Sonntag, 1. September 2013

ΛΟΓΙΑ ΤΡΕΛΟΥ


 .... τι φάρμακα και σαχλαμάρες !!  Όλα είναι χημεία ! Χημεία σου λέω, και μάλιστα πιο χειρότερη απο αυτήν που ρίχνει αυτός ο Ασσάντ. 
Και δε μου λές ρε καρντάση, απο που τα πήρε όλα αυτά τα χημικά αυτός ο παλιόπουστας; Μη μου πείς ότι τα έφτιαξε μόνος του ! ΄Οχι, όχι ! Ένα πουλάκι, βασικά δεν ήτανε πουλάκι αητός δυό μέτρα ήτανε, μου είπε ότι του τα πουλήσανε αυτοί που τώρα φωνάζουνε. Και δε μου λές, όταν του τα δώσανε τί νομίσανε ότι θα τα κάνει ρε σύ, μπορείς να μου πείς ; Μπά και νομίσανε ότι θα τα χρησιμοποιήσει σαν μπαχάρια για να φάει ο κόσμος νόστιμο φαγητό ή μήπως του τα δώσανε για να κάνει καλό τουρσί ;
Ναί ! Και τώρα σχίζουν τα ρούχα τους για το κακό που κάνει δήθεν αυτός ο παλιάνθρωπος ! Ξαχάσαμε το Βιετνάμ, την Χιλή, την Νικαράγουα, την Ελλάδα, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και μάθαμε και τα χημικά !!
Και έρχουνται και οι "γιατροί χωρίς σύνορα" να μας πούν, ναί έριξε δηλητήριο ο παλιάνθρωπος ! 
Και που ξέρω γω ρε φίλε αν δεν τους τάξανε λαγούς με πετραχήλια να πούν και αυτοί μια κουβέντα για να γίνει η δουλειά. Μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη σ΄αυτούς ; Παντού, βασικά εκεί που τους συμφέρει, βλέπουν, πυρηνικά, χημικά, δολοφονίες και βάλε ! Λές και αυτοί έρχονται με τον Σταυρό στο χέρι να μας σώσουν !

Αυτός ο Ομπάμιας όμως συνετό παιδί ! Δεν κάνει παράλογες κινήσεις. Περιμένει το κογκρέσσο που ακόμη πίνει εσπρέσσο, για να του πεί τι θα κάνει και αν είναι συνετό τέλως πάντων να καθαρίσουνε με βομβίτσες και σφαιράκια κάνα δυό τσογλάνια που ρίξανε χημικα. Εεεε βέβαια μην βιαστούμε και κάνουμε και κάνα λάθος τραγικό και ανεπανώρθοτο ! ΄Ακου να δείς !!

Ρε σύ, είδα και τον Βενιζέλο να αγκαλιάζει το αυτοαποκαλούμενο "μακάκα", εγώ βασικά δεν θα αγκάλιαζα ποτές ένα μακάκα που έχει και το "γνώθι σ΄αυτόν", και λένε ότι τα παιδιά αυτά συγκινηθήκανε απο τις προθέσεις του Ομπάμια και μιάς και γνωρίζουνε ότι το παληκάρι δεν έχει και τόσα φράγκα για να κάνει την δουλειά του, λένε να του στείλουνε και κ΄άναν έλληνα, καλό όμως έέέέ΄, όχι σκάρτο ! Εμένα βασικά το μυαλό μου πήγε κατ΄ευθείαν στους Χρυσαυγήτες γιατί τα παιδιά μπρατσαράδικα είναι, έχουν τσαμπουκά μέσα τους, εγέρθητα είναι, αλλά δουλειά δεν έχουν τα κακόμοιρα. Δε βλέπεις, μιας και δεν υπάρχει μάχιμο παιδίο έχουν αρχίσει τα αγωνίσματα και σε λίγο θα διοργανώσουν και καλλιτεχνική Ολυμπιάδα ! 
Γιατί ρε σύ, δεν τα έχεις άξια τα παιδια αυτά να δημιουργήσουν τέχνη; 

Μπάάάά... δεν έχεις δίκιο !



Samstag, 6. April 2013

ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ


Στον κόσμο αυτό που ζούμε πολύ λίγες φορές μας δίνεται η ευκαιρία να βιώσουμε γεγονότα που θα μας παραπέμψουν σε υπερφυσικές δυνάμεις. Στο σχηματισμό, την λειτουργεία, και το "έργο" αυτών των δυνάμεων παίζει σημαντικό ρόλο η "θρησκευτική" παιδεία που έχει ο κάθενας μας. 
Άν φερ΄ειπείν σε κάποιους δεν "διδαχθεί" ο Διάβολος, τα διαβολικά και η κόλαση τότε γι΄αυτούς οι όροι αυτοί δεν θα σημαίνουν απολύτως τίποτε.
Άν σε κάποιους πάλι γίνει αναφορά για Αγγέλους, Θεούς, θεϊκά και πάει λέγοντας, τότε αυτοί θα εφαρμόσουν τα στοιχεία αυτά στην προσωπική και κοινωνική τους ζωή.
 



" ......τρείς ..... τρείς αγγέλους έχω δεί στην ζωή μου και δεν γνωρίζω κάν άν τους φώναξα άθελα μου, άν τους έστειλε κάποιος άλλος ή άν αυτοί με βλέπαν απο κάπου και απροσκάλεστοι μέν γνωρίζοντας δε, αποφάσιζαν να μεσολαβήσουν.
Ήταν όλοι τους ασπροφορεμένοι και το πέρασμά τους είχε ένα απόκοσμο τσαμπουκά που δεν σήκωνε κουβέντα ούτε απο θνητό μα ούτε και απο αθάνατο.
Τις δυό φορές εμφανίστηκαν σε στιγμές που ο θάνατος με είχε αγκαλιάσει και ετοιμαζόταν να μου χαρίσει το φιλί του και να με κλείσει στον μαύρο μεταξένιο του μανδύα αλλά δεν πρόλαβενε. 
Και τις δυό φορές ένοιωσα να με κλέβουν κυριολεκτικά  μέσα απο τα χέρια του και να τον αποκαλούν θρασύ και βέβηλο που τόλμησε να παραβεί τα όρια και τις αρχές.
Αυτός, περήφανος και με σκληρή ματιά, τύλιγε τον μανδύα του γύρω απο την μέση του, τους έριχνε μια περιφρονιτική ματιά και εξαφανιζόταν αφήνοντας την εντύπωση πως καθόλου δεν τον πειράζει η καθυστέρηση μου. Έτσι κι΄αλλιώς ήξερε πολύ καλά πως κάποια ώρα θα ήμουν ολοκληρωτικά δικός του.

Παράξενες σκηνές και παράξενο συναίσθημα που μόνο αν έχεις βρεθεί για λίγο αγκαλιά με τον θάνατο μπορείς να καταλάβεις.
Είναι και αυτό σαν το βίωμα των Μυστηρίων που μόνο αν τα ζήσεις μαθαίνεις αυτό που είναι να μάθεις και σε όποιον και να προσπαθήσεις να μεταδώσεις το βίωμα αυτό θα είναι μάταιος κόπος και η προσπάθεια ίσως να φανεί και γελοία.

Τον πρώτο, τον συνάντησα κάποιο απόγευμα που έκανα βόλτες με το καινούργιο μου ποδήλατο σε ένα μικρό χωριουδάκι της Αυστρίας. 
Βρισκόμουν για πρώτη φορά σ΄αυτήν την περιοχή και με είχε καταμαγέψει το πράσινο η καθαριότητα στους δρόμους και στα σπίτια, και η ευγένια των χωρικών.
Αυτοί, ερχόμενοι απο τα χωράφια και τους κήπους τους όταν με  συναντούσαν στο δρόμο με ρωτούσαν τίνος παιδί είμαι. Μόλις λοιπόν τους έλεγα το όνομα του πατέρα μου κατεβαίναν απο τα τρακτέρ και τα ημιφορτηγάκια και μου δίναν μήλα, σαλάτες, λάχανα, πατάτες και, το πιό φοβερό, τσίπουρα απο μήλα και μούρα. Μου δίναν και χαιρετισμούς για τον πατέρα και την μάνα και μ΄αφήναν έτσι φορτωμένο με τα πράματα στη μέση του δρόμου.
Το είχα μάθει λοιπόν το κόλπο και κυκλοφορούσα με ένα μικρό καλαθάκι στην σχάρα και έτσι δεν υπήρχε πλέον κανένα πρόβλημα.

Ναί λοιπόν, βόλτες με το ποδήλατο και εκείνο το μοιραίο απόγευμα χαζεύοντας απο δώ κι΄απο κεί δεν πρόσεξα ότι είχα βρεθεί σε απότομη κατηφόρα και με την φόρα που είχα πάρει πως έτρεχα παράλογα και είχα και μπροστά μου μιά στροφή.

Το φορτηγάκι που ανέβαινε την ανηφόρα ήταν μερσεντές, είχε χρώμα μπλέ και είχε τα φώτα αναμένα. Μόλις με είδε ο οδηγός μπροστά του άρχιζε να κορνάρει σαν τρελός αλλά ήταν πλέον αργά. Βρισκόμουν ήδη στην λωρίδα του και πήγαινα καρφωτός και με χίλια επάνω στο αστέρι !
Εκεί ένοιωσα να μου φεύγει η ψυχή και βίωσα αυτό το ζούμ του θανάτου που περνάει όλη σου η ζωή μπροστά απ΄τα μάτια σου. Βλέπεις αγαπημένα πρόσωπα, φίλους  και καταστάσεις. Λυπάσαι για αυτά που δεν μπόρεσες να κάνεις και ταυτόχρονα αποχαιρετάς τον κόσμο.
Ναί. Σ΄αυτό το σημείο ένοιωσα και τον άγγελο να με αρπάζει απο το ποδήλατο, να με κρατάει στα χέρια του και να με αποθέτει απαλά λίγο πιό κάτω πάνω στο πεζοδρόμιο και ενώ ταυτόχρονα βουΐζαν στα αυτιά μου τα κορναρίσματα απο το φορτηγό και απο τα υπόλοιπα αμαξια που παρά λίγο θα μπλεκόντουσαν σε ατύχημα με έλληνα νεκρό στο μικρό τους το χωριό. 

Με κοίταξε με την άκρη των ματιών του, μου κούνησε τον δείκτη και μου είπε : " Μεγάλε, παρά λίγο θα χτυπούσα κι΄εγώ. Μην κάνεις τρέλες !"

Την δεύτερη φορά ...... ταξίδευα για Ελλάδα με το αμάξι μου και βρισκόμουνα σε μια απο τις μεγάλες σε μήκος κατηφόρες της εθνικής οδού της Κροατίας. Σκέφτηκα λοιπόν, καθαρά και μόνο για οικολογικούς λόγους, να σβήσω την μηχανή μέχρι το τέλος της κατηφόρας, πράγμα που έκανα. 
Το λάθος εδώ ήταν ήταν ότι σβήνοντας την μηχανή κλείδωνε και το τιμόνι του αμαξιού, πράγμα το οποίο ανακάλυψα στη επόμενη στροφή, που για μένα ήταν ευθεία, και μ΄έβγαζε κατ΄ ευθείαν πάνω στα μεταλικά οδοφράγματα που δεν ήμουν σίγουρος άν θα κρατούσαν ή θα υποχωρούσαν ανοίγοντάς μου τις πύλες για τον άλλον κόσμο.
Μ΄έπιασε κρύος ιδρώτας και σκέφτηκα πως δεν μου μένουν παρά λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να ζήσω την φυσιολογική πτώση του αμαξιού και του οδηγού.

Εμφανίστηκε σαν ένα δροσερό αεράκι. Μπήκε απο το δεξί παράθυρο και στάθηκε για λίγο ανάμεσα στα χέρια μου που προσπαθούσαν μάταια να ξεκλειδώσουν το τιμόνι. Έπειτα το χαΐδεψε ελαφρά και αυτό μονομιάς άρχισε να δουλεύει. Το αμάξι πήρε μπρός και αυτός ήδη αποχωρούσε απο το αριστερό παράθυρο ρίχνοντας μου μια ματιά σχεδόν φιλική.

Άναψα τα φώτα κινδύνου και σταμάτησα λίγο παρακάτω για να ηρεμήσω. Το κλάμμα μου ξέσπασε απότομα και δυνατά. Εκεί, γυρτός, με ακουμπισμένο το κεφάλι μου στη άκρη του τιμονιού έκλαιγα για κάμποση ώρα χωρίς να γνωρίζω το γιατί.
Ήταν απο το σόκ του παρα λίγο θανάτου, ήταν το ότι γλύτωσα τον κίνδυνο ή ήταν αυτή η παράξενη συνάντηση;  

Η τρίτη φορά ήταν τελείως "ανορθόδοξη" . 
Τον ονειρεύτηκα ! 
Περπατούσα λέει στον Αη Γιάννη Σερρών και ξαφνικά άκουσα μουσικές απο έγχορδο. Έχοντας για οδηγό την ακοή τον βρήκα να κάθεται σ΄ένα βραχάκι δίπλα στην πηγούλα. Ντυμένος στα λευκά ήταν μισογυρισμένος προς εμένα και κρατούσε στα χέρια του ένα όργανο άγνωστο. Η μελώδία όμως που έβγαινε απο αυτό ήταν μαγευτική.
Την κράτησα και την έκανα μουσική που κάθε φορά που την παίζω με συγκλονίζει. 

Κάποτε, όταν θα αξιωθώ να ποστάρω μουσικές θα είναι και δική σας!



Η ΑΝΝΟΥΛΑ ΞΑΝΑΧΤΥΠΑ


Αυτήν την φορά δεν χτύπησε ούτε την πόρτα μου, γιατί της έχω δώσει κλειδί να ανοίγει όποτε θέλει αυτή, αλλά ούτε και το κεφάλι μου.
Απλά, κάθε φορά που εμφανίζεται όλο και κάτι γίνεται και το κακό είναι ότι δεν ξέρεις αν αυτό που θα συμβεί θα είναι καλό ή κακό.
Τι κορίτσι είναι αυτό ρε παιδί μου ! Όλο αναστατώσεις μου φέρνει στη ζωή ! Καμιά φορά σκέφτομαι πως ίσως θα΄ναι καλύτερα να μετακομίσω και να πάω σ΄άλλη πόλη αλλά το ερώτημα που τίθεται είναι σε ποιά. Και μετά ποιός μου λέει πως το πλάσμα αυτό δεν θα με ακολουθήσει ! Ε; Ποιός ;

Το "κακό" άρχισε με το που μπήκε μέσα. Είπαμε της έχω δώσει κλειδιά και έρχεται όποτε θέλει αυτή. Μόνο μιά φορά χτύπησε το κουδούνι για να της ανοίξω και αυτό γιατί εκείνο το πρωϊνό ήταν τύφλα στο μεθύσι και δεν έβρισκε "την τρύπα". Μές στη σούρα της μου πρότεινε μάλιστα να βάλω και ηλεκτρονική κλειδαριά για να μην χρειάζεται να ψάχνει. 
Άκου ιδέες και μάλιστα σουρωμένη !
Το κακό λοιπόν άρχισε με το που μπήκε. 

- Σουρτούκη άνοιξε τον λογαριασμό μου στο φεϊς μπούκ και μπές για να δείς τι μου γράφουνε τα ζώα.
- Τι σου γράφουνε ρε Αννούλα;
- Μπές για να δείς σου λέω.
- Καλά, πές μου τον κωδικό σου.
- Δεν σου λέω!
- Αννούλα τον κωδικόόό σουουουου.
- Δέν σου λέω.
- Ρε Άννα πές μου τον κωδικό σου για να μπώ !
- Δεν σου λέω !
- Καλά κορίτσι μου πάς καλά ή θές να με τρελάνεις; Εσύ θές να μπώ στο λογαριασμό σου απ΄αυτήν την αηδία και δεν μου λές τον κωδικό σου !
- Σουρτούκη, δεν σου λέω !
- Μη μου πείς χίλια χρόνια ! Κι΄εγώ τότε δεν μπαίνω στον λογαριασμό σου και γλυτώνω και απο τις βλακείες που σίγουρα σου γράφουνε !
- Σουρτούκη είσαι πιωμένος, ή μήπως φτιαγμένος με παράξενες ουσίες ;
- Αννούλα τίποτα απ΄όλα αυτά γιατί είναι νωρίς ακόμη. Αργότερα δεν ξέρω τι θα γίνει.
- Αφού σου λέω παιδάκι μου ο κωδικός μου είναι "Δεν σου λέω". Όλα με μικρά. Κουφός είσαι ή μιλάω κινέζικα ;

Για λίγα δευτερόλεπτα μουγκάθηκα και προσπάθησα να καταλάβω ποιός κοροΐδευε ποιόν, ποιός έκανε λάθος, ποιός σήκωνε φάπες αλλά τελικά σκέφτηκα πως ίσως και οι δυό μας φταίμε και με πιάσαν τα γέλια.
Η Άννούλα, σίγουρη για την πάρτυ της, παρέμεινε να με κοιτάει μ΄ένα καχύποτο ύφος που ήταν σαν να με ρωτούσε: "σίγουρα δεν έχεις πάρει τίποτα;"

Λύθηκε η παρεξήγηση λοιπόν και μπαίνω στον λογαριασμό της Αννούλας.

Σαμάνοι απ΄την μιά, Ινδιάνοι απο την άλλη, Εσκιμώοι στην μιά γωνιά, Κινέζοι στην άλλη, παρεμπιπτόντως, η Αννούλα είναι Εθνοβοτανολόγος με καριέρα περικαλώ. Καριέρα που η ίδια της δεν την θέλησε και απ ΄οτι βλέπω τώρα τελευταία της γίνεται βάρος. Καλά να πάθει !

Όλα αυτά λοιπόν τα μούλτι κούλτι εμένα με ζαλήζουνε και δεν βρίσκω άκρες, γι΄αυτό και μόλις εμφανιστήκανε όλα αυτά τα πράματα στην οθόνη την παρακάλεσα να πάρει τα κουπιά (το πληκτρολόγιο) και να μου δείξει τέλως πάντων τι της γράφουνε τα καλόπαιδα και να ησυχάσουμε κι΄εμείς και να πάμε στις δουλειές μας.
Η Αννούλα με δυό κλίκ βρέθηκε εκεί που ήθελε και εγώ άρχισα να διαβάζω τα σχόλια :

Σχόλιο πρώτο  : " ..... μωρή τρελέγκο μ΄αυτές τις σαχλαμάρες που γράφεις είναι να φορέσουμε κράνα για να μην πάθει το κιοφάλι μας....."

Σχόλιο δεύτερο : " .....επειδή βλέπω ότι ώς επι το πλείστος ασχολείσαι με τους λαούς θα σε συμβούλευα να ασχοληθείς και με τούς Βλάχους."

Σχόλιο τρίτο : " .... Δεν νομίζω ότι οι Σασμάνοι (εννοεί τους Σαμάνους) είχαν τέτοιο ρόλο στο χώρο τους.

Σχόλιο τέταρτο : " ......οι εσκιμώϊκες φυλές επειδή δεν βλέπουν φώτα έχουν δέρμα ανοιχτό. 

Σχόλιο πέμπτο : " .....επιμένω και επαναλαμβάνω, ο ελληνισμός είναι το κεφάλι του πολιτισμού όλης της ανθρωπότητας.

Μετά απ΄όλα αυτά τα φοβερά που είδαν τα μάτια μου ήμουν ώριμος πιά για καταχρήσεις κάθε είδους μόνο και μόνο για να ηρεμήσω απο τα γέλια και να ξεχάσω.
Ομολογώ, κι΄ εγώ είμαι αδιάβαστος αλλά τα παραπάνω είναι νομίζω παραδείγματα πρός αποφυγήν.

Για να με ηρεμήσει κάπως η καλή μου φίλη άνοιξε ένα κόκκινο κρασί και έφερε κάτι παράξενα τυριά που θέλαν γκασμά ή σιδεροπρίονο για να κοπούν.
 

Mittwoch, 31. Oktober 2012

Ο ΝΤΕ - ΝΤΕΣ


Οι μικρές ώρες έχουν αρχίσει να παίρνουν τα επάνω τους και το ρολόϊ με το σπασμένο ωροδείκτη, ένδειξη ανταρσίας στο χρόνο που ακατάπαυστα κυλάει, δείχνει τρίς τα ξημερώματα. Το κορμί αντιστέκεται στη παράλογη στάση που δεν του επιτρέπει να αφεθεί στα γλυκά χέρια του Μορφέα και παραπονιέται συνεχώς με πονάκια εδώ κι΄εκεί, με μουδιάσματα λίγο παραπέρα και προσπαθεί κάθε τόσο να πάρει μια καινούργια στάση που θα το ξεκουράσει τα επόμενα δεκαπέντα λεπτά.
Ο φωτισμός έχει χαμηλώσει απο τίς έντεκα περίπου και κάθε φορά που ξυπνάω απο αυτήν την παράξενη νάρκη έχω την αίσθηση πως βρίσκομαι σε κάποιο θέατρο η κινηματογράφο, την στιγμή που σβύνουν τα κυρίως φώτα, και περιμένω να αρχίσει η παράσταση για να αφεθώ στον πόνο και στις περιπέτιες των άλλων χωρίς να διακυνδυνέψω κάτι απο την δική μου ζωή, σίγουρος τρόπος δηλαδή για ν΄ απολαύσεις κάτι.
Όπως μου΄ λεγε η Άννα, μιά φίλη, " ούτε μιά γρατσουνιά Σουρτούκη ! Είναι όπως όταν προδίδεις την αγάπη για κάποια άλλη αγάπη. Δεν ρισκάρεις τίποτε, δεν χάνεις τίποτε κι΄έχεις την εντύπωση πως είσαι άρχοντας μα δεν ξέρεις ακόμη πως όλοι οι λογαριασμοί που ανοίγονται στην ζωή πρέπει κάποτε να πληρωθούν ! ".

Εγώ λοιπόν περιμένω ν΄αρχίσει η παράσταση. 

Τρίς τα ξημερώματα και η ματιά μου ταξιδεύει απο την σιλουέτα του γέροντα πατέρα μου στο διπλανό κρεβάτι και χαϊδεύει την πανέμορφη τσιγκάνα που καθισμένη σε μιά καρέκλα και με τα πόδια ακουμπισμένα στην άκρη του κρεβατιού αποχαιρετάει, αργά-αργά, τον αγαπημένο της.
Ο άνθρωπος της βαριανασαίνει και η ματιά του, το βλέπεις, θωρεί τον θάνατο.
Το κλάμμα την γαληνεύει και της κλείνει τα μάτια για κάποια λεπτά της ώρας έως ότου ο χάρος ακουμπίσει τον καλό της και αυτός, τρομαγμένος, βγάλει έναν παράξενο ήχο, κάτι μεταξύ αναστεναγμού και τρομάρας. Τότε, ταραγμένη απο τον ήχο, του φωνάζει να γυρίσει πίσω και να ανάβάλει το ταξίδι αυτό το μακρινό και τελευταίο. Πιάνεται απο το μπράτσο του και τον κρατάει σφιχτά μές στην αγκαλιά της. Του λέει λόγια γλυκά και του φυλάει τα δάχτυλα και είναι σαν να βλέπεις την Παναγία που κλαίει για τον άδικο χαμό του παιδιού της και για τον Πόνο στο κόσμο αυτό.
Το παραδίπλα κρεβάτι το θεωρούσα για πέντε ώρες περίπου άδειο ώσπου είδα ένα τμήμα του σεντονιού να ανασηκώνεται και να αποκτάει την μορφή ενός ανθρώπινου μηρού. Τρόμαξα γιατί για μιά στιγμή νόμισα πως βλέπω οράματα. Πώς είναι δυνατό, σκέφτηκα, ένα άψυχο σεντόνι να κουνιέται, να αποκτάει μορφή να γίνεται ένα κατάκοιτο σώμα; Πώς είναι δυνατό ένας άνθρωπος να βρίσκεται στα τρία μέτρα και για πέντε ώρες να μένει ακίνητος.
Γιά μιά στιγμή νομίζω ότι η κούραση, στη ψυχή και στο σώμα, μου κάνει παιχνίδια αλλά δεν χρειάζεται και πολύ για να επιβεβαιώσω την αλήθεια. 

Σηκώθηκα να δώ το θαύμα και τρόμαξα. Χαμένο μέσα στις ζάρες του σεντονιού το κορμί ενός παληκαριού για το οποίο στις πέντε αυτές ώρες δεν νοιάστηκε  κανείς. Τα μάτια κλειστά και το στόμα μισάνοιχτο και διασωληνωμένο. Ακίνητος, μοιάζει με τον Χριστό, σταυρωμένος και προδωμένος. Ούτε ένα πιστός, ούτε ένας φίλος κοντά του. Σ΄αυτήν την χώρα, σκέπτοπαι, σβύσαν όλες οι αξίες, χάθηκε το συναίσθημα, έσβυσε το φώς.

Νοιώθω ένα σφίξιμο στην καρδιά και αφήνοντας το "πόστο" μου σηκώνομαι και θέλω να πάω στο κρεβάτι του για να τον ρωτήσω αν χρειάζεται τίποτα.
Πρίν προλάβω να βγώ στον διάδρομο του θαλάμου μου κόβει τον δρόμο ένα κινητό κρεβάτι που το σπρώχνει μιά γυναίκα. Πάνω του βρίσκεται ένας ξανθός γίγαντας που μουγκρίζει σαν θεριό. Το μουγκριτό θυμίζει άνθρωπο που τον βασανίζουν ασταμάτητα κι΄αυτός, μη έχοντας άλλο δύναμι για να φωνάξει, μουγκρίζει.
Δεν προλαβαίνω να αποτυπώσω την εικόνα και το συμβάν και η γυναίκα βρίσκεται ήδη στο τέλος του θαλάμου και "παρκάρει" το κρεβάτι στην απέναντι γωνία. Σιάζει τα σεντόνια πάνω απο τον γίγαντα, του καθαρίζει το πρόσωπο και κρατώντας τα χέρια του μέσα στα δικά της τον φιλάει στο μέτωπο και μονολογεί : " βρε σατράπη, βρέ άχρηστε, που μας μπερδεύεις συνέχεια. Νυχτιάτικα μου θές βόλτες μές στο νοσοκομείο !  Τι είναι δώ βρέ, πάρκο για παραλία; Άχ κακομοίρη μου σαν πάμε στο σπίτι θα σου ειπώ εγώ τι έχει να γίνει ! Θα σε κλειδώσω στη κάμαρα βρέ και θα σε βγάζω όξω μόνο σαν κάθεσαι φρόνιμα. Μή φοβάσαι βρέ, σαν πασάκο θα σ΄έχω, σε κοροϊδεύω βρε χαζούλικο "

Η απάντηση έρχεται αυτόματα, το ίδιο μουγκριτό, αυτή τη φορά όμως έχει μια μελωδικότητα : αρχίζει χαμηλότονα και στη συνέχεια δυναμώνει για να φτάσει στο φόρτε του και να καταλήξει σ΄ένα δυνατό "..ντέέ ντέέ ντέέ ντέέέέέέέέέ΄...." 

Ο "οριζοντιομένος" γίγαντας ρίχνει ένα μονότονο γέλιο. επισφραγίζει με μιά δυνατή πορδή την ικανοποίησή του και ξαναρχίζει: ...ντέέ,  ντέέ΄, ντέέ, ντέέέέέέέέ......."

Έπειτα πάλι ησυχία και μετά απο λίγο ο μονόλογος της, αυτή τη φορά ψιθυριστά. Ο γίγαντας μάλλον δεν θα ξαναπερπατήσει και ούτε θα μπορέσει να πεί ένα ευχαριστώ με λόγια,

Όλοι εδώ μέσα θα θέλαμε να μην ξημερώσει ποτέ ! Αυτή η γλυκιά ησυχία, το μαλακό αυτό μούδιασμα του χρόνου και της ψυχής θα θέλαμε να μείνει αιώνιο γιτί δεν έχουμε άλλο δάκρυ να συντροφέψουμε τον χρόνο. Ο πόνος γέμισε την ψυχή μας και δεν άφησε μιαν ακρούλα για μιά στάλα χαρά ! Ζούμε ίσως στο δικό μας κόσμο, στη δική μας κόλαση και αισθανόμαστε για λίγο σαν μια οικογένεια που ο χάρος την θερίζει σιγά σιγά και το μόνο που την κρατάει πια δεμένη είναι ο θάνατος που θερίζει  ένα - ένα τα μέλη της.

- Ντέέ ντέέ ντέέέέέέέ !!  Ντέέ ντέέ ντέέέέέεέέέέέέέ !!

Samstag, 22. September 2012

ΤΙ ΤΟ ΘΕΣ ΤΟ ΚΟΥΤΑΛΑΚΙ


Μέσα απο την διαδικασία εκμάθησης ενός μουσικού οργάνου, καταπιεστική η όχι, επέρχεται αυτόματα και μια ψυχοσωματική αλλαγή. 
Τα αίτια είναι αφ΄ενός η αναγκαία εξάσκηση του σώματος (το φυσικό μέρος) και αφ΄ετέρου η εσωτερική μας, κι΄αυτή αναγκαία, διάπλαση και ανάπλαση.
 
 Σε κάποια απο τις προηγούμενες αναρτήσεις έγραψα για τις "ματιές" και για το πόσο αληθινές μπορεί να είναι.
Τον τύπο που παίζει παρακάτω αυτό το σπάνιο είδος κιθάρας τον είχα σταμπάρει εδώ και ένα χρόνο μόνο που τον έχασα και μετά απο προσπάθειες τον "βρήκα" πάλι χτές.
Η στάση που κρατάει, όχι μόνο λόγω της κιθάρας και του κουταλιού που κρατάει με το στόμα, αλλά και λόγω του ότι με αυτήν δηλώνει το ανταρτιλίκι του απέναντι σε κάθε κατεστημένο και σε κάθε είδους καταπίεση.
Εδώ  μπορείτε να τον απολαύσετε (προσέχτε σας παρακαλώ το βλέμμα του απο το 0: 34 και μετά). 
 

Samstag, 15. September 2012

ΠΕΝΤΕ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ ΜΑΛΑΜΑ (2)





  - .....δηλαδή ρε Σάκη το σκέφτηκες καλά ; Θές να παρατήσεις τα εγκόσμια, τα έτσι, τα αλλιώς, τα αλλιώτικα, τα Πασσαλιμανιώτικα και να πάς να χαθείς απάνω στα Τζουμέρκα ;  
Αδρεφέ εγώ νομίζω πως σφάλεις.  Ναί σφάλεις !  Σφάλεις πολαπλώς ! Διότι Κύριε, ποιός σου δίνει την΄ γκύηση πως εκεί απάνου θα είναι όπως τα φαντάζεσαι, ποιός σου λέει ότι εκεί απάνου θα βρείς αυτό που σου λείπει;  Ε ! Ποιός ; Κανένας ! Απολύτως κανένας φίλε μου ! 
Έχεις φτιαξει παραμύθι μεγάλο φίλε μου και κοντεύεις να το χωνέψεις κι΄όλας ! 
Και πώς γίνεται ξαφνικά να θές να μας αφήσεις για την μουσική εγώ δεν το καταλαβαίνω ! Βασικά κι΄άλλα πολλά δεν καταλαβαίνω απο τα λόγια σου και γι΄αυτό θά ήμουν ευτυχής αν ήξερα πως τον επόμενο καιρό θα σε έχω κοντά μου, όχι μόνο εγώ αλλά κι οι άλλοι φίλοι μας, για να μας πείς πώς είναι δυνατό άνθρωπος που ψάχνει τον Θεό να θέλει να πάει να ζήσει με τις αρκούδες και τα αγριογούρουνα !
Αμ΄τι νομίζεις; Λές ν΄άχει νεραϊδες και γκομενίτσες που θα σου κάνουν τρελίτσες και θα σε ποτίζουν νέκταρ εκεί απάνου; Αμ δέ !
Μόνο σου θάσαι με τον τρελιάρη ! Άντε μπορεί ν΄άρθει και κ΄άνα άλλο παλιόμουτρο,απο τα παλιά, να σας επισκεφτεί αλλά δεν νομίζω να κάτσει για πολύ.
Το να φύγεις είναι εύκολο. Παίρνεις το έγχορδό σου, τις χορδές σου, τις πένες σου και την ψυχή σου και φεύγεις ! Εμείς όμως μπορείς να μου πείς τι θα κάνουμε, ποιός θα συμπληρώσει τα κενά, ποιός θα αντικαταστήσει τον λόγο σου, την ματιά σου, το άγγιγμά σου το αδερφικό, το κλάμα σου ; Ποιός ;
Αφήνεις κενά ρ΄αδέρφι το καταλαβαίνεις ! Όσο κι΄άν μου λές πως αυτό είναι για το καλό σου και παράλληλα για το καλό όλων μας εγώ ένα ξέρω, πως δεν θα έχω καθρέφτη για την ψυχή μου !
Ναί ρε φίλε ! Είσαι καθρέπτης ! Για όλους μας είσαι καθρέπτης !





Sonntag, 24. Juni 2012

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ


Κάποτε, σε κάποια περίοδο προδιπλωματικών εξετάσεων κατά την οποία είχε κοπεί ένα μεγάλο μέρος των εξεταζωμένων στην Μικροβιολογία, εννοείτε μεταξύ αυτών κι΄εγώ, μας καλούσε κατά ομάδες ο υπεύθηνος καθηγητής και συζητούσαμε τα αποτελέσματα. Η δική μου ομάδα ήταν η πρώτη που θα εμφανιζόταν μπροστά του μετά απο την πανωλεθρία. Κοντούλης, στρουμπουλός με μάτια κομμένα και με φανερή την έκφραση της λύπης στο πρόσωπό του μας είπε μεταξύ των άλλων : 

" Περπατάτε στην ζωή σας σαν ημίθεοι και νομίζοντας πως αυτή σας χρωστάει ευγνωμοσύνη για το ότι υπάρχετε. Χαμηλώστε λιγάκι την υπεροπτική ματιά σας και το βλέμμα, δείτε αυτό που είναι κρυμένο και μικρό, δείτε ένα σωρό ολάκερους κόσμους που συνυπάρχουν ταυτόχρονα με τον δικό σας ! "

Σήμερα, μετά απο  πολλά χρόνια απο αυτήν την συνάντηση και έχοντας να κάνω, λόγω δουλειάς, με ανθρώπους που ο εσωτερικός τους κόσμος είναι και λειτουργεί εντελώς διαφορετικά απο αυτό που λέμε νορμάλ, καταλαβαίνω το βάρος των λόγων αυτών.
Οι άνθρωποι με Άλτζχαΐμερ ζούν σ΄ένα διαφορετικό κόσμο απο τον "δικό" μας.

                --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  --  -- 

Ο παπούς μου έφυγε απο τον Πόντο πάνω στους σφαγμούς του 1915. Για να γλυτώσουν την ατιμία και το σφάξιμο πήραν τα λιγοστά πράγματα που μπόρεσαν και έφυγαν με τα κάρα και με τα πόδια προς την Ρωσσία. Καταλήξανε στον Καύκασο σε ένα χωριό που το λέγανε Χάν-Ντερέ και που τα σπίτια του ήταν κατα τα 2/3 παραχωμένα στις πλαγιές ενός λόφου.
Κατά το 1923 και αφού άκουσαν πως οι παλιοί συγχωριανοί τους βρίσκονται κάπου στην Δράμα αποφάσισε ο παππούς να γυρίσει και να ψάξει μιά καινούργια πατρίδα.
Στο ταξίδι της επιστροφής και περνώντας απο γνωστά του μέρη στον Πόντο τον έπιασε το παράπονο και ήθελε σώνει και καλά να γυρίσει στο χωριό του, φίλοι και συγγενείς όμως τον συνεφέραν και του εξήγησαν ότι αυτά τα μέρη δεν είναι πιά ελληνικά.
Ο παππούς σάλεψε λιγάκι και δεν ήθελε να κάνει βήμα αλλά οι φωνές και η πίεση των άλλων τον συνέφεραν και συνέχισε το ταξίδι για την καινούργια πατρίδα.

Ο Νικηφόρος είναι ένα χωριό μεταξύ Δράμας και Ξάνθης και βρίσκεται γύρω στα 14 χλ. ανατολικά της Δράμας. Για να πάει ο παππούς στη Δράμα έπρεπε να περάσει απο τον Νικηφόρο και να συνεχίσει τον δρόμο του, έλα όμως που μέσα του κάτι τον έτρωγε. Πατρίδα ζήταγε και πατρίδα δεν έβρισκε και ούτε έμελε να βρεί ποτέ.

Κουρασμένοι φτάσανε κάποιο βράδυ στο χωριό και αποφασίσανε να ξεκουραστούν και την άλλη μέρα να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Η γιαγιά έστειλε τον πατέρα μου για ξύλα και έβαλε κατσαρόλα για να ετοιμάσει κατσαμάκι. Τον παππού τον έστειλε στο καφενείο να ρωτήσει για τους πρώην συγχωριανούς και να φέρει και λίγο οινόπνευμα για εντριβές. 
Ο παππούς βρήκε το καφενείο και μόλις μπήκε μέσα ένιωσε την φλόγα που του έκαιγε τα σωθικά. Κάθισε σε μιά καρέκλα, παρήγγειλε μεζέ κι΄ένα μπουκάλι τσίπουρο. Ήπιε, μέθυσε και άρχισε να λέει πως έκανε την μεγαλύτερη αμαρτία της ζωής του αφήνωντας τα χώματα που τον γέννησαν και πως απο εκεί που είναι τώρα δεν πάει βήμα παρα πέρα.
Το είπε και το έκανε ο παππούς. Τι παρακάλια, τι προσφορές τι αναφορές για τους συγχωριανούς που τους περιμένουν λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, τίποτα δεν ήταν σε θέση να κουνίσει τον παππού κι΄έτσι έμεινε η οικογένεια στον Νικηφόρο χάρην του παππού. 
Συγγενείς και γνωστοί είπαν αργότερα πως ο παππούς ήταν τεμπέλης και βαριότανε να περπατήσει και μιάς και βρήκε και καλή παρέα στα καφενεία του χωριού δεν ήθελε να φύγει.

Όντως, ο παππούς ήταν τεμπέλης αλλά δεν ήταν μόνο αυτό, ήταν και το ότι τα νήματα που συνδέαν την ψυχή του με το όμορφο παρελθόν των παιδικών του αναμνήσεων τελείωσαν εκεί ! Στον Νικηφόρο !

Ένας τεμπέλης άνθρωπος λοιπόν που άφηνε όλα τα απαραίτητα, και μή, να τα κάνουν οι άλλοι. Αυτοί, οι άλλοι, ήταν η γυναίκα του (η γιαγιά μου, που την γνώρισα πολύ λίγο γιατί απο τις κακουχίες και την ταλαιπωρία στην ζωή της πέθανε νέα), τα παιδιά του και οποιοσδήποτε άλλος φίλος ή γνωστός. 
Τις πιό πολλές ώρες τις περνούσε στο καφενείο παίζοντας χαρτιά, πίνοντας ούζα και κερνόντας τα φιλαράκια του στο καφενείο. Τους λογαριασμούς φυσικά του πλήρωνε ο πατέρας μου ο οποίος πάντα μάλωνε με τον παππού γιατί αυτός, με τα απλόχερα κεράσματά του, ξόδευε περισσότερα λεφτά απ΄όσα έβγαζε όλη η οικογένεια μαζί. 

Λίγο πρίν τα τελευταία του τον επισκέφτηκα και τον βρήκα που αλλού, στο καφενείο να κάθεται μόνος σ΄ένα τραπέζι και να κοιτάει με χαμένο βλέμμα τα βουνά απέναντι απ΄το χωριό. Τον χαιρέτησα και κάθησα στο τραπέζι του. Ο παππούς με κοίταξε λίγο καχύποπτα και μετά απο λίγο με ρώτησε :  

-  Εσένα απο πού σε ξέρω ;
 - Είμαι ο μεγάλος σου ο εγγονός  γέροντα !

Ο παπούλης ξαφνιάστηκε. Τον είδα πως άρχισε ξαφνικά να ψάχνει μέσα του το άκουσμά και το νόημα της λέξης. Έψαχνε να βρεί το αντικείμενό της και να αποδείξει, έστω και για λίγο στον εαυτό του, πως όχι, δεν χάθηκαν όλα ακόμα απο την μνήμη του,  πώς κάτι έχει απομείνει. 
Στην προσπάθεια του αυτή τα χέρια του, κατεβασμένα και ακουμπισμένα στα γόνατα, μαζέυτηκαν και σφίχτηκαν σε γροθιές και τα χείλη του σφίξαν και σχημάτισαν μια λεπτή γραμμή.
Περάσαν μερικές στιγμές προσπάθειας που τελικά όμως δεν φάνηκε να απόφερουν το ποθητό αποτέλεσμα και ο παππούς έχασε το νήμα της αναζήτησης. 
Τα χέρια του χαλάρωσαν και τα χείλη του πήραν πάλι εκείνη την ξέγνιαστη και χαλαρή γραμμή. Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε απο τα στήθια του, το βλέμμα του ατένισε πάλι προς τα βουνά και σκάλωσε πάνω στις κορφές.
Εκεί άραξε, και άρχισε ν΄άναπνέι τον αγέρα τον βουνίσιο, τον καθάριο ουρανό και τις ψυχές του παλιού χωριού του που μετουσιωμένες σε σύννεφα τον καλούσαν κοντά τους.
Ίσως γι΄αυτό ν΄αγνατεύει προς τα κεί, σκέφτηκα. 

Σηκώθηκα και μπήκα μές το καφενείο για να παραγγείλω δυό ούζα με μεζέ.
Όταν επέστρεψα βρήκα τον παππού μου ακίνητο στην ίδια στάση. Κάθησα αργά-αργά και αμίλητος περίμενα να έρθουν τα ποτά.
Σε μιά στιγμή ο παππούς γύρισε προς το μέρος μου, με κοιτάξε με το ίδιο καχύποπτο ύφος που είχε πάρει πρίν και με ξαναρώτησε  :

-  Εσένα απο πού σε ξέρω ;

Ήταν η σειρά μου να σφίξω τα χέρια, να σφραγίσω τα χείλη  να στείλω το βλέμμα μου πάνω στα βουνα, παρέα με αυτό του παππού, και να παραγείλω ένα μπουκάλι τσίπουρο για να πνίξω το παράπονο και το δάκρυ μου.