβυνε και διόρθωνε.

΄Ηρθε η ώρα για να φύγω λοιπόν, ο Ούβε με αγκάλιασε και μου ευχήθηκε τα καλύτερα για την χρονιά. Το τυπάκι ανασηκώθηκε λίγο απο το κάθισμά του και μου πετάει : 

"μιά στιγμούλα-μιά στιγμούλα !". 
Τον κοίταξα περίεργα και μέχρι να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου, 
για .. ποιό λόγο, σηκώθηκε, με πλησίασε και δίνοντάς μου μιά μεγάλη κόλλα χαρτί μου είπε : " Έχετε μιά ευγενική όψη. Ο Θεός μαζί σας ". 

Συγκινημένος άπλωσα το χέρι μου και πήρα το χάρισμά του μαζί κι΄ένα μάθημα ευαισθησίας απο κάποιον που, κρίνοντας απο την φυσιογνωμία του, τον θεωρείς ανίκανο για μιά τέτοια πράξη.

Έτσι άρχισε αυτή η χρονιά του 1995. Μ΄ένα μάθημα για τα μυστικά και τα ωραία που κρύβονται σ΄αυτήν την ζωή !




.

Samstag, 17. September 2011

ΤΡΙΛΟΓΙΑ 3 ( Ο ΜΑΤ ΚΑΙ Ο ΡΟΝΥ )

Ακούμπησα την ψυχή μου σ΄αυτούς τους δύο φίλους  μου και δεν μου πάει καθόλου να τους αφήσω επειδή κάποιες μέρες θα λείψω.
Με ξέρω,δεν θα μπορώ να κοιμηθώ, έτσι όπως έγινε και τις προάλλες με τον φίλο μου τον Άρη, και όπου και αν βρίσκομαι η σκέψη μου θα είναι κοντά τους (μην μπλέξετε φίλοι μου με "μινοράκηδες").
Οι ματιές τους θα με πληγώνουν και θα μου θυμίζουν το "χρέος" της ψυχής. 

Η ζωή είναι ένα μυστήριο πράγμα. Έρχεσαι, γίνεσαι (το τί γίνεσαι είναι άλλη ιστορία, πάντως γίνεσαι), ακολουθείς τους νόμους και τα παιχνίδια που σου μαθαίνουν, δημιουργείς και αναπτύσεις συναισθήματα που σου μαθαίνουν, γίνεσαι (χωρίς κάν κι΄ο ίδιος να το ξέρεις) μια μαριονέττα και παίζεις το παιχνίδι σου στο πατάρι της ζωής όσπου κάποια μέρα τελειώνει το μέρος σου και αποχωρείς.
Στον μονόδρομο αυτό η ματιά μας και η προσοχή μας είναι στραμένες στην προσωπική μας ζωή, αυτό που εμείς κάνουμε, επιδιώκουμε, κερδίζουμε και προσπαθούμε, και με το δίκιο μας φυσικά ! 
Σ΄αυτόν τον κόσμο υπάρχουν κάτι σπάνιοι ανθρώποι που στην πορεία της ζωής τους και με τον καιρό η ματιά τους στρέφεται προς τους συνανθρώπους τους και βλέπει τον πόνο, την κακουχία, την άδικη φτώχια, το παράπονο. Ακούνε τον αναστεναγμό του συνανθρώπου τους, το βάσανό τους και το κλάμμα τους. Η ψυχή τους τους αγκαλιάζει, τους παρηγορεί, και το χέρι τους τους χαϊδεύει.

           - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
   
- Ποιός είσαι εσύ που μου τριγυρνάς σαν χαβανέζικη φώκια ;

Ο Μάτ σταμάτησε απότομα τον περίπατο που έκανε στον διάδρομο και άρχισε να παρατηρεί τον Ρόνυ που φορούσε μιά πολύχρωμη πουκαμίσα και ένα πράσινο σορτσάκι.
Ο Ρόνυ, που ερχόταν απο την αντίθετη κατεύθυνση, σταμάτησε κι΄αυτός και κοιτούσε με χαμένο βλέμμα τον Μάτ.

-Άν εγώ είμαι μιά φώκια τότε εσύ είσαι ένας ξεχασμένος γύπας που στραβώθηκε.
- Χά χά χά ! Στραβώθηκε ! Τι ωραία που το πέτυχες ! Ναί στραβώθηκα, γιατί το να βλέπω κάτι φώκιες σαν και του λόγου σου θα μου χαλνούσε τις λίγες μέρες μου !
- Εσύ με ποιό αεροπλάνο ήρθες ;
- Με το χθεσινό !
-  .......... Σου αρέσει η πουκαμίσα μου; Μου την φέρανε με την πρωϊνή πτήση και πρέπει να την δώσω πρίν το απόγευμα πίσω γιατί φεύγει για την Χαβάη. Έλα να σου δείξω που είναι η Χαβάη.

Ο Ρόνυ πήρε τον Μάτ απο το χέρι και βγήκανε στον κήπο.
Αυτή ήταν η πρώτη τους συνάντηση και απο τότε δεν ξέρω κι΄εγώ γιατί, τους έβλεπες κάθε μέρα μαζί. Πολλές φορές κρατιόντουσαν χέρι χέρι, σαν δυό άνθρωποι που βρίσκονται σε κάποιο επικύνδυνο μονοπάτι και χρειάζεται ο ένας την βοήθεια του άλλου, και άλλοτε τους έβλεπες να κάθονται σε διαφορετικά παγκάκια και να αδιαφορούν ο ένας για τον άλλο, πράγμα που δεν κρατούσε όμως πολύ γιατί κάποια στιγμή ένας απ΄τους δυό πλησίαζε τον άλλον και ..... η συνάντηση γινόταν πιά γεγονός.

- Φώκια να το ξέρεις ! Όπου κι΄άν πάς, όπου κι΄αν βρεθείς να έχεις φώς στην ψυχή σου και να την φωτίζεις. Άν μπορείς να δείνεις και στους άλλους να βλέπουν.
- Ναί ναί θα δίνω και στους άλλους να βλέπουν γιατί αλλιώς δεν θα παρκάρουν σωστά και θα χαλάσουν και τον διάδρομο.
- Ακριβώς ! Και άμα χαλάσει ο διάδρομος τότε .....
- Τότε γύπα μου δεν θα μπορεί να προσγειωθεί κανείς μα κανείς...
- Καμία ψυχή φώκια.
- Καμία, καμία !  Δέέέ... μου λές εσύ πότε θα προσγειωθείς να πάμε να πιούμε καμιά μπύρα μαζί. Κερνάω !

Κάποιο Χειμώνα ο Μάτ αρώστησε και ήταν για μιά βδομάδα στο κρεβάτι. Ο Ρόνυ δεν έφυγε ούτε στιγμή απο κοντά του και κάθε μέρα τον τάϊζε και του έφερνε καφέδες, νερά, σοκολάτες και μια φορά πήγε να περάσει μέσα και ένα κασόνι μπύρες.

- Ρόνυ τι είναι αυτό ;
- Μπύρες χωρίς αλκοόλ.
- Να ανοίξουμε μία για να δούμε;
- Όχι γιατί θα χαλάσει η σειρά!
- Ποιά σειρά;
- Η σειρά του σχήματος και των χρωμάτων !!

Τις επόμενες ημέρες, ο Μάτ ήταν ακόμη αδύναμος για να περπατήσει, ο Ρόνυ τον κουβαλούσε σε ένα αναπηρικό και τον πήγαινε βόλτες σ΄όλο το ίδρυμα και στον κήπο.

Η Άνοιξη είχε μπεί για τα καλά και το πρωϊνό με βρήκε καθισμένο στον κήπο με το πλεχτό στο χέρι (Ναί πλέκω ! Παρεξηγήθηκε  κανείς;). 
Ο Μάτ ήταν καθισμένος σ΄ένα παγκάκι λίγο παρακάτω και φαινόταν ν΄άναι χαμένος σε απύθμενες σκέψεις, γι΄αυτό και δεν θέλησα να τον ενοχλήσω. 
Ο Ρόνυ παρουσιάσθηκε απο τ΄αριστερά μου, με κοίταξε για λίγο και μετά, αφού ανακάλυψε που βρίσκεται ο Μάτ, κατευθύνθηκε προς το μέρος του. Τον πλησίασε και χωρίς να τον ρωτήσει κάθισε δίπλα του.

- Γιατί δεν με ξύπνησες να πιούμε καφέ μαζί ;
- Γιατί ήθελα ν΄άμαι μόνος μου!
- Μόνος είναι όταν είμαστε μαζί ! Ολόκληρος γύπας δεν το πήρες ακόμη χαμπάρι;
- Μου χαλάς τα χρώματα !
- Θα σου τα ξαναφτιάξω ! Έλα πάμε .
- ΄Οχι, δεν θέλω να πάω πουθενά !
- Κι΄εγώ θέλω να πάμε μαζί για καφέ, κερνάω, και θέλω να μου μιλάς για τα χρώματα του πρωϊνού και του δειλινού.
- Γιατί ;
- Γιατί σήμερα έχω ένα βαθύ σκοτάδι στην ψυχή μου και θέλω να μου δώσεις λίγο φώς.

Ο Μάτ γύρισε αργά-αργα το κεφάλι του προς τον Ρόνυ, αγκάλιασε με τις παλάμες του το κεφάλι του και τον φίλησε στο μέτωπο.
Ο Ρόνυ ξέσπασε σε κλάμματα και έπεσε στη αγκαλιά του φίλου που τον χαϊδευε τρυφερά στο κεφάλι και μονολογούσε : "το δείλι κι΄η αυγή φίλε μου έχουν τα καλύτερα χρώματα. Είναι σαν την ζωή : άν τα πάς καλά, σαν παιδί και σαν ηλικιωμένος έχεις τα καλύτερα χρόνια".


ΤΕΛΟΣ  ΤΗΣ  ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ